
Για τη συλλογή διηγημάτων της Φλάννερι Ο' Κόννορ «Η ημέρα της κρίσεως» (μτφρ. Ρένα Χατχούτ, εκδ. Αντίποδες). ©Georgia College & State University
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Στον θαυμαστό κόσμο που έπλασε η Φλάνερι Ο’ Κόνορ ο βραχύς βίος των μυθιστορηματικών ηρώων της είναι σκληρός, με άσχημη συνήθως κατάληξη. Έχοντας περάσει την ενήλικη ζωή της συντροφιά με τον σωματικό πόνο, μέχρι τον πρόωρο θάνατό της στα 39 μόλις χρόνια, μεταφέρει στο έργο το βίωμά της. Φυσικά, τα γραπτά της δεν περιορίζονται στο πλαίσιο της στεγνής (και στυγνής) αυτοβιογραφίας, το οποίο τελικά δεν θα ενδιέφερε παρά ένα συγκεκριμένο κοινό. Η μυθοπλασία της είναι καθηλωτική, διότι συνδυάζει το ανούσιο και ανόητο της ύπαρξης με τον φόβο του θανάτου, την τυφλότητα και την αποτυχία, εμβαπτίζοντάς τα σ’ ένα ανεπιτήδευτο, πυκνό και ουσιαστικό ύφος γραφής, όπως θα επιχειρήσω να δείξω στη συνέχεια.
Το έργο και οι ερμηνείες
Σ’ όλα τα διηγήματα που περιέχονται στον τόμο Η ημέρα της κρίσεως (σε εξαιρετική μετάφραση από την έμπειρη Ρένα Χατχούτ, εκδ. Αντίποδες) προκύπτουν κάποια κοινά θεματικά και ερμηνευτικά μοτίβα, στα οποία θα σταθώ, αντί της ανάλυσης ένα προς ένα. Ξεκινάω λοιπόν με τις γενικές διαπιστώσεις.
Για τη συγγραφέα οι καλές προθέσεις των ανθρώπων ποτέ δεν επαρκούν. Αποτελούν πηγή δεινών, αφού εν τέλει στρέφονται ενάντια σε εκείνους που τις φοράνε ως τίτλο τιμής και διαφοροποίησης από τους άλλους. Δεν την ενοχλούν οι άθλιοι και οι έσχατοι, αλλά οι αυτάρεσκοι, οι ηθικολόγοι, οι «δίκαιοι» που θεωρούν ότι θα κληρονομήσουν τη βασιλεία των Ουρανών ακριβώς εξαιτίας της υποτιθέμενης αξίας τους, αφού καμία καλή πρόθεση δεν είναι αρκετή, αλλά ούτε και απαραίτητη, για να αλλάξει τον κόσμο. Θα αναρωτηθεί κάποιος: «Μα δεν υπάρχει καλοσύνη στον κόσμο;». Φυσικά, θα απαντήσει η Φλάνερι, μόνο που οι καλοί άνθρωποι είναι μάλλον οι πιο αφελείς αλλά και οι πιο τυφλοί, καθώς αδυνατούν να αντιληφθούν ότι το κακό γύρω τους κυριαρχεί, ενώ η δική τους συμβολή παραμένει περιορισμένη, διαστρεβλωμένη κι ως εκ τούτου προβληματική. Η σωτηρία όχι μόνο δεν είναι δεδομένη για κανέναν, αλλά δεν θα έπρεπε κιόλας, αφού εκείνοι στους οποίους απευθύνεται είτε δεν είναι άξιοι γι’ αυτό, είτε, συνηθέστερα, δεν το επιθυμούν, αλλά προτιμούν να αφεθούν στην ησυχία τους, υποπίπτοντας στα λάθη που είναι τα δικά τους κι όχι κάποιου άλλου. Η σωτηρία, εξάλλου, δεν είναι ανθρώπινη υπόθεση. Μόνο ο Χριστός σώζει και οι άνθρωποι που προσπαθούν να υποκαταστήσουν τη Θεία Χάρη αποτυγχάνουν παταγωδώς σε έναν ρόλο που δεν ήταν ποτέ γραμμένος για εκείνους.
Το πρόβλημα -έστω ένα από τα πολλά- ξεκινάει από το ότι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις περισσότερες φορές αυτό που επιθυμούν και όχι αυτό που υφίσταται ανεξαρτήτως των δικών τους επιθυμιών και προθέσεων (σύγκρουση συνείδησης και είναι), αναπαράγοντας την τύφλωση που χαλυβδώνεται σε πίστη. Ως συνέπεια, δεν θα λάβουν το μήνυμα που επιστρέφει ως αντίδραση στη δράση τους παρά μόνο επιδερμικά. Η ιστορία δεν τους διδάσκει κι ο βασικότερος λόγος είναι ότι παραμένουν τυφλοί στις προθέσεις τους, στα κίνητρά τους. Απλά αντιδρούν σπασμωδικά στα ερεθίσματα βάσει «εκτυπωμένων» μέσω της συνήθειας κανόνων, τους οποίους ακολουθούν πιστά ως θέσφατα. Με το πέρας του χρόνου, η ανάμνηση του παρελθόντος είτε σβήνει είτε διαστρεβλώνεται από τον εαυτό που παραχαράσσει ασυνείδητα τα γεγονότα προκειμένου να προστατεύσει την εικόνα που ο καθένας δομεί για την ύπαρξή του, κάτι που αποτελεί παράγοντα σταθερότητας και ταυτόχρονα διάκρισης από τους υπόλοιπους.
Η αποτυχία της συμπόνιας
Γιατί αποτυγχάνει παταγωδώς η συμπόνια και οι ανθρώπινοι μεσολαβητές της στα διηγήματα της Φλάνερι; Κατά βάση γιατί οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνεται είτε την περιφρονούν μαζί με εκείνον που την εκπέμπει είτε είναι ανέτοιμοι ή ανάξιοι για αυτήν. Η συμπόνια, αν και έχει εξ ορισμού προσημανθεί θετικά από την κοινωνία, αποτελεί για τη συγγραφέα πηγή δυστυχίας, καθώς ταυτίζεται με την ανάγκη προσφοράς του δότη και λιγότερο ή καθόλου με εκείνη του «ευεργετούμενου», καθιστώντας το δώρο άδωρο. Πρόκειται επομένως περί εγωιστικής πράξης, η οποία δεσμεύει και τα δύο μέρη σε μια σχέση ισχύος και υποτέλειας. Στον παράδοξο, αν και με τη δική του λογική, κόσμο της Φλάνερι, το κακό υπερισχύει του καλού, ενώ αυτός που κάνει το καλό, δεν θα λάβει καλό (ούτε βέβαια και εκείνος που κάνει κακό). Το πιθανότερο που μπορεί να συμβεί όμως είναι η παράφραση του γνωστού κινέζικου ρητού: «Όταν ξεκινάς να κάνεις το καλό, σκάψε δύο τάφους», υπό την έννοια ότι όπως ακριβώς συμβαίνει με την εκδίκηση, η ανάγκη επιβεβαίωσης της ενδόμυχης καλοσύνης, θα επιστρέψει στον κάτοχό της ως αποτυχία αλλά κι ως προσβολή, ενώ εκείνος που θα την υποστεί θα αντισταθεί στην επιβολή της με δραματικά συνήθως αποτελέσματα, δυσανάλογα της αρχικής «θετικής» πράξης.

Η αρετή στα διηγήματα στο Η ημέρα της κρίσεως είναι μια παρωδία, μια έκπτωση (και πτώση) από την αρχική κατάσταση αδράνειας ή ομοιόστασης, η οποία αρετή αρκείται σε αυτό που είναι, δίχως τον ψυχαναγκασμό εκείνων που επιζητούν την αλλαγή πορείας προς αυτό που θεωρούν θετικό. Ο ενάρετος όχι μόνο αποτυγχάνει, αλλά γελοιοποιείται στα μάτια των τρίτων και τα δικά του. Η συγγραφέας παρωδεί τον άνθρωπο που φέρεται ως ο εκλεκτός αμνός, ο οποίος παραχωρεί την ευλογία της ενασχόλησης με τους υποδεέστερους κοινωνικά και σωματικά-πνευματικά. Ουσιαστικά, η αρετή που διακωμωδείται είναι μία ακόμα μορφή τύφλωσης, μια παραπλανητική σχέση με τον εαυτό του δήθεν ενάρετου, ο οποίος νομίζοντας ότι την έχει κατακτήσει, γίνεται εξωστρεφής και επιχειρεί να εισβάλει στον ζωτικό χώρο όσων κατά την άποψη του υπολείπονται, υποκύπτοντας στο θανάσιμο αμάρτημα της υπεροψίας που προφανώς τιμωρείται με πτώση.
Ακούγεται ίσως παράδοξο, και είναι από μία πλευρά, αλλά η συγγραφέας δεν δείχνει να τρέφει εκτίμηση στους χαρακτήρες των ιστοριών της, τους κρίνει ανάξιους, τους περιγελά (εκείνους και τις θλιβερές τους ψευδαισθήσεις), οδηγώντας τους με ευφυέστατο τρόπο ως πρόβατα στη σφαγή.
Ένα άλλο βασικό θεματικό μοτίβο είναι η έννοια της αποκάλυψης. Η αποκάλυψη εμφανίζεται ως βίαιη πρόσκρουση, ως εγερτήριο, ένα γερό λάκτισμα που προξενεί αφύπνιση στον ενάρετο και αυτάρεσκο χαρακτήρα, ο οποίος τη βιώνει τραυματικά, τόσο σε ψυχικό επίπεδο όσο και σε σωματικό. Εμπεριέχει όλα τα θρησκευτικού τύπου χαρακτηριστικά, αν και δεν προκύπτει ποτέ και πουθενά στο βιβλίο μεταφυσικού τύπου θεϊκή παρέμβαση. Όλα λαμβάνουν χώρα στο κοσμικό επίπεδο, κι ας μοιάζουν οι μετέχοντες με θεϊκά ενεργούμενα, με το αόρατο χέρι να τους κινεί στη σκακιέρα, οπότε καταλαμβάνονται εξαπίνης, ομού με τον αναγνώστη, ευρισκόμενοι έξαφνα στη θέση του κατηγορούμενου από εκείνη του δικαστή ή έστω του συνηγόρου. Το ξεγύμνωμα που προκαλεί η αποκάλυψη είναι σπαρακτικό, συντριπτικό για τον πρωταγωνιστή, καθώς δεν κατεδαφίζονται μόνο οι υπάρχουσες βεβαιότητες και οι σταθερές της ύπαρξης, αλλά απειλείται και η σωματική του ακεραιότητα.
Ο μισανθρωπισμός, ο κυνισμός κι ο ανυποχώρητος σαρκασμός της Φλάνερι είναι πανταχού παρόντες: το χτύπημα στο τέλος κάθε διηγήματος δεν αφήνει περιθώρια επιστροφής, δεν επιτρέπει να εισχωρήσει η ελπίδα, καθώς απουσιάζει ολοκληρωτικά η συμπόνια για τους ήρωές της που αφήνονται κυριολεκτικά στη μοίρα τους. Ακούγεται ίσως παράδοξο, και είναι από μία πλευρά, αλλά η συγγραφέας δεν δείχνει να τρέφει εκτίμηση στους χαρακτήρες των ιστοριών της, τους κρίνει ανάξιους, τους περιγελά (εκείνους και τις θλιβερές τους ψευδαισθήσεις), οδηγώντας τους με ευφυέστατο τρόπο ως πρόβατα στη σφαγή. Δεν διακρίνεται χαιρεκακία, όμως, παρά επιμελημένα ψυχρή καταδίκη, καθοδική πορεία προς το μοιραίο. Ο βαθιά θρησκευτικός χαρακτήρας, με τις συνεχείς βιβλικές αναφορές, συνάδει με τον αποκαλυπτικό. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το υπέροχο «Πρώτοι εισελεύσονται οι χωλοί», ιστορία την οποία θεωρώ την κορυφαία επάνω στο θέμα του Αντίχριστου. Ο αφελής και αυτάρεσκος πρωταγωνιστής φέρνει στο σπίτι του ένα χωλό και ευφυές παιδί, καθώς ο γιος του τον απογοητεύει με την εγωιστική συμπεριφορά του και τη μέτρια νοημοσύνη του. Ο Σατανάς φυσικά τον ξεγελά, οδηγώντας τον σταδιακά στην καταστροφή τόσο του ιδίου όσο και του τέκνου του.
Το βίαιο κλείσιμο της ιστορίας οδηγεί αναπόδραστα στη μέγιστη απόλαυση του αναστοχασμού – οι βεβαιότητες με τις οποίες ξεκίνησε η ανάγνωση έχουν αλωθεί και στη θέση τους απομένει όχι απλά η έντονη πλην επιφανειακή συναισθηματική αντίδραση που σχετίζεται με τη μοίρα των ηρώων, αλλά η σκέψη, η βαθιά στοχαστική επερώτηση του «γιατί» και του «πώς»
Μία ακόμα εκδοχή του πώς το πέπλο σκίζεται βίαια από την αποκάλυψη είναι το αριστουργηματικό εισαγωγικό διήγημα με τίτλο «Όλα όσα υψώνονται συγκλίνουν». Το κοινό μοτίβο κι εδώ παρόν, με τον νέο μορφωμένο άντρα πρωταγωνιστή να συγκρούεται με την επαρχιώτισσα μητέρα (ρατσίστρια, μικρόνους). Ο αναγνώστης τοποθετείται σταθερά στο πλευρό του καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, καθώς η συγγραφέας με επιδέξιο τρόπο φαίνεται να προκρίνει το συναινετικό και ανθρωπιστικό πνεύμα του γιου σε αντίθεση με τον οπισθοδρομικό της μητέρας. Μέχρι που στο τέλος του διηγήματος η ανατροπή διαλύει βίαια την ψευδαίσθηση της απόστασης μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων μερών – αυτό που απομένει είναι ένα αδύναμο πλάσμα που έχει πλέον απονεκρωθεί πνευματικά και ένας γιος που θρηνεί, παρατηρώντας άφωνος ότι η ευχή του έγινε πραγματικότητα, αλλά όχι φυσικά με τον τρόπο που θα το επιθυμούσε, καθώς η βία είναι ένα ανεξέλεγκτο όπλο που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Κι αν ο αναγνώστης πίστεψε ότι η αποκάλυψη προοριζόταν για τη ρατσίστρια μητέρα, θα ανακαλύψει έκθαμβος ότι δεν αφορούσε ποτέ εκείνην, αλλά τον γιο που θα αναγκαστεί πλέον να ζήσει σε έναν κόσμο τύψεων.
Το ύφος
Οι σύνθετες σκέψεις απαιτούν συνήθως σύνθετο τρόπο έκφρασης, καθώς ο βηματισμός προς το κέντρο από την περιφέρεια και ξανά πίσω, προϋποθέτει εναλλακτικές διαδρομές, επαναπροσδιορισμό κατεύθυνσης και συνεχείς εναλλαγές ύφους. Αυτός όμως δεν είναι ο τρόπος της Φλάνερι, χωρίς βέβαια να υπολείπεται ως προς το αποτέλεσμα που επιθυμεί να επιτύχει. Ακρίβεια, πυκνότητα, αίσθηση μέτρου, εντυπωσιακή ισορροπία, είναι οι πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό έχοντας ολοκληρώσει τις ιστορίες της. Εκ πρώτης, όσα αφηγείται ορίζονται από ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, οπότε και το ύφος της παραμένει ρεαλιστικό, δίχως χρήση μοντερνιστικών τεχνικών που διασπούν τη συνέχεια της αφήγησης μεταθέτοντας το κέντρο της δράσης ή με χρονικούς πειραματισμούς. Η γραμμικότητα είναι το κυρίαρχο στοιχείο, οπότε ο αναγνώστης παρακολουθεί την ιστορία στην εξέλιξή της. Στη λογική αυτή η αφήγηση θα μπορούσε να περιοριστεί στην απλή παράθεση των γεγονότων, η οποία διακόπτεται από κάποια ανατροπή προς το τέλος, προκειμένου να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Οι ιστορίες της συγγραφέως οδηγούνται όντως σε κλιμάκωση, ενίοτε και κάποια ανατροπή, ακολουθώντας ένα τυπικό μοτίβο αφηγηματικής δομής. Πού βρίσκεται επομένως η ιδιαιτερότητα και γιατί αυτές οι εκπληκτικής δύναμης ιστορίες έχουν έντονο νοητικό και συναισθηματικό αντίκτυπο στον αναγνώστη;
Για αρχή, το ενδιαφέρον της καθεμιάς ιστορίας δεν περιορίζεται στην εξέλιξή της, αλλά στα εμβόλιμα στοιχεία που τη δομούν: η φυσικότητα του κοινωνικού πλαισίου, οι χαρακτήρες που παραπέμπουν σε ήδη γνωστά -έστω κι από άλλες αναγνώσεις- στερεότυπα περί Νότου, δημιουργούν άμεση αίσθηση οικειότητας στον αναγνώστη. Το στερεότυπο του ρατσιστή γονιού, για παράδειγμα, ή του επαναστάτη απογόνου που επιχειρεί να αποκοπεί συχνά βίαια, προσφέρουν τις προϋποθέσεις ταύτισης. Ταυτόχρονα όμως, η συγγραφέας υποσκάπτει με τις οξυδερκείς εμβόλιμες παρατηρήσεις της την υπάρχουσα ταύτιση. Η ατμόσφαιρα μέσα σε λίγες παραγράφους γίνεται ανησυχητική, ο λόγος παρωδεί και δυναμιτίζει την ασφάλεια που έχει δημιουργήσει το στερεότυπο, οπότε με διαλεκτικό τρόπο οδηγούμαστε σε μια άρνηση της άρνησης. Ο αναγνώστης βρίσκεται αίφνης βίαια -όπως και η ιστορία- στριμωγμένος σε άβολη θέση, όπου πρέπει να αναδιαπραγματευτεί όσα θεωρούσε έως εκείνη τη στιγμή δεδομένα (Αρνητικό: ρατσισμός. Αρνητικό: αυταρέσκεια του σωτήρα. Θετικό;). Το βίαιο κλείσιμο της ιστορίας οδηγεί αναπόδραστα στη μέγιστη απόλαυση του αναστοχασμού – οι βεβαιότητες με τις οποίες ξεκίνησε η ανάγνωση έχουν αλωθεί και στη θέση τους απομένει όχι απλά η έντονη πλην επιφανειακή συναισθηματική αντίδραση που σχετίζεται με τη μοίρα των ηρώων, αλλά η σκέψη, η βαθιά στοχαστική επερώτηση του «γιατί» και του «πώς», η οποία ταλαντώνει το εσωτερικό μας εκκρεμές στο μέγιστο όριό του. Αυτή είναι η ουσιαστική απόλαυση της τέχνης.
Είναι εντυπωσιακό, επιπλέον, ότι όταν η Αποκάλυψη, για την οποία μίλησα πιο πάνω, λαμβάνει χώρα για τον πρωταγωνιστή, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον αναγνώστη.
Το θαυμαστό είναι ότι την επερώτηση η σπουδαία συγγραφέας την επιτυγχάνει με περισσή άνεση στη συλλογή Η ημέρα της κρίσεως. Η σοφία και η καλλιτεχνική ωριμότητα προϋποθέτουν ότι η δημιουργός έχει εξαρχής ξεκαθαρίσει εντός της το τοπίο, αφαιρώντας οτιδήποτε περιττό και συγκρατώντας αποκλειστικά την ουσία που αποτελεί το επιστέγασμα της φιλοσοφίας της. Η πυκνότητα του λόγου της δεν είναι εκείνη του κλασικού ευρωπαϊκού ύφους, όπου οι φιλοσοφικές παρατηρήσεις διαχέονται σε αφαιρέσεις και λεπτεπίλεπτες θεωρητικές ακροβασίες. Αντιθέτως, πατάει γερά στον καθημερινό λόγο, χωρίς να πνίγει τον αναγνώστη με συνεχείς επεξηγήσεις που αποκαλύπτουν τις εσωτερικές αντινομίες, αντιφάσεις και ταλαντεύσεις των χαρακτήρων της. Οι σκέψεις γεννιόνται από τη δράση και την αντίδραση, χωρίς όμως να κατέρχονται εκβιαστικά στον αναγνώστη – όλα όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την κατανόηση βρίσκονται μπροστά του, αλλά, το σημαντικότερο, όσα δεν έχουν ειπωθεί ανασύρονται εκ των υστέρων ως αναστοχασμός.
- Διαβάστε επίσης: Πόσο ρατσίστρια ήταν η Φλάννερυ Ο’ Κόννορ;
Είναι εντυπωσιακό, επιπλέον, ότι όταν η Αποκάλυψη, για την οποία μίλησα πιο πάνω, λαμβάνει χώρα για τον πρωταγωνιστή, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον αναγνώστη. Εκείνη την ώρα νιώθει και κατανοεί ότι όλο αυτό το διάστημα ήταν έρμαιο της επιτήδειας δημιουργού, παραπατώντας συνεχώς μεταξύ επισφαλών βεβαιοτήτων – μέχρις ότου το τελικό χτύπημα να τον γκρεμίσει από το άρμα της αρχικής του κρίσης, που διευρύνεται για να συμπεριλάβει κάτι που ως τότε είχε ηθελημένα αγνοήσει. Η αφύπνιση, πάντα μα πάντα, προκύπτει σε εκείνους που είναι έτοιμοι να αρνηθούν όσα θεωρούσαν ορθά κι αναπόφευκτα ή, εφόσον δεν είναι έτοιμοι, να βρεθούν για όσο χρειαστεί εγκλωβισμένοι στις σελίδες μιας ιστορίας της Φλάνερι Ο’ Κόνορ.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το έργο
Ο Τζόνσον όρμησε μπροστά. «Ακούστε τον!» ούρλιαξε. «Λέω ψέματα και κλέβω επειδή είμαι καλός σ' αυτό! Το πόδι μου δεν έχει καμιά σχέση! Πρώτοι εισελεύσονται οι χωλοί! Θα συναθροιστούν οι ανάπηροι. Όταν θα είμαι έτοιμος να σωθώ, θα με σώσει ο Χριστός, όχι αυτός ο ψεύτης βρωμοάθεος, όχι αυτός ο...»
«Αρκετά είπες», είπε ο αστυνομικός και τον τράβηξε απότομα πίσω. «Θέλαμε απλώς να δεις ότι τον πιάσαμε», είπε στον Σέπαρντ, και οι δυο τους έκαναν μεταβολή και πήραν σέρνοντας τον Τζόνσον, που μισογυρισμένος ούρλιαζε στον Σέπαρντ.
«Οι χωλοί θα αρπάξουν τη λεία!» τσίριξε, αλλά η φωνή του πνίγηκε μέσα στο αυτοκίνητο. Ο δημοσιογράφος χώθηκε στο μπροστινό κάθισμα με τον οδηγό και βρόντηξε την πόρτα και ο θρήνος της σειρήνας αντήχησε στο σκοτάδι.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Φλάνερι Ο’ Κόνορ (1925-1964) είναι μία από τις σημαντικότερες Αμερικανίδες συγγραφείς. Τα θέματά της περιστρέφονται γύρω από τη ζωή στον αμερικανικό Νότο και είναι διαποτισμένα από τη βαθιά καθολική της πίστη. Έγραψε δύο μυθιστορήματα, τριάντα δύο διηγήματα, δοκίμια και κριτικές.
![]() |
|
© Britannica |
Από τις εκδόσεις Αντίποδες κυκλοφορεί επίσης το Ημερολόγιο προσευχής (μτφρ. Γιάννης Παλαβός) και το μυθιστόρημα Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν (μτφρ. Αλέξανδρος Κοτζιάς) και η συλλογή διηγημάτων Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος (μτφρ. Ρένα Χατχούτ).
























