
Για το θεατρικό έργο της Κατερίνας Καζολέα «Η Δαμασκηνιά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν. Στην κεντρική εικόνα, λεπτομέρεια από τον πίνακα «Flaming June», του Φρέντερικ Λέιτον, που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου.
Γράφει ο Τώνης Λυκουρέσης
Διεκδικώντας, ως δημιουργός, μια πρώτη θεατρολογική διείσδυση στο θαυμάσιο έργο της Κατερίνας Καζολέα, παρατηρώ εντυπωσιασμένος πώς ξεκινά εξαρχής η ψυχολογική διαχείριση των ηρώων του έργου, ανδρών και γυναικών, μέσα από τις ελάχιστες και φαινομενικά καθημερινές επιλογές τους. Μια μέθοδος, σταδιακά συμβολιστική, που φορτίζει την ατμόσφαιρα λέξη-λέξη και ματιά-ματιά, από την προλογική σκηνή ως τις καταληκτικές πράξεις του φινάλε.
Μνήμες και φαντασιώσεις διατρέχουν εξαρχής το κείμενο, σε μια διαρκή μείξη. Οι τρεις μεσήλικες, που θαρρείς πως αργοπεθαίνουν, συντηρούνται υπαρξιακά από τη νιότη της μικρής Λορέτας, που σύντομα προτίθεται να απέλθει από τον καθημερινό χώρο επιβίωσης, εγκαταλείποντας τη θαλπωρή της συντροφιάς τους ρεαλιστικά και μεταφορικά.
Το περίκλειστο σκηνικό του επαρχιακού καφέ-μπαρ και η ονειρική παρουσία στην αυλή του, με τη συχνά ολάνθιστη δαμασκηνιά, υπογραμμίζουν με ορατές και αόρατες αναφορές την εναγώνια αντίσταση των ηρώων μας στον αναπότρεπτο βιολογικό θάνατο, αντίσταση που συντηρείται από την παρουσία της Λορέτας γύρω τους και τη σταδιακή οικειοποίηση της, μια πρόκληση και πρόσκληση ταυτόχρονα για τις απόλυτες αποφάσεις στις οποίες θα καταλήξουν. Ο βαρύς, βιολογικός χειμώνας από τη μια και η εύφορη, αδυσώπητη άνοιξη από την άλλη, αντιμάχονται μέσα από μια καθημερινή αμυντική επαναληπτικότητα, που συνθέτει έναν αρχικώς ρεαλιστικό διάλογο, στον οποίο ενσωματώνονται, όλο και πυκνότερα, στοιχεία του παραλόγου. Καθώς εξελίσσεται η θεατρική δράση, οι αλήθειες που κατατίθενται ως μαρτυρία υπονομεύονται εν αμφιβόλω και υποχωρούν.
Παράλληλα, τα φύσει και θέσει αδύναμα γυναικεία πρόσωπα διεκδικούν τον προσωπικό τους λόγο και την απόλυτη δράση, εντός ή και εκτός πλέον του σκηνικού χώρου. Οι κυρίαρχοι ως τότε ανδρικοί χαρακτήρες, προστάτες και εξουσιαστές ταυτόχρονα, απογυμνώνονται και παραμένουν εκκρεμείς και μετέωροι. Ο πρόλογος του έργου γίνεται επίλογος και ο επίλογος, αποκαλυπτικά πρόλογος. Η 3η Πράξη, χάρη σε μια ιδανική συγγραφική αφαίρεση, παρουσιάζει την απολύτη, καθαρτήρια επιλογή των ηρώων... 
Σκέψεις για τη σκηνογραφία και την ηχητική υπόκρουση
Κάποιες σκέψεις μου, τώρα, για την περιγραφόμενη σκηνογραφία και εν συνεχεία, για την ηχητική μπάντα του έργου. Ένα θεατρικό κείμενο δεν κρίνεται τόσο για τη λογοτεχνική αξία της γραφής του, όσο και για την ανοιχτή πλατφόρμα που διαθέτει, ώστε να το διαχειριστείς και να το αναδείξεις επί σκηνής. Αυτός είναι ο λόγος της γραπτής ανάπτυξής του, κι αυτός θα δικαιωθεί ή όχι αργότερα, από την όλη δημόσια παρουσίασή του. Εδώ, στο αφηγηματικό τοπίο της Δαμασκηνιάς, μια σειρά από κοφτές σκοτεινές καταλήξεις και επαναφωτισμούς του επαρχιακού μαγαζιού σηματοδοτεί εξαρχής την επιλεγμένη επαναληπτικότητα της Καζολέα, οριακά σαν σκηνικά ταμπλό βιβάν. Οι γραπτοί υπότιτλοι των 24 σκηνών του έργου περικλείουν κάθε φορά την κεντρομόλο αναφορά στη σύγκρουση που ακολουθεί. Τα πρόσωπα εισέρχονται με αφηγηματική τακτικότητα και σπανίως εξέρχονται από τον μοναδικό σχεδόν χώρο δράσης, καταθέτοντας τις ατομικές αφηγήσεις τους, προσθέτοντας, αλλά στην πραγματικότητα αφαιρώντας ανάσες ζωής από το περίκλειστο περιβάλλον. Η παρουσία της δαμασκηνιάς στο εξωτερικό κηπάριο, όπως και η νεαρή Λορέτα με τον δικό της ρυθμό κίνησης, αντιστέκονται σε αυτήν την ώσμωση θανάτου που βυθίζει σκηνή-σκηνή τα πρόσωπα του έργου σε μια αδιέξοδη απραξία...
Τα μουσικά αυτά θραύσματα, εισπράττουμε σαν ύστατη άμυνα της μνήμης σε όσα σκοτεινά και ανίερα αναδύονται μέσα από τις ανδρικές εξομολογήσεις
Εδώ, λοιπόν, η συγγραφέας επιλέγει και πλουτίζει το θεατρικό ψυχοδιαγνωστικό της σχόλιο με την επαναλαμβανόμενη χρήση αποσπασμάτων της λαϊκής, αλλά και της έντεχνης μουσικής μας ανθολογίας. Τα μουσικά αυτά θραύσματα, εισπράττουμε σαν ύστατη άμυνα της μνήμης σε όσα σκοτεινά και ανίερα αναδύονται μέσα από τις ανδρικές εξομολογήσεις. Προοιωνίζεται έτσι μια άκρως ενδιαφέρουσα ηχητική μπάντα, με την παράλληλη ανάπτυξη του μουσικού εξομολογητικού λόγου. Να ένα θελκτικότατο και τολμηρό στοιχείο για την μελλοντική ανάδειξη επί σκηνής του θεατρικού κειμένου. Και στο κέντρο της σκηνικής αφήγησης, τα πρόσωπα ανασαίνουν ασθματικά, διεκδικώντας την ύστατη αγωνία επιβίωσης.
Λέξεις, ανείπωτες για καιρό, σκορπίζουν εδώ κι εκεί, προβάλλοντας ένα ανύπαρκτο ουσιαστικά παρελθόν, νεανικά λικνίσματα διαχέονται σαν τις αντίπαλες ριπές του ανέμου, ακίνητες ματιές περιβάλλονται από σιωπηλούς πόθους, και άνθη, ανθάκια και πευκοβελόνες εισβάλλουν έκτακτα από τα ελάχιστα ανοίγματα του σκηνικού, σαν αναγκαίες ανάσες στην πολλαπλασιαζόμενη πίεση ενός μετέωρου αφηγήματος ζωής…
Ο δραματουργικός κύκλος του έργου θα κλείσει όπως σχεδόν άνοιξε, χρονικά ανορθόδοξα
Ο δραματουργικός κύκλος του έργου θα κλείσει όπως σχεδόν άνοιξε, χρονικά ανορθόδοξα, με μια ανάπτυξη των γεγονότων που μεσολάβησαν και με τις ίδιες σχεδόν φραστικές επαναλήψεις από τους χαρακτήρες που τα διατρέχουν. Κάτι συνέβη, τίποτα ίσως δεν συνέβη. Αθώα πρόσωπα θα χαθούν αναίτια και για πάντα, κι άλλα πάλι παραμένουν μπροστά μας, επί σκηνής, θύτες και θύματα ταυτόχρονα της υπαρξιακής ψευδαίσθησης που διαχειρίζονται…. Έτσι τουλάχιστον εγώ, θέλησα να «διαβάσω» και να ερμηνεύσω τη μελλοντική απόδοση της Δαμασκηνιάς επί σκηνής.
Σαν φινάλε, παραθέτω ένα ελάχιστα μονταρισμένο απόσπασμα της 13ης σκηνής, με υπότιτλο της συγγραφέα: «Έξοδος Λορέτας στην ντισκοτέκ», που ενεργοποίησε σιωπηλά ένα από τα κλειδιά της ανάγνωσής μου... Η δεκαεφτάχρονη Λορέτα ετοιμάζεται για την πρώτη της νυχτερινή έξοδο. Μπαινοβγαίνει στο εσωτερικό του μαγαζιού, αλλάζει ρούχα, μακιγιάρεται…. Φοράει τις γόβες της, πιάνει το τσαντάκι της και βγαίνει. Οι δυο μεσήλικες ήρωες του έργου την παρακολουθούν και σχολιάζουν τη χαλαρή συμπεριφορά της.
Απόσπασμα από το βιβλίο
ΛΕΑΝΔΡΟΣ: Και γόβες! Είδες τις γόβες!
ΑΛΦΡΕΝΤΟ: Τις είδα.
ΛΕΑΝΔΡΟΣ: Δεν μας τις είχε δείξει.
ΑΛΦΡΕΝΤΟ: Δεν πάμε καλά. Βγαίνω στον κήπο. Να κάνω ένα τσιγάρο γιατί ταράχτηκα.
(Ο Λέανδρος, μένοντας μόνος, θα κοιτάξει το καλάθι των αχρήστων, από όπου θα πιάσει από πάνω πάνω ένα χαρτομάντιλο με το αποτύπωμα των χειλιών της Λορέτας με το κραγιόν. Θα το φέρει στο στόμα του σαν να το φιλάει. Μετά θα το τυλίξει προσεκτικά και θα το βάλει στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του).
Ο κύκλος τείνει να κλείσει οριστικά…..
Ευανάγνωστη λοιπόν πάντα και γρήγορα στοχεύοντας στο θεατρικό κοινό της, Η ΔΑΜΑΣΚΗΝΙΑ της Κατερίνας Καζολέα.
*O ΤΩΝΗΣ ΛΥΚΟΥΡΕΣΗΣ είναι σκηνοθέτης-σεναριογράφος. Δημοφιλέστερη δημιουργία του, η πολυβραβευμένη ταινία «Σκλάβοι στα δεσμά τους», βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη.

Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Κατερίνα Καζολέα σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιστορία Τέχνης και την Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Regensburg. Εργάστηκε στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης και είναι μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Τέχνης AICA. Συμμετείχε στη συγγραφή του τετράτομου Λεξικού Ελλήνων Καλλιτεχνών των εκδόσεων Μέλισσα. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Νότος (2015) και τις συλλογές διηγημάτων Η κορδέλα (2020) και Η γυναίκα που δεν γνωρίζω (2021) στις εκδόσεις Μανδραγόρας. Έχει γράψει εννέα θεατρικά έργα. Η Δαμασκηνιά είναι το πρώτο θεατρικό έργο που εκδίδει (εκδόσεις Βακχικόν).






















