
Για το μυθιστόρημα του Μπέντζαμιν Γουντ (Benjamin Wood) «Στα ρηχά» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδ. Διόπτρα).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Γαλακτώδης ομίχλη που καλύπτει σαν κουβέρτα τα πάντα. Θάλασσα σκοτεινή και ανερμήνευτη. Πάει κι έρχεται όπως εκείνη θέλει. Η μυρωδιά των φυκιών και των γαρίδων οξύνει τις αισθήσεις, αφήνει στον νοτισμένο αέρα μια αίσθηση απουσίας ζωής. Ένας νεαρός άντρας, ο Τόμας, παλεύει με αυτά τα στοιχεία που βλέπει, όσο βλέπει, και με άλλα που κουβαλάει μέσα του, όσο αντέχει να τα κουβαλάει.
Από την αρχή κιόλας του μυθιστορήματός του, ο Γουντ πλάθει ατμόσφαιρα, δημιουργεί εντύπωση με την ιμπρεσιονιστική ματιά του, την ίδια στιγμή που σου δίνει κατά την ανάγνωση να δοκιμάσεις μια παράξενη μορφή απτικότητας με τον ήρωα και όσα τον περιβάλλουν.
Το Λονγκφέρι
Για τις ανάγκες της αφήγησης ο Μπέντζαμιν Γουντ δημιούργησε το επινοημένο Λονγκφέρι. Μια φτωχή παραθαλάσσια περιοχή της βόρειας Αγγλίας, κάπου στη δεκαετία του ’60. Μια περιοχή αποξεχασμένη από τους ανθρώπους της πόλης. Ο Τόμας ψαρεύει γαρίδες με τον παλιό, παραδοσιακό τρόπο: καβάλα στο άλογό του και το κάρο του. Αρνείται να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, αλλά όπως θα διαπιστώσει κανείς στη συνέχεια, αυτό δεν είναι το μόνο μη προσαρμόσιμο μέσα του.
Λογικά, ένας νέος δεν θα ήθελε να ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση σε έναν τόπο που δεν έχει να του προσφέρει καμία χαρά. Η δουλειά του είναι κοπιαστική και ελάχιστα προσοδοφόρα. Κι όμως, συνεχίζει να την κάνει προς χάρη της μητέρα του και, ίσως, διότι δεν έχει τη δύναμη να κάνει αυτό που πραγματικά θέλει.
Ο Τόμας σκαρώνει τραγούδια με την κιθάρα του, αλλά έχει πάντα την απορία από πού του ήρθε αυτό το ταλέντο; Ποια ρίζα τον δένει με τη μουσική; Πατέρας δεν υπάρχει. Έχει χαθεί αδόκητα και η απουσία του μετράει μέσα στον Τόμας.
Αυτό εξηγεί εν μέρει τον χαρακτήρα του: εσωστρεφής, ντροπαλός, με ελάχιστη αυτοεκτίμηση. Μπορεί οι τέχνες να είναι το καταφύγιό του, αλλά μέσα του δεν πιστεύει πως έχει το δικαίωμα να τις ακολουθήσει. Να γίνει μουσικός; Ούτε που το σκέφτεται!
Ο Έντγκαρ
Η τέχνη μοιάζει στα μάτια του πολυτέλεια για κάποιον που πρέπει πρώτα να επιβιώσει. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τη ζωή του. Ακριβώς αυτή την εσωτερική σύγκρουση έρχεται να ανατρέψει η εμφάνιση του Έντγκαρ Άτσεσον, ένας Αμερικανός κινηματογραφιστής που φτάνει στην περιοχή αναζητώντας τοποθεσίες για μια ταινία. Τι παράξενο, όμως: ο Τόμας που χάνει τα λόγια του μπρος στην Τζόαν, την αδελφή του καλύτερου του φίλου, ένα πρόσωπο που, όντως, θα μπορούσε να ανατρέψει την επίπλαστη ισορροπία της ζωής του, χρειάζεται έναν άνθρωπο σαν τον Έντγκαρ για να δει άλλες όψεις, κρυμμένες, στη ζωή του.
Το μυθιστόρημα κυκλώνεται από τον τόπο: εξωτερικό και εσωτερικό.
Ο Έντγκαρ προσλαμβάνει τον Τόμας ως οδηγό και γνώστη της ακτής. Για τον νεαρό, η γνωριμία αυτή μοιάζει αρχικά με μια απρόσμενη έξοδο από τον περιορισμένο κόσμο του. Σε αντίθεση μ’ αυτόν, ο σκηνοθέτης είναι κοσμοπολίτης, γοητευτικός, γεμάτος ιστορίες και υποσχέσεις. Αντιπροσωπεύει όλα όσα ο Τόμας δεν είναι: κίνηση, ελευθερία, χρήματα, τέχνη, περιπέτεια.
Η σχέση των δύο αντρών αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους άξονες του βιβλίου. Ο Τόμας βλέπει στον Έντγκαρ ως μια πιθανή εκδοχή της ζωής που θα μπορούσε να ζήσει, ενώ ο Έντγκαρ βλέπει στον Τόμας κάτι που ο ίδιος έχει χάσει: αυθεντικότητα και μια άμεση σχέση με τον κόσμο. Καίτοι δεν διαμορφώνεται μεταξύ τους μια σχέση δασκάλου-μαθητή, τελικά ο Έντγκαρ λειτουργεί ως καταλύτης στη ζωή του Τόμας, ακόμη κι αν τελικά δεν επιβεβαιώνει τις ελπίδες που έχει εναποθέσει πάνω του.
Το μυθιστόρημα κυκλώνεται από τον τόπο: εξωτερικό και εσωτερικό. Ο Γουντ λειτουργεί πότε ενδομορφικά και πότε αφήνει τη θάλασσα, την άμμο ή την ομίχλη να δηλώσουν την παρουσία τους ουσιαστικά. Άλλωστε, ένας επικίνδυνος λάκκος στην άμμο μπορεί να προκαλέσει και τον θάνατο ενός ανθρώπου.
Ο τόπος
Αίφνης, όταν μια νύχτα οι δυο τους αποφασίσουν να βγουν στην ακτή, αυτή η φυσική απειλή μετατρέπεται σταδιακά σε ψυχολογική και υπαρξιακή. Η ομίχλη και τα κρυμμένα βάθη της παραλίας αντικατοπτρίζουν την αβεβαιότητα του Τόμας: δεν γνωρίζει πού πηγαίνει, τι μπορεί να εμπιστευτεί και ποια ζωή πραγματικά θέλει.
Ο νεαρός έχει μάθει ότι το καθήκον προηγείται της προσωπικής επιθυμίας. Έτσι, το όνειρο της μουσικής δεν είναι απλώς επαγγελματική φιλοδοξία· μοιάζει σχεδόν με προδοσία της οικογένειας.
Η παραλία, ένας τόπος μεταξύ στεριάς και θάλασσας λειτουργεί σαν σύμβολο μετάβασης ανάμεσα σε κάτι που σε κρατάει δέσμιο και σε κάτι που σε τραβάει να ταξιδεύσεις στο άγνωστο.
Αυτό που σίγουρα τον κρατάει γερά στον τόπο του, είναι η μητέρα του Τόμας. Είναι η μεγαλύτερη συναισθηματική του άγκυρα και ένας από τους λόγους για τους οποίους δυσκολεύεται να φύγει. Η σχέση τους δεν είναι απλή. Υπάρχει αγάπη, οικονομική εξάρτηση, ενοχή και ένας βαθύς φόβος ότι η ανεξαρτησία του Τόμας θα ισοδυναμούσε με εγκατάλειψή της.
Ο νεαρός έχει μάθει ότι το καθήκον προηγείται της προσωπικής επιθυμίας. Έτσι, το όνειρο της μουσικής δεν είναι απλώς επαγγελματική φιλοδοξία· μοιάζει σχεδόν με προδοσία της οικογένειας. Συν τοις άλλοις, η απουσία του πατέρα του, όπως προαναφέραμε δρα μέσα του ουσιαστικά. Δεν τον γνώρισε πραγματικά και προσπαθεί να κατασκευάσει μέσα του μια εικόνα για το ποιος ήταν.
Ο πατέρας
Η σχέση με τον άγνωστο πατέρα συνδέεται άμεσα με το ερώτημα της κληρονομιάς: από πού προέρχεται το ταλέντο του; Είναι κάτι που κληρονόμησε ή κάτι που δημιούργησε ο ίδιος; Η απάντηση έρχεται μέσα από μια παράξενη, ονειρική εμπειρία, όταν ο Τόμας βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο και η μορφή του πατέρα του εμφανίζεται μπροστά του.
Ο Γουντ επιστρατεύει για τη συγκεκριμένη σκηνή τη δύναμη του ονείρου και της παραίσθησης για να χρωματίσει την ψυχική κατάσταση του ήρωα. Ο Τόμας συναντά (;) έναν πατέρα που μπορεί να του δώσει αυτό που δεν είχε ποτέ: μια εξήγηση για τον εαυτό του και την άδεια να γίνει καλλιτέχνης.
Από αυτή την εμπειρία γεννιέται ένα τραγούδι που ουσιαστικά μιλάει για όλη τη ζωή του και λειτουργεί μέσα του αποκαλυπτικά. Έως εκείνη τη στιγμή ο Τόμας μοιάζει να ετεροκαθορίζεται. Χρειάζεται πάντα κάποιον να του δείξει τον δρόμο της αυτογνωσίας. Το τραγούδι αντίθετα του αποκαλύπτει μια άλλη ουσία της ζωής του: είναι αυτός ο ίδιος που οφείλει να βρει τη φωνή του. Μόνος του, δίχως δεκανίκια.
Ο επίλογος
Κάπως έτσι ορισμένα ουσιώδη πράγματα βρίσκουν τη θέση τους στη ζωή του: η μουσική, το παρελθόν, η Τζόαν, η πόρτα της ελευθερίας. Στο τέλος ο Τόμας βρίσκει το θάρρος να της μιλήσει και να της παίξει το τραγούδι του. Αν όλα βαίνουν καλώς από το σημείο αυτό και μετά; Όχι, τέτοιες δραματικές αλλαγές δεν θα υπάρξουν στη ζωή του. Εντούτοις, και μόνο ότι κατάφερε ο Τόμας να βρει κάποιες μικρές απαντήσεις, λίγο δεν είναι.
Ο Γουντ ξέρει να φτιάχνει ατμόσφαιρα, αν και ορισμένες φορές ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως δοκιμάζει την αντοχή των «υλικών» του. Παίζει με τον ρεαλισμό και τις ποικίλες εκδοχές του. Κάπως έτσι, φτιάχνει ένα αυθεντικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης με εντελώς δικό του τρόπο.
Το βιβλίο βρέθηκε στη μακρά λίστα του Βραβείου Μπούκερ το 2025 και κέρδισε το Nero Book Award for Fiction. Όσο για την μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ: είναι καμωμένη από έμπειρο χέρι που καταφέρνει να ξεπεράσει τους σκοπέλους του Γουντ. Ας πούμε, η σκηνή με τη «συνάντηση» του Τόμας με τον πατέρα του, χρειάζεται επιδέξιο χειρισμό από τον μεταφραστή, κάτι που στη συγκεκριμένη μετάφραση επιτυγχάνεται.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μπέντζαμιν Γουντ γεννήθηκε το 1981 και μεγάλωσε στο Μέρσισαϊντ. Έργα του έχουν περιληφθεί στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Costa Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, για το Βραβείο της Κοινοπολιτείας, για το Βραβείο Νέου Συγγραφέα της Χρονιάς των Sunday Times, για το RSL Encore, για το CWA Gold Dagger και για το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το 2014 απέσπασε το γαλλικό Βραβείο Μυθιστορήματος Fnac για το πρώτο του βιβλίο. Διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο King’s College και ζει στο Σάρεϊ με τη γυναίκα του και τους γιους τους.























