Σκέψεις για το δεύτερο μυθιστόρημα του Τζακ Κέρουακ (Jack Kerouac, 12 Μαρτίου 1922 - 21 Οκτωβρίου 1969) «Στο δρόμο» (μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης, εκδ. Πλέθρον, 2015) που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1957. 

Γράφει ο Ανδρέας Κωσταγεώργος

Η περίπτωση Τζακ Κέρουακ κατέχει μια ιδιάζουσα θέση στο λογοτεχνικό συγκρότημα της Αμερικάνικης πεζογραφίας, πρώτα, και ποίησης, ύστερα, του 20ού αιώνα. Είναι γνωστότατος ως ο επίσημος (και επίτιμος) γενάρχης της Beanik γενιάς, εκείνος που καθιέρωσε τον όρο beat, όπως ο ίδιος τον ανέγνωσε, μέσω του καθολικού του πρίσματος, ως προσδιοριστική λυδία λίθο της καλλιτεχνικής (και μη) συγκαιρινής του γενιάς ανδρών και γυναικών. Είναι, όμως, ασφαλές να πούμε ότι ο μέσος αναγνώστης του σήμερα τον εκτιμά ως ένα μουσειακό έκθεμα, που κοιτάμε όλοι μας με σέβας, αλλά η μέθεξη μαζί του μας είναι αδιάφορη, δοκώντας ότι το έργο του είναι παρωχημένο ή αποτυχημένο.

Άνθρωπος αντιφατικός ο ίδιος, που συμφιλίωνε (αδέξια αλλά πεισματικά) τις πιο αταίριαστες ποιότητες: φανατικός καθολικισμός και σεξουαλική ελευθεριότητα, ασκητισμός και ασυδοσία μέσα απ’ το αλκοόλ (που οδήγησε και στο θάνατο του, πρόωρα) ή τα ναρκωτικά, εργατικότητα και απόλυτη παραίτηση απ’ τα εγκόσμια.

Απ’ την άλλη, στο βιβλιογραφικό άξονα, ό,τι και αν δεικνύει αυτός, μάλλον σήμερα θα λέγαμε με σχετική αυτοπεποίθηση ότι η κριτική έχει μετατοπιστεί ελαφρά από μιαν αναγνώριση μεν της πρωτοφανούς επίδρασής του, κοινωνιολογικά αλλά και ψυχογεωγραφικά, στο πολιτισμικό στερέωμα των Αμερικάνων καλλιτεχνών (και εν γένει εξεγερμένων νεαρών) του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα, αλλά και από μία επίμονη φιλυποψία δε, απέναντι στα εν τη γραφή ταλέντα του, προς κάποια όψιμη αναγνώριση της λογοτεχνικής ιδιοσυγκρασίας του∙ όπου οι περιστασιακές ανισότητες των γραφτών του δεν αντανακλούν μια πυρηνική ανικανότητα, ή μια εκφραστική σύγχυση, όπως του έχει ανά καιρούς καταλογιστεί, αλλά πολύ παραπάνω συνιστούν λογικά επόμενα του έντονα πειραματικού στυλ του – πειραματικού όχι επιδεικτικά, αλλά νομοτελειακά: επειδή δεν θα γινόταν αλλιώς. 

Στο δρόμο

Είναι γνωστό τοις πάσι θαρρώ ότι το βιβλίο που τον εμβόλισε απαρέγκλιτα (και ίσως περισσότερο βάναυσα και ανεπίστρεπτα απ’ όσο ο ίδιος δυνόταν να αντέξει) στο λογοτεχνικό πάνθεον ήταν το Στο δρόμο, όπου η πρωτότυπη τιτλοδοσία του, On the road, ακόμα απηχεί στα αυτιά του συλλογικού ασυνείδητου ως μανιώδης έκκληση για ελευθερία και ριζοσπαστική περιπλάνηση. H σύνθεση του εκτενέστατου αρχικού χειρογράφου, για το οποίο και θα μιλήσουμε, γεγραμμένου απνευστί (υπό την επίδραση δυνατών αμφεταμινών και ατέλειωτης καφεΐνης, απλωμένη σε τρεις εβδομάδες αδιάκοπης εργασίας) και χωρίς κεφαλαιοποίηση, με μοναχά στοιχειώδη στίξη, σε ένα ρολό χαρτί που, στο σύνολο του, ξεπερνούσε τα 37 μέτρα, ώστε να μην χρειαζόταν ο ίδιος ο συγγραφέας να σπαταλάει χρόνο στην δαχτυλογράφηση με γραφομηχανή αλλάζοντας συνεχώς σελίδες, εκτροχιάζοντας το αβίαστο και συνεχές της έμπνευσης του, αποτελεί πολυθρύλητη λογοτεχνική ιστορία, στα όρια του ανεκδοτολογικού, όμως ιστορία ενδεικτικότατη της βαθύρριζης ποιητικής σπίθας αυτουνού του μοναχικού ανθρώπου.

Το Στο δρόμο είναι η οργασμικά ταχυκίνητη συμπύκνωση των ακραιφνώς αυτοβιογραφικών βιωμάτων του Τζακ Κέρουακ, όσο περιδιάβαζε, με όλη την αλήτικη παρέα του, την τότε πουριτανική Αμερική, παρέα που απαρτίζεται από πολλαπλές υπαρκτές προσωπικότητες της Beat Generation, απ’ τον γνωστότατο Γκίνσμπεργκ και Κόρσο, μέχρι αφανείς αλήτες, του δρόμου και της ατέλειωτης νύκτας, σε μια αναζήτηση του θείου στοιχείου, δηλαδή του αιωνίου, μέσα στην πιο ανατριχιαστικά εφήμερη ματαιότητα: αυτήν της ζωής που τελεσίδικα, αν και αργά, στερεύει, και εξατμίζεται στο τίποτα. Αποτυπώνεται απ’ τον νεαρό συγγραφέα, που χρόνια προσχεδίαζε εσωτερικά το μυθιστόρημα, με εκούσια ζωτικότητα και φρενήρη αυθορμητισμό, στα όρια της κλινικής μανίας, όλη η τριετία των περιπετειών του όσο ταξίδευε στην αχανή Αμερικάνα, λίγο πριν την έκδοση του ντεμπούτου του The town & the city, μέχρι το πενήντα – όπου κυριολεκτικά ανέστιος, και χωρίς καν δίπλωμα οδήγησης, τριγυρνούσε ερεθισμένα: πίνοντας, ερωτοτροπώντας, καπνίζοντας χασίς και ζώντας σαν πρωτόπλαστος διαβολάκος – ο τρόπος του, πένθιμος (ο θάνατος του αδερφού του Τζέραρντ σε νηπιακή ηλικία διαθέει σαν δαμόκλειος σπάθη ανίκητου πένθους όλο το έργο του Κέρουακ) αλλά και μεταρσιωτικός, μια συγκοινωνία που η τοτινή Αμερική του τότε δεν ήτανε έτοιμη να δεχτεί.

Η πλοκή είναι προσχηματική (απλώς αραδιάζονται επεισοδιακές συγκυρίες, σε πρωτοπρόσωπο διηγηματικό χαρακτήρα, οι οποίες συχνά συνδέονται αναμεταξύ τους ψυχολογικά και όχι λογικά – άρα, γραμμικά) και τα αφηγηματικά μπρος πίσω ανταποκρίνονται στη φαινομενολογική αντίληψη του ίδιου του συγγραφέα σε όσα μετείχε – η πραγματικότητα που αναδύεται μέσα απ’ την παροξυσμική και ασφυκτικά οργιώδη πρόζα δεν είναι ωραιοποιημένη, και η προλεταριακή καταβολή του Κέρουακ (γόνος φτωχής οικογένειας) είναι εμφανής σε κάθε σελίδα, δοσμένη όμως μέσα από μια βαθιάς αισθητικής πνευματική ανησυχία, με εντονότατες θεολογικές πτυχές∙ θα επανέλθουμε συντόμως σ’ αυτό.

Από την κινηματογραφική διασκευή του Βάλτερ Σάλες (2012). 

Συνδετικός κρίκος όλων των επιμέρους παραληρηματικών διηγήσεων που όμως συρράπτονται τεχνηέντως σε έναν κεντρικό μυθιστορηματικό κορμό, είναι ο πάλαι ποτέ κολλητός φιλαράκος του Κέρουακ, Νιλ Κάσαντι (ως «Dean Moriarty» βρίσκεται μεταμφιεσμένος στην κλασική, εμπορική εκδοχή του έργου, με τον ίδιον τον Κέρουακ να απολαμβάνει του ονόματος, Sal Paradise): βαθύτατος αντιρρησίας, φαινομενικά άνευ λόγου και αιτίας, ναρκέμπορος και ιππότης του παρόντος, θεμελιακή φιγούρα του Beat κινήματος που, αν και δεν έγραψε επαξίως των άλλων ή έστω εξέφρασε επαρκώς την κοσμοθεωρία του στα (λιγοστά) κείμενα του, στάθηκε, με τον τρόπο ζωής του, καταλύτης αυτής της οντολογικής αφύπνισης μιας ολάκερης μερίδας ανθρώπων που ο μικροαστισμός και η συντηρητική μονομανία των «Γιάνκηδων» του 1950 δεν χωρούσε – μια στροφή στο θεϊκό μέσα απ’ το επώδυνα γήινο, κατανίκηση του στασίμου, μέσα από την αδιαφιλονίκητη παράδοση στο ρευστό.

Οι δύο εκδοχές

Το προκείμενο έργο που αναλύουμε έχει κυκλοφορήσει σε διττή μορφή: σε μιαν εμπορική, η οποία και του χάρισε την εθνική διασημότητα που τόσο τον στοίχειωσε, -θρυαλλίδα για μια αργή αυτοκτονία με το ποτό2- , και έγινε τόσο ευπώλητη, με κεφαλαιοποίηση, περικομμένες τις μακρόπνοες περιόδους και δομική «τακτοποίηση», με παραλλαγμένα όλα τα ονόματα (για νομικούς λόγους…), που, όμως, στην απείραχτη εκδοχή εμμένουν ανάλλαχτα∙ και στην αρχική παρθενική της μορφολογία, που δεν υπακούει σε κανόνες δομικής λογικής, κεφαλαιοποίησης και «αφηγηματικής ανάσας», μέσω εμβόλιμων κεφαλαίων και λογοκριτικών πετσοκομμάτων του περιεχομένου (τότε, η απροκάλυπτη ανάδειξη ομοφυλοφιλικού σεξ και χρήσης σκληρών -και μη- ναρκωτικών, υπήρξε άκρως σκανδαλώδης).

Το αρχικό χειρόγραφο (the «scroll», ως έχει μείνει), για το οποίο και κάνουμε λόγο, που εξεδόθη το 2007, δηλαδή το μεταγραμμένο απ’ το σχοινοτενές ρολό χαρτί του μακρινού 1951 σε δαχτυλογραφημένη και καθαρογραμμένη πρόζα, το οποίο έχουμε τη τύχη να απολαμβάνουμε στην έντιμη και μετρημένη αλλά αποδοτική μετάφραση του Μιχάλη Λαλιώτη, απ’ τις εκδόσεις Πλέθρον, αναμφιβόλως συνιστά την ιδεατή πύλη στον κόσμο του Κέρουακ για τον υποψιασμένο αναγνώστη. «Αμοντάριστη» εκδοχή της εμπορικής εκδόσεως του 1957, αποτυπώνει στην πιο ακριβή εντελέχεια το πρωτογενές όραμα του Κέρουακ αναφορικά με αυτό το μυθιστόρημα (που στο μυαλό του ήτανε κάτι ανάμεσα στο Χακλμπέρι Φιν και τον Οδυσσέα του Τζόις) και αποτελεί ίσως το αναμφίβολο αριστούργημα του, ανώτερο απ’ όλα τα άλλα βιβλία του, που επ’ ουδενί είναι αμελητέα (ακόμα και στις πιο «πρόχειρες» στιγμές του τεχνικά, φερ’ ειπείν, στο Big Sur, συναντά κανείς σκηνές που συνταράσσουν τη ψυχή συθέμελα).

Ο (γνωστός) συντηρητισμός στο πολιτικό επίπεδο του Κέρουακ διόλου δεν στέκεται εμπόδιο στην όσο το δυνατόν πιο αναρχίζουσα αποτύπωση της Αμερικανικής Οδύσσειας της εποχής του

Ένα έργο που ο μόνος τρόπος να περιγραφεί, θα ήτανε με τη λέξη «παλμώδες», σφύζοντας αυταπαρνητικά και με ατελεύτητη μάνητα στην κάθε μια απ’ τις 400 και κάτι του σελίδες, απογυμνωμένο απ’ την κάθε εκζήτηση και λυρική προσχηματικότητα, ο Δρόμος του Κέρουακ εκθέτει, σε μια γλώσσα που ταυτοχρόνως αντλεί απ’ την αργκό της εργατιάς και του υποχθόνιου κόσμου του Σαν Φρανσίσκο, όσο και απ’ την θεόπνευστη αγγλόφωνη μαγεία του Ουίτμαν, του Έμερσον και του Μέλβιλ (αγαπημένοι συγγραφείς του Κέρουακ, απ’ τη νιότη του), τα πάθη μιας Αμερικανικής ελαύνουσας προς την καπιταλιστική της αποκτήνωση, και την θεοκρατική της κορύφωση, στην εποχή του Μακάρθι και του ύστερου Νίξον∙ ο (γνωστός) συντηρητισμός στο πολιτικό επίπεδο του Κέρουακ διόλου δεν στέκεται εμπόδιο στην όσο το δυνατόν πιο αναρχίζουσα αποτύπωση της Αμερικανικής Οδύσσειας της εποχής του, όπως μεταγγίστηκε μέσα στον ίδιον και μετά, με την εξομολογητική, «αφιλτράριστη» απογραφή της στο χαρτί, επηρέασε όλη την νεολαία του τότε, με τους πλέον απομυθοποιητικούς όρους, στην οντολογική λύσσα μιας ακραίας ελευθεριακότητας, ξέφρενου όσο και αέναου έρωτα και απόλυτης αποποίησης της ύλης – που συναντάμε παραδοσιακά στην αναρχική συχνά λογοτεχνία της Ευρώπης (με την φαεινή εξαίρεση του Αμερικάνου αλλά ζώντος τότε εν τη Ευρώπη Χένρι Μίλερ), και όχι στην πρόζα ενός ανθρώπου που εκθείαζε στα μετέπειτα χρόνια του τον αντι-κομμουνισμό και εξέφραζε τόσο αντιδραστικές δοξασίες∙ με είδωλο ένα φεγγάρι τον σταυροφόρο Μακάρθι…

Αυτή η sui generis ψυχολογία του Κέρουακ είναι πρόδηλη σε όλες τις δαιδαλώδεις περιόδους του μυθιστορήματος: ο Κέρουακ, μέσα απ’ τον ήρωα του, που’ ναι αδιαχώριστος απ’ τον ίδιον, είναι βαθιά μειλίχιος, ιδεαλιστής, αλλά και απερίγραπτα κυνικός και νικημένος. Ταυτοχρόνως αγαπάει σαν Αδάμ υψιπετής και παιδιώδης την ανθρωπότητα, αλλά όσο πιο κοντά σιμώνει στον ίδιον τον άνθρωπο, τόσο απομακρύνεται απ’ αυτήν ηθικά: παρά την πεμπτουσία του βιβλίου, «η ελευθερία η απόλυτη με κάθε τίμημα!», δεν συνυπάρχει κατ’ ουσίαν με τους αλητήριους του κύκλου του, απλώς… συναγελάζεται μαζί τους – αυτή ήτανε και η μεγάλη του τραγικότητα∙ ουδέποτε άφησε στον εαυτό του να ανήκει πουθενά, βρίσκοντας, με τα χρόνια, καταφύγιο ουσιαστικό στην πιο κραυγαλέα απελπισία: στις ατέλειωτες προτάσεις του μυθιστορήματος, απ’ τη γυναίκα του Κάσαντι, που τόσο αγαπούσε, μέχρι τον Γκίνσμπεργκ, τη μητέρα του, τον Μπάροουζ, τον Καρ, τον Κόρσο, τις πόρνες ή τους εργάτες, είναι απ’ τη μία συγκλονιστικά ανθρώπινος και συμπονετικός (σε αλύπητο βάθος), απ’ την άλλη παρανοειδής και μάλλον απογοητευμένος – γιατί όλοι είναι για εκείνον «εκπεσόντες άγγελοι», άνθρωποι που έπεσαν απ’ την εδεμική μακαριότητα, και επιμόλυναν τον επίγειο κόσμο με την ασυνάρτητη ματαιοδοξία τους∙ το θέμα για τον ίδιον, είναι πόσο εμπιστεύεσαι στον εαυτό σου να αντέξει αυτήν την δισυποσατασία – όπου άθλιο και όσιο είναι το ένα και το αυτό.

Επιπλέον, οι λογοτεχνικές του επιρροές οι ίδιες, φιλοσοφικά, αντιμάχονται η μια την άλλη: απ’ τον μαξιμαλιστικό Τζόις μορφολογικά στην ελλειπτική βαθυστόχαστη ψυχραιμία του Μέλβιλ, απ’ τη μηδενιστική λυρική έξαρση, με όλες τις εξπρεσιονιστικές υπεκφυγές, του Σελίν, στις πασιφιστικές αγνότητες του Θορώ

Τελικά, με την κυκλική, ας την πούμε, δόμηση του μυθιστορήματος, όπου το τέλος συμπίπτει με την αφετηρία (όπως σε κάθε ταξίδι), περισσότερο από την κοινότοπη ερμήνευση του (η ασύστολη κινητικότητα της απελευθέρωσης), το ταξίδι της ζωής του νεαρού Κέρουακ εξυμνεί τη λυσιτελή ενάργεια της μελαγχολίας∙ δεν είναι τυχαίο που ουδέποτε επανέλαβε αυτά τα μανιώδη ταξίδια, ή για όσα επανέλαβε, μετά μετάνιωσε βαθιά. 

Επιπλέον, οι λογοτεχνικές του επιρροές οι ίδιες, φιλοσοφικά, αντιμάχονται η μια την άλλη: απ’ τον μαξιμαλιστικό Τζόις μορφολογικά στην ελλειπτική βαθυστόχαστη ψυχραιμία του Μέλβιλ, απ’ τη μηδενιστική λυρική έξαρση, με όλες τις εξπρεσιονιστικές υπεκφυγές, του Σελίν, στις πασιφιστικές αγνότητες του Θορώ, απ’ την φυσιολατρία στον φουτουρισμό… – κάπου στη μέση είναι ο δρόμος του Κέρουακ, αμφίσημος απ’ τη φύση του, και, παρά που όπως γράφει χαρακτηριστικά, «όλα είναι μπροστά, όπως στον δρόμο», κάτι, όπως και στο βιβλίο, φιλοσοφικά τον εξαναγκάζει, τελικά, να αποτάξει από πάνω του το δώρο της περιπέτειας, και να γυρίσει… σπίτι του – στην απόλυτη παγιότητα, στην αδράνεια, την αβουλία, τη μελαγχολία του αιώνιου φθινοπώρου («I was going home in October. Everybody goes home in October», όπως γράφεται μέσα στο κείμενο, κάτι που εννοιολογικά κρύβει μέσα ολάκερη τη χάικου παράδοση, και βέβαια φέρει πυκνή φιλοσοφία – παράδοση δη, που την οποίαν είχε «αμερικανοποιήσει» ο Τζακ, στα δικά του «American Haiku»).

Η στάση της κριτικής

Η δριμεία κριτική που ακόμα (αν και λιγότερο) δέχεται ο συγγραφέας απ’ την «ακαδημαϊκή αμερικανική κοινότητα», είναι αναμφίβολη∙ ανεκδοτολογική έχει γίνει και η -τότε- επίθεση που εδέχθη σε ολκής εφημερίδα ο Κέρουακ απ’ τον κυνικό Καπότε («That’s not writing∙ that’s typing). Ο ίδιος ο Πίντσον, που λάτρευε το μυθιστόρημα του αυτό, τον αναγράφει κάπου σαν «ημιμαθή, παρορμητικό» – εννοώντας: ανερμάτιστο τόσο στη γραφή όσο και στη προσωπική ζωή του. Μα με αυτό διαφωνούμε βαθιά…

Πραγματικά, το βιβλίο ετούτο, που χάρισε στον τριαντάρη συγγραφέα του την πλέον απαράμιλλη, από άποψη επιρροής τόσο στη ροκ εν ρολ όσο και την περιθωριακή λογοτεχνία, αθανασία, δεν ήτανε το πρώτο του που έγραψε – είχανε προηγηθεί πλειάδα ημιτελειωμένων χειρογράφων, καθώς και το προαναφερθέν The town & the city, που εξεδόθη από σεβαστό εκδοτικό οίκο το 19501, στα υφολογικά χνάρια που διέγραψε στην αισθητική αμμουδιά της αμερικάνικης πρόζας ο (επίσης αδικημένος) νότιος Τόμας Γουλφ.

Με αυτό, θέλουμε να πούμε το εξής σημαντικότατο: συχνά καταλογίζεται στον Κέρουακ ότι είναι ένας ουσιαστικός, ανά στιγμές φωτεινές, αλλά άτεχνος εν γένει λογοτέχνης. Παρόλα αυτά, τόσο τα πρωτόλεια του, όσο και κείμενα γραμμένα πριν τον Δρόμο, αλλά δημοσιευμένα δεκαετίες ύστερα, καταδεικνύουν ότι επρόκειτο για έναν γραφιά που είχε με νύχια και με δόντια εργαστεί το στυλ του, τον ρυθμό του – αλλά και έναν άνθρωπο μορφωμένο, με ακόρεστο μόχθο για το έργο του, βαθιά θέληση και εφαρμογή σπουδής και πλειάδα επιρροών, που έχουνε βαρύτητα μη αμελητέα – κάτι που φαίνεται και από μελέτες σχετικές (πλην ανοιχτόμυαλες, σε αντίθεση με τις αναλύσεις των πιο χλιαρών ακαδημαϊκών), όπως στο σχετικό βιβλίο του Τιμ Χαντ2.

Στον αντίποδα της «εκλεπτυσμένα απέριττης» γραφής του Καπότε, του Ναμπόκοφ, που’ ναι ίσως λιγάκι εστέτ, ο Κέρουακ αντιπροτείνει μια «επεξεργασμένα ακατέργαστη» πρόζα, όπου το αμερικανικό όνειρο γίνεται υπόθεση θεολογικής απηχήσεως, και η Αμερική, όπως το Δουβλίνο του Τζόις, καθρέφτης του ολικού.

Η μόνη ειδοποιός διαφορά είναι πως στο Δρόμο, εν αντιθέσει προς άλλα κείμενα της νιότης του, ο νεαρός συγγραφέας αποκρυστάλλωσε οριστικά τη στυλιζαριστική του και υφολογική κατανόηση του μυθιστορηματικού λόγου, επισφραγίζοντας αυτό που ο ίδιος είχε συλλάβει ως «αυθόρμητη γραφή» (που εστάθη ως μείζων επιρροή και σε άλλους beatniks, με πρώτο και πιο αξιόλογο, τον Γκίνσμπεργκ, μαθητή της κερουακ-ικής διδαχής στο μνημειώδες «Ουρλιαχτό» του): κάτι ανάμεσα σε μοντερνιστική ροή συνειδήσεως και αυτόματη γραφή, επηρεασμένη απ’ τον σουρεαλισμό, όλα διυλισμένα -όμως- μέσα απ’ την άκρως μουσική κατανόηση του ρυθμού των λέξεων, των φράσεων (αλλά και των νοημάτων), δανεισμένη απ’ τη jazz και την, πολύ αγαπημένη στον ίδιον, bebop (στο έργο του Κέρουακ αυτό εκφράζεται μέσα από αιφνίδιες ρυθμολογικές μεταλλαγές, αυθαίρετες παύσεις, όπως βλέπουμε σε ύστερα έργα του με την εκτενή επιστράτευση της πιστής παύλας, αυξομειώσεις της αφηγηματικής ταχύτητας, και αλλεπάλληλα, φαινομενικά ασύνδετα σημεία στίξης που λειτουργούν ως ανάσες απ’ τον αντίστοιχο στην jazz οργανοπαίκτη).

Ετούτο είναι κάτι το σημαίνον, καθότι αντιτάσσει σθεναρά στην αφελή δοξασία αρκετών κριτικών ότι ο Κέρουακ είναι «τσαπατσουλογράφος» την -πλέον μερικώς αναγνωρισμένη- πραγματικότητα ότι επρόκειτο για λογοτέχνη με άκρως αποσαφηνισμένη φιλοσοφία γραφής και έκφρασης, αλλά και αξιοθαύμαστη συνθετική ικανότητα – η οποία δεν είχε, τότε, όμοια της, στους λοιπούς πεζογράφους του πενήντα. Στον αντίποδα της «εκλεπτυσμένα απέριττης» γραφής του Καπότε, του Ναμπόκοφ, που’ ναι ίσως λιγάκι εστέτ, ο Κέρουακ αντιπροτείνει μια «επεξεργασμένα ακατέργαστη» πρόζα, όπου το αμερικανικό όνειρο γίνεται υπόθεση θεολογικής απηχήσεως, και η Αμερική, όπως το Δουβλίνο του Τζόις, καθρέφτης του ολικού.

* Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΣΤΑΓΕΩΡΓΟΣ είναι πεζογράφος και φοιτητής Ψυχολογίας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημά του Ο θάνατος κλέβει, ο θάνατος νίβει (εκδ. Παρουσία). 

1Harcourt, 1950
2Kerouac's Crooked Road: The Development of a Fiction (1981; revised edition, 1996).


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

O Τζακ Κέρουακ (Jean-Louis Lebris de Kerouac ή Jack Kerouac, όπως έγινε αργότερα γνωστός) γεννήθηκε στο Λόουελλ της Μασσαχουσέττης στις 12 Μαρτίου του 1922. Σε πολύ νεαρή ηλικία, βίωσε το θάνατο του αδελφού του Τζέραρντ. Του άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα κι από μικρή ηλικία έδειξε τάση προς την καλλιτεχνία, γράφοντας δικά του περιοδικά, τα οποία μάλιστα εικονογραφούσε μόνος του.

Μεγαλώνοντας, εξελίχθηκε σε καλό αθλητή του αμερικανικού ποδοσφαίρου, τόσο ικανό ώστε να λάβει αθλητική υποτροφία για να σπουδάσει δωρεάν στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Εκεί, ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά, με αρκετά από τα μετέπειτα μέλη της λογοτεχνικής μπητ γενιάς. Η φοίτησή του στο Κολούμπια δεν διήρκησε πολύ, γιατί στο πρώτο έτος σπουδών του, έσπασε το πόδι του. Παράλληλα, η κακή σχέση και οι διαφωνίες με τον προπονητή της ομάδας του, τον ώθησαν να εγκαταλείψει τις σπουδές του και επέστρεψε στην γενέτειρά του, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως αθλητικός συντάκτης της εφημερίδας Λόουελλ Σαν.

©Wikipedia

Μετά από διάφορα επαγγέλματα που άσκησε, εργάστηκε σε εμπορικά πλοία, πραγματοποιώντας μακρινά ταξίδια. Κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αμερικανικό Ναυτικό, από όπου απολύθηκε λίγους μήνες αργότερα κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου πολέμου. Αργότερα, του επετράπη να ξαναεπιταχθεί στο Ναυτικό, και ταξίδεψε μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, υπηρετώντας στο πολεμικό πλοίο S.S. George Weens. Όταν επέστρεψε από την Αγγλία, ο Κέρουακ, μαζί με την φίλη του Έντυ Πάρκερ, συνδέθηκε στενά με τους Λουσιέν Καρ και Άλεν Γκίνσμπεργκ, τότε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, με τον συγγραφέα Ουίλλιαμ Σ. Μπάρροουζ, καθώς και με τον Νιλ Κάσαντι. Εκείνη την εποχή, σε μια συζήτησή του με τον συγγραφέα Τζόν Κλέλλον Χόλμς, ο Κέρουακ περιέγραψε τους φίλους του και γενικά τη γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με τη ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα «ήττας» (beatness), εισάγοντας ουσιαστικά για πρώτη φορά τον όρο «Beat Generation». 

Λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Κέρουακ άρχισε τη συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματός του, Η κωμόπολη και η πόλη, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1950. Ο Κέρουακ ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Αμερική και το Μεξικό, άλλοτε οδηγώντας με συνεπιβάτη τον φίλο του Νιλ Κάσαντι, κι άλλοτε κάνοντας ότο-στοπ. Η περιπλάνησή θα αποτελούσε τη βάση του περίφημου μυθιστορήματός του Στο δρόμο.

Το 1950 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Τζόαν Χάβερτυ. Τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσαν μία ιδιαίτερα δημιουργική και παραγωγική περίοδο για τον Κέρουακ. Άρχισε να γράφει με μανία, τα γνωστά του μυθιστορήματα Στο δρόμο, τα Οράματα του Κόντυ, το Δόκτορ Σακς, το Μάγκι Κάσιντι, τους Υποχθόνιους και άλλα έργα. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, και ειδικότερα μετά τη δημοσίευση του Στο δρόμο, ο Κέρουακ απέκτησε μεγάλη φήμη, στα πλαίσια της οποίας πραγματοποίησε αρκετές δημόσιες απαγγελίες ποίησης ή πεζογραφίας, συχνά με συνοδεία μουσικής τζαζ, στη Νέα Υόρκη. Επίσης, αρθογράφησε στα περιοδικά Playboy, Swank, Holiday, Escapade και Esquire.

Το 1961 εγκαταστάθηκε στο Μπιγκ Σερ της Καλιφόρνιας, όπου και έγραψε το τελευταίο του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Μπιγκ Σερ. Το 1966, παντρεύτηκε την ελληνικής καταγωγής παιδική του φίλη, Στέλλα Σάμπα, κι εγκαταστάθηκε στο Σαίντ Πήτερσμπεργκ της Φλόριντα, μαζί με τη μητέρα του. Πέθανε σε ηλικία 47 χρονών, στις 20 Οκτωβρίου 1969, από εσωτερική αιμοραγία, λόγω κίρρωσης τού ήπατος.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ελληνική Βιβλιογραφία Βeat

Ελληνική Βιβλιογραφία Βeat

Ελληνική Βιβλιογραφία Βeat 

Επιμέλεια Κωστής Αρβανίτης

 

 

 

  ...

Οι Beat στην Ελλάδα

Οι Beat στην Ελλάδα

Όταν ο Γκίνσμπεργκ πήγε ν’ ακούσει τον Τσιτσάνη και την Πόλυ Πάνου.

Του Κωστή Αρβανίτη

«Κοιτ...

Γυναίκες Beat

Γυναίκες Beat

Αναγνωρισμένες μούσες, λησμονημένες δημιουργοί

Οι γυναίκες αποτελούσαν περιθωριοποιημένη ομάδα μέσα στον περιθωριοποιημένο κύκλο των μπιτ, αλλά δεν ήταν λιγότερο σημαντικές

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Μια οικογενειακή υπόθεση» της Κλερ Λιντς (προδημοσίευση)

«Μια οικογενειακή υπόθεση» της Κλερ Λιντς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κλερ Λιντς [Claire Lynch] «Μια οικογενειακή υπόθεση» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Μάγκι είχε διαβ...

Πρέπει να συμφωνούμε με έναν συγγραφέα για να τον διαβάζουμε; – Σκέψεις με αφορμή την υπόθεση της Σάλι Ρούνεϊ

Πρέπει να συμφωνούμε με έναν συγγραφέα για να τον διαβάζουμε; – Σκέψεις με αφορμή την υπόθεση της Σάλι Ρούνεϊ

Πρέπει να συμφωνούμε με έναν συγγραφέα για να τον διαβάζουμε; Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη απόσυρση του έργου της Σάλι Ρούνεϊ (Sally Rooney) στο Ηνωμένο Βασίλειο. © Faber

Γράφει η Ελένη Γερούση

Η ...

«Ο γείτονας» του Σεμπάστιαν Φίτζεκ (προδημοσίευση)

«Ο γείτονας» του Σεμπάστιαν Φίτζεκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Σεμπάστιαν Φίτζεκ [Sebastian Fitzek] «Ο γείτονας» (μτφρ. Ειρήνη Γεούργα), το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Οκτωβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Έβηξε και τη ρώτησ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Μια οικογενειακή υπόθεση» της Κλερ Λιντς (προδημοσίευση)

«Μια οικογενειακή υπόθεση» της Κλερ Λιντς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κλερ Λιντς [Claire Lynch] «Μια οικογενειακή υπόθεση» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Μάγκι είχε διαβ...

«Ο γείτονας» του Σεμπάστιαν Φίτζεκ (προδημοσίευση)

«Ο γείτονας» του Σεμπάστιαν Φίτζεκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Σεμπάστιαν Φίτζεκ [Sebastian Fitzek] «Ο γείτονας» (μτφρ. Ειρήνη Γεούργα), το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Οκτωβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Έβηξε και τη ρώτησ...

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» (εισαγωγή – μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας), το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ροές.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόσφατα βρέθηκ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 7 Οκτωβρίου 1849, πέθανε στη Βαλτιμόρη ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe). Γιατί, περισσότερα από εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά, συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του και τρία καλά βιβλία του που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωρ...

«Μαζεύοντας φθινοπωρινά φύλλα» – 15 συλλογές σύγχρονης ελληνικής ποίησης

«Μαζεύοντας φθινοπωρινά φύλλα» – 15 συλλογές σύγχρονης ελληνικής ποίησης

Δεκατέσσερις πρόσφατες ποιητικές συλλογές συν ένα σημαντικό συγκεντρωτικό έργο συνθέτουν τα φθινοπωρινά ποιητικά μας αναγνώσματα (κάποια ήταν και καλοκαιρινά). Εικόνα: "La ramasseuse de feuilles mortes", Ερνέστ Μπιέλερ (1863-1948).

Επιλογή-παρουσίαση: Κ.Β. Κατσουλάρης ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ