
Για τη συλλογή διηγημάτων του Βαγγέλη Σέρφα «Όχι, μην μπαίνετε στον κόπο» (εκδ. Πατάκη).
Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης
Το Όχι, μην μπαίνετε στον κόπο του Βαγγέλη Σέρφα (εκδ. Πατάκης) είναι μια συλλογή δεκατριών διηγημάτων που εκτυλίσσονται στις παρυφές της Αττικής. Εκεί, άνθρωποι της φθοράς και της επιβίωσης διασταυρώνονται μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να καταρρέει αργά. Ο συγγραφέας αποτυπώνει με ακρίβεια και τρυφερότητα την αθέατη ύλη αυτής της ζωής, τις μικρές στιγμές όπου το περιθώριο αποκτά παλμό και η καθημερινότητα μετατρέπεται σε πεδίο μνήμης.
Στην πιο ουσιαστική της μορφή, η λογοτεχνία καταγράφει τις αδιόρατες ροές της καθημερινότητας, τις λεπτές δονήσεις της ζωής που συνήθως διαφεύγουν. Στην εν λόγω συλλογή, αυτές οι ροές οργανώνονται σε στρώματα πραγματικότητας: η ύλη της ζωής αποτυπώνεται, ο παλμός των ημερών μετριέται, και η ανάγνωση μοιάζει να μετατρέπεται σε ένα λεπτομερές σύστημα χαρτογράφησης. Ο Σέρφας κινείται με απόλυτη ακρίβεια, ελέγχοντας τις ίδιες του τις παύσεις, αφήνοντας πίσω του μια Αθήνα που πάλλεται σιωπηλά, κατακερματισμένη σε σημεία παρατήρησης: Σαλαμίνα, Μενίδι, Ασπρόπυργος. Γειτονιές που συχνά παραμένουν αόρατες, εδώ αναδύονται σαν λεπτομερή τεκμήρια. Κάθε πεζοδρόμιο, κάθε παιδί που περπατά σκυφτό, κάθε ήχος από τα νερά που λιμνάζουν αποτυπώνεται με μια λεπτή ακρίβεια, χωρίς να γίνεται θέαμα.
Ο συγγραφέας μάς οδηγεί και εμείς ακολουθούμε, και οι γειτονιές ξεδιπλώνονται όπως τις βλέπει αυτός. Μετράμε τις γραμμές, τα τσιμέντα, τα υλικά, προσπαθούμε να προσδιορίσουμε ένα σώμα που συνεχώς επεκτείνεται. Ο Σέρφας συγκροτεί ένα πεζογραφικό δίκτυο όπου κάθε πρόσωπο και κάθε τόπος υπάρχει μόνο μέσα από την κίνηση της καταγραφής. Οι χαρακτήρες δεν εμφανίζονται με ψυχολογικό βάθος. Λειτουργούν περισσότερο ως σημεία παρατήρησης, ως ενδείξεις μέσα στον χώρο που ανιχνεύεται. Το αγόρι, η Λολό, ο Αλέκος, τα παιδιά που κινούνται στα προαύλια, αφήνουν ίχνη. Η κίνησή τους αποτυπώνει τον χρόνο, τον πόνο και τη φθορά, μαζί με όλες τις μικρές περιπέτειες της μέρας. Και η πόλη, μια μεγάλη κυψέλη, υπάρχει σαν υπόστρωμα, που συγκρατεί τις σκιές των ημερών. Μέσα σε αυτό το πλέγμα οι ήρωες αναδύονται με διακριτικές παρεκκλίσεις. Μια κίνηση, ένα βήμα, μια ανάσα που μοιάζει να ανήκει μόνο σε εκείνους.
Η γλώσσα, φαινομενικά ουδέτερη, κρύβει ρυθμό. Έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας γράφει με επίγνωση της αφαίρεσης. Οι φράσεις του είναι καθαρές, λιτές, και παρόλα αυτά αισθητά βαριές, σαν να περιέχουν το αποτύπωμα της κίνησης που μόλις χάθηκε. Η γραφή προσπαθεί να αφουγκραστεί το πέρασμα του κόσμου, αποτυπώνει αισθήσεις: το νερό που λιμνάζει στο σκάμμα, η κόκα-κόλα που ρουφούν τα παιδιά, το βράδυ που απλώνεται στα προαύλια. Αυτές οι μικρές εικόνες είναι οι μονάδες ζωής που συνθέτουν το έργο. Δεν είναι αναμνήσεις, αλλά καταχωρήσεις, αποτυπώματα στιγμών.
Θυμόμαστε επειδή μπορούμε να ξεχνούμε, είμαστε πλούσιοι επειδή μπορούμε να πετάμε στα σκουπίδια τα περιττά.
Κάπου εδώ, σαν υπόρρητη υπενθύμιση, αναδύεται ο λόγος του Κωστή Παπαγιώργη. Πως η λογοτεχνία δεν βασίζεται αποκλειστικά στην έξω κι έσω όραση που κατακλύζεται από παραστάσεις, απεναντίας εξαρτά τα πάντα από την αλλόκοτη ικανότητα μεταμόρφωσης κι ανύψωσης του καθημερινού βίου σε άλλο σχήμα ζωής. Βασική προϋπόθεση, έλεγε, η ικανότητα της άμεσης και της καίριας παρατήρησης. Το ακριβό εκείνο μυστικό που απαιτεί πραγματικό ταλέντο. Παρατηρώντας τους εσωτερικούς κυματισμούς των προσώπων, να γνωρίζεις να απομονώνεις μία μόνο στιγμή και να γλιτώνεις από την «κακή απειρία μιας ανούσιας περιγραφής». Θυμόμαστε επειδή μπορούμε να ξεχνούμε, είμαστε πλούσιοι επειδή μπορούμε να πετάμε στα σκουπίδια τα περιττά.
Ο Σέρφας φαίνεται πως έχει την αίσθηση αυτής της διαδικασίας. Έτσι, η παρατήρηση του ελάχιστου γίνεται πράξη γραφής, ένας τρόπος να συγκρατείται το φευγαλέο. Και ίσως εκεί, μέσα σε ό,τι απορρίπτεται, να γεννιέται πραγματικά η αφήγηση, σαν μια κίνηση που αντιστέκεται στη φθορά. Από εκεί και πέρα, ο χρόνος παύει να κυλά γραμμικά, σπάει σε ενότητες, επαναλαμβάνεται: προαύλια, τα άδεια σπίτια, οι βροχές που δεν σταματούν, όλα συνιστούν ένα συνεχές πεδίο παρατήρησης. Νομίζω πως ο Σέρφας δεν έχει την πρόθεση να υπηρετήσει το δράμα, αλλά να αποτυπώσει ύλη και κίνηση, το πέρασμα των ημερών, τη ρουτίνα που φθείρεται μα συνεχίζει να ζει. Κάθε ιστορία μοιάζει με στάση, με μικρή επιφάνεια αναμονής. Αυτή η στασιμότητα, η μη-πρόοδος, είναι η βαθύτερη ένταση του έργου. Η αναμέτρηση με τον τρόπο που ο κόσμος παραμένει, ακόμη κι όταν τίποτα δεν αλλάζει.
Ίχνη αφής
Μικρές φράσεις ή ρήξεις στη γλώσσα δημιουργούν ρήγματα στον ακριβή ρυθμό της αφήγησης. Μέσα στην απόλυτα υπολογισμένη διατύπωση, εμφανίζεται μια μικρή αστοχία. Μια λέξη που γλιστρά, μια πρόταση που σκοντάφτει (π.χ. «Το αγόρι τραβήχτηκε μην τυχόν και ήταν κολλητικό» ή «Δεν είχες καμία όρεξη να μπλέκεσαι με φαντάσματα»). Εδώ αναδύεται η ανθρώπινη παρουσία, το απρόβλεπτο. Η πρόταση ανασαίνει. Η γλώσσα θυμάται πως γράφεται από σώμα. Αυτές οι μικρές ασυνέπειες λειτουργούν σαν σφυγμοί. Επιτρέπουν στον λόγο να ζει μέσα στην ίδια του τη μηχανική. Επιτρέπουν επίσης στον αναγνώστη να νιώσει τον κόσμο, να αντιληφθεί τη ζωή μέσα στις μικρές παλινωδίες και στις σκιές των αντικειμένων. Για μένα, είναι οι στιγμές που η λογοτεχνία αποκτά θερμοκρασία, όταν δηλαδή το κείμενο, μέσα στην ψυχρή του ακρίβεια, αφήνει να περάσει ένα ίχνος σφάλματος, ένα ίχνος αφής.
Οι ήρωες παραπατούν, κρυφογελούν, αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους. Η γλώσσα τούς δίνει σώμα, κίνηση, παλμό, χωρίς να χρειάζεται υπερβολικό δράμα.
Η επιλογή περιοχών λιγότερο κοσμικών, περισσότερο περιθωριακών, προσδίδει στην αφήγηση έναν τόνο αποστασιοποίησης και ταυτόχρονα εγγύτητας. Ο κόσμος δεν είναι αφηγηματικό σκηνικό, αλλά χώρος καθαρής ύλης. Οι δρόμοι, τα σχολεία, τα προαύλια λειτουργούν σαν μηχανικά πεδία που αναπαράγουν την απουσία. Είναι χώροι φθοράς και βίας της καθημερινότητας που πηγάζει από την αδράνεια και την αποξένωση. Από την άλλη, ο συγγραφέας δεν καταγγέλλει, ούτε εξιδανικεύει. Εγγράφει. Μέσα στην ομοιομορφία των τόπων αυτών βρίσκω μια μορφή αντίστασης. Η επιμονή στην απλότητα μετατρέπεται σε ποιητική αλήθεια. Οι ήρωες παραπατούν, κρυφογελούν, αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους. Η γλώσσα τούς δίνει σώμα, κίνηση, παλμό, χωρίς να χρειάζεται υπερβολικό δράμα.
Υπάρχει κάτι το σχεδόν τελετουργικό στον τρόπο που ο Σέρφας οργανώνει τη σιωπή. Αυτή η τεχνική μπορεί να οδηγήσει σε αφαιρετική ψυχρότητα, όπου οι εικόνες στεγνώνουν σε αρχεία χωρίς συναισθηματική δόνηση. Η επιλογή του περιθωρίου, επαναλαμβανόμενη λεκτικά, ενέχει τον κίνδυνο μονοτονίας. Όμως η πρωτοτυπία σώζεται μέσω της λεπτομέρειας, της υφής, και της διαμοιρασμένης διάταξης των ιστοριών.
Ζωή μέσα από ρωγμές και ρήγματα
Σε κάθε περίπτωση, η γραφή του Σέρφα δεν διεκδικεί τη συγκίνηση, έχει την πρόθεση ωστόσο να αναδείξει τη μορφή της. Η πρόταση σταματά λίγο πριν την έκρηξη, αφήνοντας τον ήχο να αιωρείται. Η απουσία της κορύφωσης δεν συνιστά έλλειψη, αποτελεί μάλλον ηθική στάση. Η ζωή εμφανίζεται μέσα από ρωγμές και ρήγματα, και όχι μέσω εξωτερικής αφήγησης ή μελοδραματικής σύμβασης. Νομίζω πως η πρόθεση του συγγραφέα είναι να μας προσκαλέσει να εισέλθουμε μέσα στην αφαίρεση αυτή, να παρατηρήσουμε, να συμμετέχουμε στη μέτρηση.
Αν τον αφουγκραστούμε προσεχτικά, σκύβοντας στα ενδιάμεσα, ίσως αναγνωρίσουμε την πυκνότητα της ύλης, την τριβή της καθημερινότητας, την αντίσταση μιας ζωής που συνεχίζει να ανασαίνει, έστω και ασθματικά.
Η συλλογή αυτή, με τη στοχαστική της δομή και την πειθαρχημένη γλώσσα, αποτυπώνει μια ήδη ώριμη φωνή στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Δεν επαναλαμβάνει θέματα, αλλά τρόπους. Προτείνει μια λογοτεχνία χωρίς εξωραϊσμούς, μια γραφή που μετρά τη ζωή σαν επιφάνεια υπό πίεση, γεμάτη σιωπές, εικόνες, μικρές χαραμάδες από τις οποίες διαρρέει κάτι ανθρώπινο. Μέσα από αυτά τα χάσματα, ανάμεσα στους τοίχους των πολυκατοικιών και τα τυφλά σημεία των ακάλυπτων, αναδύεται ο ανθρώπινος παλμός. Αν τον αφουγκραστούμε προσεχτικά, σκύβοντας στα ενδιάμεσα, ίσως αναγνωρίσουμε την πυκνότητα της ύλης, την τριβή της καθημερινότητας, την αντίσταση μιας ζωής που συνεχίζει να ανασαίνει, έστω και ασθματικά. Το βιβλίο του Σέρφα, έτσι, δεν μας διδάσκει αλλά μας θυμίζει ότι η ρωγμή στη φράση, η μικρή παρέκκλιση, δεν είναι σφάλμα αλλά τεκμήριο παρουσίας. Το σημείο όπου ο κόσμος, ακόμη κι όταν σωπαίνει, επιμένει να αναπνέει με τον κόπο εκείνου που δεν ελπίζει πια, μα συνεχίζει.
* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βαγγέλης Σέρφας γεννήθηκε το 1983 και μεγάλωσε στη Σαλαμίνα. Σπούδασε κινηματογράφο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Η συλλογή διηγημάτων Όχι, μην μπαίνετε στον κόπο είναι το πρώτο του βιβλίο.
























