flannery kentriki

Είναι εμβληματική μορφή των αμερικανικών γραμμάτων. Τώρα οι αναγνώστες βρίσκονται αντιμέτωποι με την άλλη της πλευρά.

Του Πολ Ίλι
Μτφρ. Μέμη Κατσώνη

Το 1943, η δεκαοκτάχρονη Μαίρη Φλάννερυ Ο’ Κόννορ έκανε ένα ταξίδι στον βορρά. Μεγαλώνοντας στην Τζόρτζια –παιδική ηλικία στη Σαβάννα και γυμνάσιο στη Μίλετζβιλ– θεωρούσε τον εαυτό της δυνάμει συγγραφέα και εικαστικό. Δημιουργούσε εικονογραφημένα βιβλία «πολύ ώριμα για τα παιδιά, πολύ παιδικά για τους μεγάλους» και ονόμασε το σύνολο των ποιημάτων της «Τα ανεκτίμητα έργα της Μ.Φ. Ο’Κόννορ». Ζωγράφιζε καρτούν και τα υπέβαλε σε περιοδικά, σημειώνοντας πως το χόμπι της ήταν «να συλλέγει απορριπτικά σημειώματα». 

flannery gr 2

Ημερολόγιο προσευχής
Μτφρ. Γιάννης Παλαβός
Αντίποδες 2015
Σελ. 72, τιμή εκδότη €7,77

Μαζί με τα δύο της ξαδέλφια επισκέφτηκε το Μανχάταν: την Τσάιναταουν, τον καθεδρικό ναό του Αγίου Πατρικίου και το Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Μετά πέρασαν από τη Μασαχουσέτη και επισκέφτηκαν το Ράντκλιφ, όπου φοιτούσε ένας της ξάδελφος. Η Ο’ Κόννορ αντιπάθησε και τα δύο ιδρύματα όπως αναφέρει σε επιστολή προς τη μητέρα της. (Ο πατέρας της είχε πεθάνει δύο χρόνια νωρίτερα). Επιστρέφοντας στην Μίλετζβιλ, η Ο’ Κόννορ φοίτησε στο κολλέγιο της Πολιτείας («το ανώτατο ίδρυμα εδώ απέναντι»). Το 1945, ξαναταξίδεψε στον βορρά και γράφτηκε στο Συγγραφικό Εργαστήριο της Αϊόβα όπου και εγκατέλειψε το «Μαίρη» (της θύμιζε Ιρλανδή πλύστρα) και έγινε η Φλάννερυ Ο’ Κόννορ.

Σε λιγότερο από είκοσι χρόνια, πέθανε στη Μίλετζβιλ από ερυθηματώδη λύκο. Ήταν τριάντα εννιά ετών και είχε γράψει δύο μυθιστορήματα και μια συλλογή διηγημάτων. Ένας σύντομος επικήδειος στους Τάιμς την ανέφερε ως μια «από τους πάρα πολλά υποσχόμενους συγγραφείς». Μερικοί αναγνώστες τη θεωρούσαν απλώς «τοπική συγγραφέα». Πολλοί δεν ήξερα καν πως ήταν γυναίκα. 

flannery cov1Ακόμα μαθαίνουμε ποια ήταν η Φλάννερυ Ο’ Κόννορ. Στοιχεία που την αφορούν έρχονται σταδιακά στο φως. Δοκίμια το 1969, γράμματα το 1979, ένας σχολιασμένος τόμος από την Αμερικανική Βιβλιοθήκη το 1988 και μια κρύπτη με προσωπικά αντικείμενα από το Πανεπιστήμιο Έμορυ το 2012, που περιείχε το Ημερολόγιο Προσευχής, σημειώσεις με θέμα την προσευχή και τη μυθοπλασία από την εποχή που ζούσε στην Αϊόβα. Κάθε προσθήκη προσέδιδε βάθος στο πορτρέτο της ως καλλιτέχνη και διεύρυνε τη φήμη της. Οι Νότιοι, οι γυναίκες, οι Καθολικοί και οι καθηγητές των καλών τεχνών τώρα τη λατρεύουν. Την αποκαλούμε Φλάννερυ. Την αντιμετωπίζουμε ως σοφή πρεσβυτέρα, ως μια αγία της λογοτεχνίας ακίνητη εν αναμονή της έμπνευσης μπροστά στη γραφομηχανή στο ισόγειο της αγροικίας κοντά στην Μίλετζβιλ, καθώς η θεραπευτική αγωγή που λάμβανε για τον λύκο την είχε καταστήσει ανίκανη να ανεβαίνει σκάλες.

flannery cov2Η Ο’ Κόννορ είναι πια τόσο μέρος του λογοτεχνικού Κανόνα όσο ο Φώκνερ και η Γουέλτυ. Πέρα από μεγάλη συγγραφέας είναι και εμβληματική μορφή. Μια γραφική κυρία με ψάθινο καπέλο, που τριγύριζε ανάμεσα στα παγώνια με πατερίτσες που τις ονόμαζε ιπτάμενες αντηρίδες. Η αγροικία όπου διέμενε, σήμερα δέχεται ομαδικές επισκέψεις. Το πρόσωπό της απεικονίζεται σε γραμματόσημα. Ένα πρόσφατο βιβλίο αδημοσίευτης ως τώρα αλληλογραφίας, “Good Things Out of Nazareth” (Convergent), κι ένα ντοκιμαντέρ, “Flannery: The Storied Life of the Writer from Georgia”, πλαισιώνουν την κεντρική της θέση στην αμερικανική λογοτεχνία.

Όμως το πλαίσιο δεν είναι πλήρες. Τα γράμματα και οι κάρτες που έστελνε στο σπίτι της από τον βορρά το 1843 –προσβάσιμα στους μελετητές από το 2014– αποκαλύπτουν την Ο’ Κόννορ ως μισαλλόδοξη νέα γυναίκα. Στη Μασαχουσέτη την ενοχλούσε η παρουσία αφροαμερικανών σπουδαστών στην τάξη του ξαδέλφου της. Στο Μανχάταν, καθόταν ανάμεσα στα ξαδέλφια της στο μετρό για να προστατευθεί από την παρουσία εγχρώμων. Το θέαμα λευκών και μαύρων φοιτητών να κάθονται δίπλα δίπλα στο Κολoύμπια και να χρησιμοποιούν τις ίδιες τουαλέτες την αηδίαζε. 

Δεν είναι δίκαιο να την κρίνουμε από τα νεανικά της γραπτά. Αλλά καθώς εξελίσσεται σε οξύνου και ευαίσθητη συγγραφέα, η μισαλλοδοξία στα γράμματά της παραμένει – σε αστεία, παρένθετες παρατηρήσεις και στην σταθερή χρήση της λέξης «αράπης». Για πενήντα χρόνια, αυτά τα στοιχεία τα απέκρυπταν οι εκτελεστές της λογοτεχνικής της κληρονομιάς, τα παρέλειπαν οι επιμελητές και τα δικαιολογούσαν οι ερμηνευτές, προσπαθώντας να διασώσουν την Ο’ Κόννορ από τον εαυτό της. Αντίθετα με την περίπτωση του Φίλιπ Λάρκιν, του οποίου τα χυδαία, σοβινιστικά γράμματα έρχονται σε αντίθεση προς την ακριβή του ποίηση, το θέμα εδώ δεν είναι να προστατεύσουμε το έργο από τον δημιουργό του. Είναι να προστατεύσουμε μια δημιουργό που είναι πια τόσο αγαπητή όσο και τα γραπτά της.

Δεν είναι δίκαιο να την κρίνουμε από τα νεανικά της γραπτά. Αλλά καθώς εξελίσσεται σε οξύνου και ευαίσθητη συγγραφέα, η μισαλλοδοξία στα γράμματά της παραμένει – σε αστεία, παρένθετες παρατηρήσεις και στην σταθερή χρήση της λέξης «αράπης». Για πενήντα χρόνια, αυτά τα στοιχεία τα απέκρυπταν οι εκτελεστές της λογοτεχνικής της κληρονομιάς, τα παρέλειπαν οι επιμελητές και τα δικαιολογούσαν οι ερμηνευτές, προσπαθώντας να διασώσουν την Ο’ Κόννορ από τον εαυτό της.

Το έργο της είναι γενικώς άξιο αυτής της αγάπης. Η γραφή της Ο’ Κόννορ είναι γεμάτη εντυπωσιακές ιστορίες που δημιουργούν πια την αίσθηση μύθων του εικοστού αιώνα. Ευαγγελιστής οραματίζεται εκκλησία χωρίς Χριστό έξω από κινηματογράφο. Δραπέτης πυροβολεί ηλικιωμένη στην άκρη του δρόμου. Πωλητής Βίβλων αποπλανεί «διανοούμενη» σε αχυρώνα και της κλέβει το ξύλινο πόδι. Ένα ύστερo διήγημα του 1969, “Parker’s Back,” όπου ο πρώην ναυτικός, flannery cov6με δέρμα γεμάτο τατουάζ, προσπαθεί να εξευμενίσει την πουριτανή σύζυγό του επιλέγοντας ένα ακόμα σχέδιο για την πλάτη –το πρόσωπο του Ιησού σε φυσικό μέγεθος– αποτελεί την επιτομή της ιδιαίτερης γραφής της. Εκεί βρίσκουμε τα αλλόκοτα ονόματα (Ομπαντάια, Έλιχου Πάρκερ), τους ευθύβολους χαρακτηρισμούς («Η επιδερμίδα της ήταν λεπτή και τεντωμένη σαν φλοιός κρεμμυδιού και τα μάτια της γκρίζα και αιχμηρά σαν ακίδες παγοκόφτη»), και τον δηκτικό λόγο («Κύριε Πάρκερ… είστε περιφερόμενο πανόραμα!»). Εδώ βρίσκουμε και τη δράση που κλιμακώνεται σε ένα τέλος αστείο μαζί και βαθυστόχαστο. Και την αίσθηση, όπως την εξέφρασε η ίδια σε ένα δοκίμιο «πως κάτι συμβαίνει εδώ που έχει σημασία». Εδώ υπάρχει η έλξη-απώθηση της θρησκείας, καθώς ο Πάρκερ αφήνεται στη βελόνα του δερματοστίκτη με την ελπίδα να μετατραπεί και ο ίδιος σε ιερή εικόνα του Ιησού. Υπάρχει και η εμμονή στο ανθρώπινο δέρμα και το χρώμα του δέρματος ως εστία διαμάχης.

Η Ο’ Κόννορ ονόμαζε εαυτήν πεζογράφο, αλλά πολλοί αναγνώστες τη γνωρίζουν τώρα μέσα από τα δοκίμια και τα γράμματά της, και η ετυμηγορία ως προς την διεύρυνση του έργου της είναι πως ο δοκιμιακός της λόγος είναι τόσο ισχυρός και ιδιότυπος όσο και η μυθοπλασία της. Η συλλογή δοκιμίων, “Mystery and Manners” είναι ένα οξυδερκές εγχειρίδιο της τέχνης του γράφειν όσο και έκφραση αρχών του θρησκευόμενου καλλιτέχνη. Η συλλογή επιστολών “The Habit of Being” (1979), διαβάζεται ευρύτατα ως καθοδηγητικό ανάγνωσμα, ευπροσήγορο αλλά και με οξύ πνεύμα αντιλογίας. Το ότι flannery cov8 αποτελούν συλλογές ήταν επιλογή της ίδιας της Ο’ Κόννορ. Κρατούσε αντίγραφα των γραμμάτων της με στόχο τη δημοσίευση. Φοβούμενη πως ο λύκος θα συντόμευε τη ζωή της, όπως και του πατέρα της, αποδελτίωνε τα γράμματα και τα δοκίμιά της ως μεταθανάτιους διερμηνείς της μυθοπλασίας της. 

Αλλά και άφθονο υλικό που δεν περιλαμβάνεται σε αυτές τις συλλογές είναι καυστικό και επιγραμματικό. Εδώ η Ο’ Κόννορ, μόλις είχε επιστρέψει από την Αϊόβα και εκφράζει την άποψή της για το σεμινάριο συγγραφής:

«Φέρνει τον επίδοξο συγγραφέα σε επαφή με πεπειραμένους συγγραφείς και κριτικούς της λογοτεχνίας, ανθρώπους που μπορούν συνήθως να του πουν σχετικά σύντομα αν θα πρέπει να συνεχίσει να γράφει ή να εγγραφεί επειγόντως στην Οδοντιατρική». 

Και εδώ εκφράζεται επί της ζωής στην Μίλετζβιλ, σε ένα γράμμα του 1948 στον διευθυντή του Yaddo, «σπίτι» φιλοξενίας συγγραφέων στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης:

«Τελευταία είδαμε και μερικές παρελάσεις της Κου Κλουξ Κλαν… Ο Μέγας Δράκων και ο Μέγας Κύκλωψ ήρθαν από την Ατλάντα και έκαναν μακρές ομιλίες στην πλατεία Δικαστηρίου, ενώ εκατοντάδες άνδρες τυλιγμένοι με σεντόνια χτυπούσαν τα πόδια και κραύγαζαν. Κάνει τόση ζέστη που αντί να κάψουν τον σταυρό μετέφεραν έναν φτιαγμένο από ηλεκτρικά λαμπιόνια». 

Μετά την πρώτη επαφή της, το 1956, με τον λόγιο William Sessions (Γουίλιαμ Σέσιονς):

«Εμφανίστηκε στις 3:30 ακριβώς μιλώντας, περπατούσε στο γρασσίδι και στις σκάλες μέχρι την καρέκλα του μιλώντας, και συνέχισε να μιλάει από εκεί χωρίς σταματημό, χωρίς διάλειμμα, χωρίς να ανασάνει ή να ξεροκαταπιεί μέχρι τις 4:50. Στις 4:50 πήγε στη λειτουργία (Πέμπτη της Αναλήψεως) αλλά δήλωσε πως θα ήθελε να επιστρέψει αργότερα οπότε τον προσκάλεσα για φαγητό. Στις 5:50 επιστρέφει, μιλώντας ακόμα, και φέρνει παγωτό και κέικ για το δείπνο. Συνέχισε να μιλάει μέχρι να φάμε, αλλά σ’ εκείνο το σημείο συνάντησε αντίθετο άνεμο με τη μορφή της μητέρας μου που είναι επίσης πολυλογού. Οι ιστορίες τις ρέουν ασταμάτητα, αλλά πού και πού διακόπτει για καύσιμα, οπότε κάθε φορά που εκείνη σταματούσε, εκείνος έπαιρνε μπρος». 

flannery 1
Στοιχεία μισαλλοδοξίας, ιδιαίτερα εμφανή στα νεανικά της γραπτά, ανιχνεύονται σε όλη τη διάρκεια της ζωής της.

Κριτικοί της γραφής της Ο’ Κόννορ έχουν εκφράσει ενόχληση για την έλλειψη εσωτερικότητας των χαρακτήρων της. Θαυμαστές του δοκιμιακού της λόγου αντέστρεψαν τον ψόγο, υιοθετώντας την άποψη πως ο πιο ζωντανός χαρακτήρας στα γραπτά της Ο’ Κόννορ είναι η Ο’ Κόννορ. Ένα νέο φιλμ εισάγει επιδέξια τη συγγραφέα ως χαρακτήρα. Οι σκηνοθέτες –ο Mark Bosco (Μαρκ Μπόσκο), Ιησουίτης ιερέας υπεύθυνος σπουδών Ο’ Κόννορ στο Τζόρτζταουν, και η Elizabeth Coffman (Ελίζαμπεθ Κόφμαν), που διδάσκει κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Λογιόλα στο Σικάγο– βασίζονται σε πληθώρα αρχειακού υλικού και ντοκουμέντων. Η ηθοποιός Mary Steenburgen (Μαίρη Στίνμπερτζεν) διαβάζει αποσπάσματα από τα γράμματα. flannery cov9Πολλά διηγήματα είναι δραματοποιημένα, με γνώμονα τη ρήση της Ο’ Κόννορ, «να φωνάζεις στους βαρήκοους και να σχεδιάζεις μεγάλες, εντυπωσιακές φιγούρες για τους μισότυφλους». Συμπεριλαμβάνεται στιγμιότυπο από την ταινία του Τζον Χιούστον του 1979 του εξαιρετικού πρώτου της μυθιστορήματος “Wise Blood” που έγραψε στο Γιάντο (Yaddo) και στο Κονέκτικατ πριν ο λύκος την αναγκάσει να γυρίσει στο σπίτι της. Ο Erik Langkjaer (Έρικ Λάνγκτζερ), αντιπρόσωπος πωλήσεων εκδοτικού οίκου τον οποίο ερωτεύτηκε η Ο’ Κόννορν, περιγράφει τις βόλτες τους με το αυτοκίνητο στην εξοχή. Η Alice Walker (Άλις Γουόκερ) αναφέρει πως έμενε «λίγο πιο πέρα» από την αγροικία ως έφηβη αλλά δεν ήξερε πως εκεί ζούσε η συγγραφέας. «Ένας από τους αδελφούς μου μετέφερε το γάλα από κει στην γαλακτοβιομηχανία της πόλης. Όταν πηγαίναμε στην Μίλετζβιλ, οι αγελάδες που βλέπαμε στη λοφοπλαγιά θα πρέπει να ήταν οι αγελάδες των Ο’ Κόννορ».

flannery cov11Τον Μάιο του 1955, η Ο’ Κόννορ πήγε στη Νέα Υόρκη για να προωθήσει τη συλλογή διηγημάτων της “A Good Man Is Hard to Find” στην τηλεόραση. Η σπάνια εμφάνιση της Ο’ Κόννορ φωτίζει το ντοκιμαντέρ. Κάθεται, πολύ στητή, και φοράει μαύρο φόρεμα με βελούδινη μπορντούρα. Η προφορά της είναι έντονη και το ύφος της γεμάτο αυτοπεποίθηση. «Μαθαίνω πως ζείτε σε φάρμα» λέει ο παρουσιαστής. «Ναι» απαντάει εκείνη «αλλά μόνο ζω εκεί. Δεν τη βλέπω συχνά. Είμαι συγγραφέας και καλλιεργώ από την πολυθρόνα μου». Τη ρωτάει αν είναι τοπική συγγραφέας και εκείνη απαντάει: «Πιστεύω πως για να ξεπεράσεις τον τοπικισμό, χρειάζεσαι πολλή αυτογνωσία. Νομίζω πως για να γνωρίσεις τον εαυτό σου πρέπει να γνωρίσεις τον τόπο σου, κι έτσι γνωρίζεις και τον κόσμο, αλλά αυτή είναι παραδόξως και μια εξορία από τον κόσμο. Έτσι αποκτάς μεγάλη αποστασιοποίηση».

Αυτός είναι ένας βαθυστόχαστος και αυστηρός ορισμός της αποστολής του συγγραφέα. Συνδέει την συγγραφική τέχνη με τον εξευγενισμό του χαρακτήρα. Με την προσπάθεια υπέρβασης της οπτικής που υπονομεύει το ευρύτερο καλό, με την απελευθέρωση από τις οικείες ανέσεις. Και αναγνωρίζει πως αυτή η αποστασιοποίηση μπορεί να αφήσει τον συγγραφέα μόνο και αποξενωμένο. 

Στην Αϊόβα και το Κονέκτικατ, η Ο’ Κόννορ άρχισε να διαβάζει ευρωπαϊκή λογοτεχνία και φιλοσοφία, και η γραφή της, παλαιότροπη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, διανθίζεται με σύγχρονη σκέψη. Με τον χριστιανικό υπαρξισμό του Gabriel Marcel (Γκαμπριέλ Μαρσέλ), την αίσθηση της έκλειψης του Θεού του Martin Buber (Μάρτιν Μπούμπερ). Έλεγε πως ήταν «Καθολική με ιδιαιτέρως νεωτερική συνείδηση» και θεωρούσε τον Νότο «Χριστόπληκτο». 

flannery gr 1
Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν
Μτφρ. Αλέξανδρος Κοτζιάς
Αντίποδες, 2016


Όλα αυτά είναι σημεία συγγένειας με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, γεννημένο επίσης στην Τζόρτζια, που είχε απορροφήσει ευρωπαϊκές ιδέες στον βορρά και επέστρεψε στον νότο για να φέρει εις πέρας μια σύντομη όσο και επείγουσα αποστολή. Γεννημένοι με διαφορά τεσσάρων χρόνων, συνειδητοποιούσαν και οι δύο τη συνάφεια της Βίβλου με τα τρέχοντα γεγονότα και θεωρούσαν τη θρησκεία δεσμό μεταξύ μαύρων και λευκών – όπως συμβαίνει στο δεύτερό της μυθιστόρημα “The Violent Bear It Away” (Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν1960), που αρχίζει με τον μαύρο αγρότη να εξασφαλίζει στον λευκό ιεροκήρυκα χριστιανική κηδεία. Η Ο’ Κόννορ και ο Κινγκ έχουν κι οι δύο το χάρισμα της ανατροπής των συμβάσεων, όπως αποτυπώνεται στο διήγημα “The Enduring Chill” στο οποίο ο λευκός προσπαθεί να εκφράσει αισθήματα ισότητας με τους μαύρους εργάτες στη φάρμα της μητέρας του, καπνίζοντας μαζί τους στον σταύλο. 

Η Ο’ Κόννορ δίδαξε σε δώδεκα πολιτείες και πήγαινε συχνά στην Ατλάντα να επισκεφθεί τους γιατρούς της. Άρα είχε την ευκαιρία να δει πολλές αλλαγές στον Νότο. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο διήγημα του 1961 “Everything That Rises Must Converge”. [Ο τίτλος αναφέρεται στη θεωρία του Γάλλου Ιησουίτη Pierre Teilhard de Chardin (Πιερ Τεγιάρ ντε Σαρντέν) ότι ο κόσμος ιεροποιείται σταδιακά από την ανθρώπινη δραστηριότητα σε μορφή ανοδικής σπείρας]. Ένας λευκός που ζει στο οικογενειακό του σπίτι, μετά το κολέγιο επιβιβάζεται με τη μητέρα του σε ένα από τα νέα λεωφορεία φυλετικής ενσωμάτωσης. Το θέαμα μιας Αφροαμερικανίδας που φοράει καπέλο παρόμοιο με της μητέρας του τον κάνει να συλλογιστεί όλα όσα τους ενώνουν. Η μητέρα του, βλέπει ένα μαύρο αγόρι να συνοδεύει τη γυναίκα με το καπέλο, και του δίνει ένα νόμισμα που απεικονίζει τον Λίνκολν. Μετά τα πράγματα δυσκολεύουν. 

Το διήγημα δημοσιεύθηκε στη συλλογή «Τα καλύτερα αμερικανικά διηγήματα» κερδίζοντας και βραβείο Ο' Χένρυ το 1963. Η Ο’ Κόννορ δήλωσε πως δεν είχε τίποτα άλλο να πει «επί του θέματος» Κι όμως είχε. Τον Μάιο του 1964, έγραψε στη φίλη της Maryat Lee (Μέριατ Λη), θεατρική συγγραφέα γεννημένη στο Τενεσί που ζούσε στην Νέα Υόρκη και ήταν ένθερμη υποστηρίκτρια των πολιτικών δικαιωμάτων:

«Ως προς τους νέγρους, αυτό που δεν συμπαθώ είναι το φιλοσοφικό, προφητικό και δογματικό είδος, το είδος του Τζέιμς Μπόλντουιν. Τους εντελώς αδαείς και λαλίστατους. Ο Μπόλντουιν μας ενημερώνει για την εμπειρία του νέγρου στο Χάρλεμ αλλά εκφράζεται και επί παντός επιστητού. Δεν νομίζω πως ο Μ.Λ. Κινγκ είναι ο μέγας άγιος του αιώνα, αλλά τουλάχιστον κάνει ό,τι μπορεί και πρέπει να κάνει. Δεν ξέρω τίποτα για τον Ossie Davis (Όσι Ντέιβις) πέρα από το ότι τον συμπαθείς, όμως εσύ μάλλον τους συμπαθείς όλους. Το δικό μου ερώτημα είναι: ποιοι απ’ αυτούς θα ήταν ανεκτοί ως λευκοί. Αν ο Μπόλντουιν ήταν λευκός κανείς δεν θα τον άντεχε ούτε λεπτό. Προτιμώ τον Κάσιους Κλέυ. “Αν ένας τίγρης βρίσκεται στο δωμάτιο μαζί σου” λέει ο Κάσιους “κι εσύ βγεις, αυτό δεν σημαίνει πως μισείς τον τίγρη. Σημαίνει πως δεν ταιριάζετε. Πολύς λόγος γίνεται για το μίσος”. Ο Κάσιους χαραμίζεται με τους Μουσουλμάνους». 

Αυτή η παράγραφος, δημοσιευμένη στο “The Habit of Being” θυμίζει γράμμα του 1959, πάλι προς την Μέριατ Λη, η οποία είχε προτείνει επίσκεψη του Μπόλντουιν –το δικό του «Γράμμα από τον Νότο» είχε μόλις δημοσιευθεί στο Partisan Review– στην Ο’ Κόννορ, μιας και εκείνος θα βρισκόταν στην περιοχή για ρεπορτάζ. Η Ο’ Κόννορ είχε αντιρρήσεις:

«Όχι, δεν μπορώ να συναντήσω τον Τζέιμς Μπόλντουιν στην Τζόρτζια. Θα προκαλούσε μεγαλύτερα προβλήματα, ενόχληση και διχασμό. Θα ήταν ευχάριστη μια συνάντηση στην Νέα Υόρκη, εδώ όχι. Τηρώ τις παραδόσεις της κοινωνίας που με τρέφει – αυτό είναι το πρέπον. Όσο πετάει το μουλάρι τόσο κι εγώ θα δω τον Τζέιμς Μπόλντουιν στην Τζόρτζια. Διάβασα ένα διήγημά του και ήταν καλό».

flannery toni james
Τόνι Μόρισον – Φλάννερυ Ο' Κόννορ – Τζέιμς Μπόλντουιν

Έκτοτε οι θαυμαστές της Ο’ Κόννορ υποβαθμίζουν αυτές τις παρατηρήσεις. Αλλά δεν είναι λόγια της στιγμής ή του αέρα. Γράφτηκαν στο ίδιο γραφείο όπου η Ο’ Κόννορ έγραφε τα έργα της και αντλούνται από την ίδια πηγή αλληλογραφίας, η οποία ανέβασε το γόητρό της. Αυτό φέρνει τους υποστηρικτές της σε δύσκολη θέση – πρέπει να αναδείξουν την αλληλογραφία της ως εύγλωττη έκφραση του χαρακτήρα της αλλά να εξαιρέσουν τα δυσάρεστα τμήματα. 

flannery cov16Το 2019, το Πανεπιστήμιο Φόρνταμ οργάνωσε συμπόσιο με θέμα την Ο’ Κόννορ και το φυλετικό ζήτημα, επιχορηγούμενο από κληροδότημα της συγγραφέως. Η οργανώτρια, Angela Alaimo O’ Donnell, επιμελείται μια σειρά βιβλίων με θέμα Καθολικούς συγγραφείς χρηματοδοτούμενο από την ίδια πηγή και έχει επιμεληθεί ένα βιβλίο προσευχών βασισμένο στο έργο της Ο’ Κόννορ. Αντλώντας από τα ίδια δεδομένα, έχει επίσης γράψει μια ποιητική συλλογή που «μεταφέρει τη φωνή» της συγγραφέως. Σε νέο τόμο της σειράς με τίτλο "Radical Ambivalence: Race in Flannery O’Connor” (Fordham), εξετάζει τη Φλάννερυ σε σχέση με το θέμα του ρατσισμού. 

Υποστηρίζοντας πως το έργο της Ο’ Κόννορ κατατρύχεται από το φυλετικό ζήτημα, η O’ Donnell χρησιμοποιεί τεχνικές από τις σπουδές «λευκότητας» [whiteness studies] και από την κριτική φυλετική θεωρία καθώς και την έννοια της Τόνι Μόρισσον για την αφρικανιστική ετερότητα [Africanist othering]. Παρουσιάζει, επίσης, μια ως τώρα αδημοσίευτη παράγραφο της Φλάννερυ με θέμα τη φυλή και συζητεί με μελετητές που εξετάζουν τις ρατσιστικές της παρατηρήσεις σε σχέση με τα ιστορικά συφραζόμενα. Αν και σαφώς αγχωμένη από το φυλετικό πρόβλημα της Ο’ Κόννορ, η O’ Donnell εν τέλει επαναλαμβάνει τα παλαιότερα επιχειρήματα με πιο σύγχρονους όρους λογοτεχνικής-κριτικής θεωρίας, παρουσιάζοντας την Ο’ Κόννορ ως κάποια «που μέσα στα γραπτά της ξεπέρασε κάποια όρια στον τρόπο που προσεγγίζει φυλετικά θέματα», αλλά τονίζοντας πως τα ολισθήματα και οι υπερβολές της πήγαζαν από κοινωνικές δυνάμεις πέρα από τον δικό της έλεγχο.  

Τα επιχειρήματα που πηγάζουν από το πολιτισμικό πλαίσιο αναπτύσσονται ως εξής: Η Ο’ Κόννορ ήταν λογοτέχνις που έδρασε μέσα σε συγκεκριμένο τόπο και συγκεκριμένη εποχή, και οι αδυναμίες της ήταν οι αδυναμίες «των παραδόσεων που την ανέθρεψαν». Αναγκασμένη από τη νόσο να επιστρέψει στην Τζόρτζια, παγιδεύτηκε σε έναν «κώδικα συμπεριφοράς του Νότου» που υποστήριζε την ανωτερότητα των λευκών έναντι των μαύρων, αλλά η γραφή της υποβάλλει αυτόν τον κώδικα σε εξονυχιστικό έλεγχο. Αν και χρησιμοποιούσε φυλετικούς χαρακτηρισμούς στην αλληλογραφία της χωρίς προσοχή, διαχειριζόταν θαρραλέα το θέμα στη μυθοπλασία, απεικονίζοντας τους λευκούς με άκρα αυστηρότητα και δημιουργώντας ακέραιους μαύρους χαρακτήρες που «διατηρούν απαραβίαστη ιδιωτικότητα». Και ήταν αξιέπαινα επιφυλακτική απέναντι στην πολιτισμική ιδιοποίηση. «Δεν νιώθω ικανή να μπω στο μυαλό ενός νέγρου» είπε σε κάποιον δημοσιογράφο – μια απροθυμία που η Άλις Γουόκερ επαίνεσε σε εργασία της το 1975.

Όλη αυτή η αναφορά στο ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο είναι όμως ασυνεπής: πότε αποκόπτει την συγγραφέα από την Ιστορία, πότε τη θεωρεί προϊόν αυτής ακριβώς της ρατσιστικής Ιστορίας άρα και θύμα καταπίεσης από αυτή, όπως όλοι. Αντιμετωπίζει την Ο’ Κόννορ ως παλαιότερη συγγραφέα, αν και ήταν σχεδόν σύγχρονη με λογοτέχνες που πλέον θεωρούνται σύγχρονοι: τον Gabriel García Márquez (γενν. το 1927), τη Μάγια Αγγέλου (γενν. το 1928)...

Όλη αυτή η αναφορά στο ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο είναι όμως ασυνεπής: πότε αποκόπτει την συγγραφέα από την Ιστορία, πότε τη θεωρεί προϊόν αυτής ακριβώς της ρατσιστικής Ιστορίας άρα και θύμα καταπίεσης από αυτή, όπως όλοι. Αντιμετωπίζει την Ο’ Κόννορ ως παλαιότερη συγγραφέα, αν και ήταν σχεδόν σύγχρονη με λογοτέχνες που πλέον θεωρούνται σύγχρονοι: τον Gabriel García Márquez (γενν. το 1927), τη Μάγια Αγγέλου (γενν. το 1928), την Ursula K.Le Guin (γενν. το 1929), τον Tom Wolfe (γενν. το 1930) και τον Derek Walcott (γενν. το 1930) μεταξύ άλλων. Η ίδια αυτή θεώρηση υπαινίσσεται πως ο λευκός ρατσισμός στην Τζόρτζια ήταν απόλυτος κυρίαρχος και δεν επέτρεπε εξαιρέσεις, αν και (όπως τονίζει η O’ Donnell) ήταν η εποχή που άλλαξε την Τζόρτζια περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ιστορίας της. Υιοθετώντας μια υπερπροστατευτική στάση, παρουσιάζει την Ο’ Κόννορ, μια ιδιοφυία που εκτιμούσε ιδιαίτερα την αποστασιοποίηση, ως πλάσμα χωρίς ελεύθερη θέληση και ικανότητα να διαμορφώσει προσωπική άποψη. 

flannery cov18Μια άλλη συγγραφέας από την ίδια ηλικιακή ομάδα είναι και η Τόνι Μόρισον, η οποία γεννήθηκε στο Οχάιο το 1931 και έγινε Καθολική στα δώδεκα. Η Μόρισον δημοσίευσε το “Playing in the Dark: Whiteness and the Literary Imagination” το 1992. «Η κατασκευή της αφρικανιστικής προσωπικότητας από λευκούς συγγραφείς» έλεγε «είναι ακούσια: ένας ιδιαίτερος διαλογισμός πάνω στο εγώ, μια στιβαρή διερεύνηση των φόβων και επιθυμιών της συγγραφικής συνείδησης». Επικαλούμενη τη Μόρισον, η O’ Donnell υποστηρίζει πως η γραφή της Ο’ Κόννορ είναι κατά κύριο λόγο προσπάθεια αντιμετώπισης του ρατσισμού της και οι ανάρμοστες παρατηρήσεις στα γράμματα «μας δείχνουν... πως η Ο’ Κόννορ γνώριζε το κακό με την μορφή του ρατσισμού εκ των έσω, μιας και τον είχε ασκήσει».

Το αποφασιστικό αποδεικτικό στοιχείο είναι η «Αποκάλυψη» (“Revelation”), γραμμένη το 1963. Αυτό το ξεχωριστό διήγημα μιλάει για την Ruby Turpin (Ρούμπι Τέρπιν) –λευκή μεσήλικα κτηνοτρόφο από τον Νότο– και τη συνάντησή της στην αίθουσα αναμονής ιατρείου με μια νεαρή γυναίκα με σπουδές στο προοδευτικό κολλέγιο Wellesley. Η λευκή αυτή νέα αηδιάζει τόσο από την απαξιωτική στάση της Τέρπιν που κραυγάζει: «Πήγαινε πίσω στην κόλαση απ’ όπου ήρθες βρωμερή γριά γουρούνα». Αυτό οδηγεί την Τέρπιν σε σύγκρουση με τον Θεό, ενώ επιβλέπει ένα χοιροστάσιο στη φάρμα της, και δημιουργεί μια μεγαλειώδη τελική σκηνή του επέκεινα στα μάτια της Τέρπιν – τους χειρώνακτες του Νότου να ανέρχονται στα ουράνια. Κάποιοι λένε πως αυτό το όραμα εξιλεώνει τη συγγραφέα όσον αφορά τον ρατσισμό. Ο Brad Gooch, σε βιογραφία του 2009, το παρομοίασε με το όνειρο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, όπως το εξέφρασε τον Αύγουστο του 1963. Η O’ Donnell, βασισμένη σε μια παρατήρηση στην αλληλογραφία της, το παρουσιάζει ως «ένα όραμα που η Ο’ Κόννορ προσπαθούσε να αποσπάσει από τον Θεό, σχεδόν κάθε μέρα της ζωής της». Αυτή η οπτική είναι ανερμάτιστη. Στην γνωστή ομιλία του ο Κινγκ οραματιζόταν μαύρους και λευκούς να πορεύονται χέρι χέρι στο απώτερο μέλλον. Αντίθετα, το όραμα της Τέρπιν πηγάζει από τον ρατσισμό, και οι άνθρωποι ανεβαίνουν στα ουράνια κατά φυλή και κοινωνική τάξη, ίσοι αλλά σε σαφώς διακριτές ομάδες. Προηγούνται (και οι έσχατοι έσονται πρώτοι) «τσούρμα μαύροι αράπηδες λευκοντυμένοι, τέρατα και σεληνιασμένοι που ουρλιάζουν, χτυπούν τα χέρια και πηδούν σαν βάτραχοι». Οι λευκοί γαιοκτήμονες όπως η Τέρπιν ακολουθούν. 

flannery 2
Η Φλάννερυ Ο’ Κόννορ

Η Ο’ Κόννορ επιμελήθηκε ξανά την «Αποκάλυψη» το 1964 και έγραψε αρκετά γράμματα στην Maryat Lee (Μέριατ Λη). Πολλοί μελετητές ισχυρίζονται πως τα γράμματά τους (συχνά υπογράφουν με υποκοριστικά) είναι μορφή κωμικής παράστασης, με τη Λη ως υπερπροοδευτική και την Ο’ Κόννορ ως υπερσυντηρητική, αλλά οι πιο σημαντικές φυλετικές παρατηρήσεις της Ο’ Κόννορ στα γράμματα αυτά είναι σαφώς ειλικρινείς. Στις 3 Μαΐου 1964 –ενώ ο Richard Russell, Δημοκρατικός από την Τζόρτζια, κωλυσιεργούσε προσπαθώντας να παρεμποδίσει την ψήφιση από την Γερουσία, του νόμου περί πολιτικών δικαιωμάτων– η Ο’ Κόννορ εκφράζεται σε μια παράγραφο που δημοσιεύεται για πρώτη φορά. 

«Ξέρεις πως είμαι υπέρ της κοινωνικής ενσωμάτωσης λόγω αρχών αλλά υπέρ του φυλετικού διαχωρισμού λόγω προτιμήσεων. Δεν συμπαθώ τους νέγρους. Μου είναι οδυνηροί, και όσο περισσότερο τους βλέπω, τόσο λιγότερο μου αρέσουν. Ιδίως το νέο είδος». 

Δύο εβδομάδες αργότερα αναφέρει στην Λη την απέχθειά της προς το «φιλοσοφίζον, προφητεύον, δογματικό είδος». Ταλαιπωρημένη από τον λύκο γράφει ενημερωτικό σημείωμα στη Λη για την εισαγωγή της στο νοσοκομείο και υπογράφει: «Κυρία Τέρπιν». Πεθαίνει στο σπίτι της δέκα εβδομάδες αργότερα. 

stampsΟι παρατηρήσεις αυτές αποκαλύπτουν μια σαφή θέση που σκληραίνει με το πέρασμα του χρόνου. Ήταν ήδη ανάρμοστες στην εποχή τους. Αλλά κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι απλώς παρατηρήσεις σε φιλικά γράμματα μιας συγγραφέως στα τελευταία της. Είναι εκφραστικές αλλά όχι αντιπροσωπευτικές. Το «δημόσιο έργο της», όπως το αποκαλεί ο καθηγητής Ralph C. Wood, είναι πιο σύνθετο και σημαντικό για μας λόγω των ανάμεικτων μηνυμάτων, γιατί στα φυλετικά ζητήματα ουδείς αναμάρτητος και ουδείς δικαιούται να τη λιθοβολήσει. 

Αυτό όμως το επιχείρημα έρχεται σε αντίθεση με την Ιστορία και με τη θέση της Ο’ Κόννορ στο ιστορικό πλαίσιο. Κατασκευάζει ψευδή ισοδυναμία μεταξύ ρατσιστών από προτίμηση και καταπιεσμένων από τον ρατσισμό. Και τραβάει διαχωριστική γραμμή μεταξύ της μυθοπλασίας της Ο’ Κόννορ και των υπόλοιπων γραπτών της στο φυλετικό θέμα, αν και η μακροχρόνια προσπάθεια μετακίνησής της από το περιθώριο στο κέντρο αγνοεί οποιαδήποτε τέτοια γραμμή. Αυτές οι παρατηρήσεις δεν ανήκουν στο παρελθόν, στον Νότο ή στα λογοτεχνικά εφήμερα. Ανήκουν στο σώμα του έργου της συγγραφέως. Μας δείχνουν ποια ήταν. 

«Ξέρεις πως είμαι υπέρ της κοινωνικής ενσωμάτωσης λόγω αρχών αλλά υπέρ του φυλετικού διαχωρισμού λόγω προτιμήσεων. Δεν συμπαθώ τους νέγρους. Μου είναι οδυνηροί, και όσο περισσότερο τους βλέπω, τόσο λιγότερο μου αρέσουν. Ιδίως το νέο είδος». 

Στη λογοτεχνία, το μέλλον είναι παράξενη θεότητα – στέφει την Ντίκινσον και τον Μέλβιλ Αμερικανούς ιεροφάντες και επαναπροσδιορίζει τον Τ.Σ. Έλιοτ ως κάποιον που απέδρασε από το Μιζούρι κι από έναν κακό γάμο. Οι γενιές που την ακολούθησαν υπήρξαν γενναιόδωρες προς τη Φλάννερυ Ο’ Κόννορ. Οι αναγνώστες της σήμερα είναι πολύ περισσότεροι από όσους είχε εν ζωή. Μετά τον θάνατό της, οι ρατσιστικές αναφορές εμπόδιζαν τη συνάντησή της με τη νέα γενιά κι έτσι ήταν κάπως λογικό να παραμεριστούν. Τώρα όμως η απροθυμία ευθείας αντιμετώπισης του ζητήματος είναι η ίδια εμπόδιο που δεν μας επιτρέπει να την πλησιάσουμε με την σοβαρότητα που ταιριάζει στους μεγάλους συγγραφείς. 

Υπάρχει όμως τρόπος να πάμε μπροστά, κι αυτός εδράζεται στο ίδιο της το έργο. Εδώ και είκοσι χρόνια, η σκηνοθέτις Karin Coonrod (Κάριν Κούνροντ) ανεβάζει θεατρικές διασκευές των διηγημάτων της Ο’ Κόννορ. Σύμφωνα με όρο της διαθήκης της συγγραφέως, η σκηνοθέτις χρησιμοποιεί την κάθε λέξη. Αφήγηση, περιγραφή, διάλογο, σχήματα λόγου και φυλετικούς προσδιορισμούς. Τα μέλη του πολυφυλετικού θιάσου περνούν τη σκυτάλη από ηθοποιό σε ηθοποιό, από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, κι έτσι οι λέξεις της συγγραφέως, όλες οι λέξεις της, ακούγονται όχι μόνο με την δική της φωνή, αλλά και με άλλες. 

* Ο PAUL ELIE είναι συγγραφέας και ειδικός συνεργάτης του Berkley Center for Religion, Peace & World Affairs του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον. Το βιβλίο του “The Life You Save May Be Your Own” τιμήθηκε με το βραβείο PEN/Martha Albrand στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου στο δοκίμιο για το 2004.


Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο site του “The New Yorker” στις 15 Ιουνίου και στην έντυπη μορφή του περιοδικού στο τεύχος της 22 Ιουνίου 2020.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η Εταιρεία Συγγραφέων δεν είναι στρατοδικείο της λογοτεχνίας»

«Η Εταιρεία Συγγραφέων δεν είναι στρατοδικείο της λογοτεχνίας»

Ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων με αφορμή καταγγελίες που δέχεται ότι «αδρανεί» απέναντι σε φαινόμενα λογοκλοπής, πρόσφατα ή πολύ παλιότερα. 

Επιμέλεια: Απόστολος Σκλάβος

Η Εταιρεία Συγγραφέων εκφράζει τη λύπη της για τις επιθέσεις που δέχεται. 

Η Εταιρεία Συ...

Βραβεία «Αναγνώστη»: Διαδικτυακά και με ασφάλεια

Βραβεία «Αναγνώστη»: Διαδικτυακά και με ασφάλεια

Σε ζωντανή διαδικτυακή μετάδοση, χωρίς παρουσία κοινού, ανακοινώθηκαν χθες το απόγευμα τα βραβεία του ηλεκτρονικού περιοδικού oanagnostis.

Επιμέλεια: Απόστολος Σκλάβος

Οι κριτικές επιτροπές του «Αναγνώστη» ανακοίνωσαν τα Λογοτεχνικά Βραβεία 2020 για την εκδοτική παραγωγή του 2019....

94 οργανισμοί ενώνουν τις φωνές τους για τον πολιτισμό

94 οργανισμοί ενώνουν τις φωνές τους για τον πολιτισμό

Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στη φάση των συζητήσεων σχετικά με το πλάνο ανασυγκρότησης της οικονομίας, 94 οργανισμοί, που προέρχονται από τους πολιτιστικούς και δημιουργικούς κλάδους, ενώνουν τις φωνές τους για να αφυπνίσουν τους ευρωπαίους ηγέτες: η πολιτιστική βιομηχανία έχει άμεση ανάγκη από μέτρα ενίσχυσης...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Η Εταιρεία Συγγραφέων δεν είναι στρατοδικείο της λογοτεχνίας»

«Η Εταιρεία Συγγραφέων δεν είναι στρατοδικείο της λογοτεχνίας»

Ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων με αφορμή καταγγελίες που δέχεται ότι «αδρανεί» απέναντι σε φαινόμενα λογοκλοπής, πρόσφατα ή πολύ παλιότερα. 

Επιμέλεια: Απόστολος Σκλάβος

Η Εταιρεία Συγγραφέων εκφράζει τη λύπη της για τις επιθέσεις που δέχεται. 

Η Εταιρεία Συ...

Δήμητρα Κωτούλα: «Σάρωνε με το μολύβι του τον ουρανό σαν κατακόκκινο μπαλόνι»

Δήμητρα Κωτούλα: «Σάρωνε με το μολύβι του τον ουρανό σαν κατακόκκινο μπαλόνι»

Σε αυτή τη στήλη αναρτώνται αδημοσίευτα ποιήματα σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. Σήμερα, η Δήμητρα Κωτούλα.

Επιμέλεια: Γιώργος Αλισάνογλου

I.

νοσταλγούσε, κυρίως

κυρίως νοσταλγούσε
δευτερευόντως
σφύριζε έναν σκοπό ...

«Καιρὸς τοῦ φυλάξαι καὶ καιρὸς τοῦ ἐκβαλεῖν»

«Καιρὸς τοῦ φυλάξαι καὶ καιρὸς τοῦ ἐκβαλεῖν»

Ένα αναγνωστικό ημερολόγιο για όσα διαβάσαμε, υπογραμμίσαμε και ξεχωρίσαμε τους μήνες που πέρασαν. Σκέψεις που σημειώσαμε στο περιθώριο των βιβλίων. Φράσεις και εικόνες που θέλουμε να κρατήσουμε. Έλληνες και μεταφρασμένοι συγγραφείς σε μια ιδιότυπη αλληλουχία.

Του Κώστα Αγοραστού

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...
Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Katharine Anne Porter «Το πλοίο των τρελών» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), που κυκλοφορεί στις 3 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σχεδόν όλοι όσοι βρίσκ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΦΑΚΕΛΟΙ