
Για το μυθιστόρημα του Γιούρι Φέλσεν (Juri Felsen) «Πλάνη» (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Gutenberg).
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Θαυμάζω τους δημιουργούς που σε πείσμα της εποχής και των αντικειμενικών δυσκολιών, προτάσσουν το καλλιτεχνικό τους όραμα. Ο βασικός λόγος είναι ότι αναγνωρίζω τον τερατώδη εγωισμό του καλλιτέχνη, ο οποίος όπως όλοι βάλλεται από τα πυρά της ιστορικής πραγματικότητας, εντούτοις δεν υποκύπτει στο βάρος της επικαιρότητας, ακολουθώντας τον δρόμο εκείνο που του επιτάσσει η φαντασία του – είναι αυτή η μικρής έκτασης προδοσία, η απόδραση από τη «συναγωγή», από την Πόλη και τις καταστατικές της αρχές που τον καθιστά ταυτόχρονα αποδιοπομπαίο και άξιο θαυμασμού. Βεβαίως ίσως πρόκειται απλά για μία ακόμα πλάνη, όπως και οι άλλες που αναφέρονται σε αυτό το υψηλής αισθητικής και πυκνότητας βιβλίο του Γιούρι Φέλσεν με τον τίτλο Πλάνη, σε πραγματικά απολαυστική μετάφραση της έμπειρης Ελένης Μπακοπούλου.
Το βιβλίο
Δύο θέματα κυριαρχούν από καταβολής γραφής: το ένα είναι ο έρωτας και το άλλο το αναπόφευκτο, ενώ συχνά συνυπάρχουν. Η Πλάνη είναι ένα βιβλίο για τον έρωτα, θα μπορούσε να πει κάποιος, αφού πρόκειται για την ερωτική ιστορία του πρωταγωνιστή και της Λιόλια, δύο Ρώσων εμιγκρέδων στο Παρίσι μετά την εδραίωση της εξουσίας των Μπολσεβίκων. Την ίδια στιγμή είναι κάτι διαφορετικό: η ιστορία του ενός εκ των δύο, αφού τον δικό του λόγο διαβάζουμε σε πρώτο πρόσωπο, υπό μορφή ημερολογίου. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική, καθότι η καταγραφή αμέσως γίνεται ευεπίφορη στη μονομέρεια, ακόμα και στην υποψία περί αναξιόπιστου αφηγητή, του οποίου τον παραληρηματικό λόγο παρακολουθεί ο αναγνώστης. Ο συγγραφέας-πρωταγωνιστής, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αδιαφορεί για την αντικειμενικότητα, για την «αλήθεια», καθώς κανένα άλλο πρόσωπο δεν παίρνει τον λόγο. Το βιβλίο (του) είναι αυτοαναφορικό, με ένα και μόνο κέντρο, τον ίδιο. Όλα λαμβάνουν χώρα εντός της ατέρμονης επικράτειας του Εγώ, το οποίο αλέθει τα γεγονότα και τις αναμνήσεις παράγοντας σκέψεις κι εντυπώσεις κατά ριπάς. Τα πάντα φιλτράρονται μέσα από το πρίσμα του πρωταγωνιστή, σαν ένας ύμνος στον σολιψισμό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κεντρικός χαρακτήρας παραμένει σταθερός και αμετακίνητος – κάθε άλλο, αλλάζει διαρκώς, αλλά όχι ως αποτέλεσμα της δράσης ή της αλληλεπίδρασης με τους άλλους και κυρίως με την αγαπημένη του, αλλά μέσα από τη συνεχή αναδιαπραγμάτευση με τον εαυτό του. Ο πρωταγωνιστής, ως άλλος Άμλετ (εκείνο το απόλυτο είδωλο του απεριόριστου Εγώ που επανεφευρίσκει σε κάθε μονόλογο τα όριά του), συνδιαλέγεται με τις σκέψεις του, θαρρείς ότι ο έρωτας και το άλλο πρόσωπο υπάρχουν απλά και μόνο για να προσφέρουν στον άντρα τη δυνατότητα να συλλογιστεί επάνω στο θέμα της ύπαρξης, καταθέτοντας γραπτώς τα βήματα στην πορεία που οδηγεί στην αυτογνωσία του. Βεβαίως, κι αυτό είναι ένα ακόμα ενδιαφέρον σημείο, η αυτογνωσία που εργαλειοποιεί ή αντικειμενοποιεί (με σύγχρονους όρους) τους μετέχοντες στην παράσταση του Ενός παραμένει τελικά μια ακόμα πλάνη – πλάνη της οποίας προηγήθηκε εκείνη του έρωτα, της αλληλοπεριχώρησης δύο ανθρώπινων πλασμάτων.
Ο πρωταγωνιστής πλήττει κατά μόνας («Τα πάντα στη ζωή μου -συναντήσεις, γνωριμίες, διαχείριση του χρόνου- είναι επιφανειακά, άνευρα και ανιαρά»), σκυθρωπός παρατηρητής της καθημερινότητάς του, στο ανελέητο κυνήγι του επιούσιου σε μια ξένη χώρα. Η εμφάνιση της γυναίκας, η οποία έχοντας χωρίσει θα εμφανιστεί στο προσκήνιο, αποτελεί αφορμή για στοχασμούς, για παρατηρήσεις, για εικασίες και ενδοσκόπηση που εμπλουτίζουν με την έντασή τους τη ζωή του. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη διαπλοκή των σκέψεων, αν όχι των συναισθημάτων τα οποία καλύπτονται συνεχώς με αλλεπάλληλες στρώσεις ιδεών, αδρανοποιώντας ουσιαστικά την έντασή τους – ένα ακόμα ενδιαφέρον σημείο.
Εφόσον οι σκέψεις δεν είναι παρά η σκιά των συναισθημάτων μας, όπως σοφά κατέληξε ο Νίτσε, εδώ έχουμε την αντιστροφή που προσφέρει η τέχνη. Ο παραμορφωτικός της φακός φέρνει στο προσκήνιο, επί τούτω, τις σκέψεις που τα συναισθήματα έχουν αναδεύσει, αποτρέποντας τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη, ο οποίος καλείται να στοχαστεί επάνω στα γραφόμενα και όχι να νιώσει, να ταυτιστεί με το δράμα κανενός – σκόπιμα ο συγγραφέας δεν επιτρέπει άλλη ταύτιση παρά μόνο εκείνη του πνεύματος, οπότε είναι λογικό ότι αρκετοί αναγνώστες θα παραμείνουν απαθείς και ίσως αποθαρρυνθούν, ενώ όσοι παραμείνουν θα αμειφθούν από τον πλούτο των ιδεών, της ανάλυσης και της πνευματικής διαύγειας του συγγραφέα.
Ένας κόσμος συλλογισμών
Σταχυολογώ, καθότι αδύνατον να καλύψω ολόκληρο το βιβλίο. Στο «Μέρος Τρίτο» (σελ. 186) ο προσεκτικός αναγνώστης θα ανακαλύψει ένα κομβικό σημείο, το οποίο αν αναγνωστεί με προσοχή ανοίγει τη θύρα που οδηγεί σε έναν ολόκληρο κόσμο συλλογισμών. Ο πρωταγωνιστής σταματά την αφήγηση των πεπραγμένων και εξομολογείται, απευθυνόμενος στον αναγνώστη του. Αναφέρει αρχικά ότι οι σκέψεις, οι προτάσεις που έχει ήδη στη διάθεσή του είναι πολύ περισσότερες από όσες παραθέτει, ενώ πλέον διαθέτει την τεχνική να τις ενσωματώνει και να τις εμπλουτίζει κατά το δοκούν. Κι όμως αυτή η ευχέρεια είναι κάτι που μάλλον του δημιουργεί ένα αίσθημα ενοχής, οπότε καθυστερεί εκούσια στο δυσπρόσιτο, εκείνο που απαιτεί μόχθο να ειπωθεί με την απαραίτητη ακρίβεια. Ταυτόχρονα, όμως, συνεχίζει αδιάλειπτα την κούρσα της καταγραφής προκειμένου να κατατεθούν όλα εκείνα που σε διαφορετική περίπτωση θα χαθούν στους λαβυρίνθους του χρόνου – η ανάγκη για καταγραφή της ανάμνησης αποδεικνύεται πιο ισχυρή.
Εδώ συντελείται η κομβική στροφή, οπότε στη θέση της «καλοπροαίρετης ερωτευμένης γυναίκας» για τα μάτια της οποίας προοριζόταν αρχικά το εξωραϊσμένο ημερολόγιο θα έρθει ο ανώνυμος, «αδιάφορος και αμερόληπτος» αναγνώστης (όλοι εμείς)
Συνεχίζει λέγοντας ότι με το πέρασμα του χρόνου όσα έχουν κατατεθεί με επιμέλεια θα γίνουν «επάγγελμα», το οποίο σημαίνει ότι θα πάψουν να είναι δύσκολα ή πρωτότυπα. Αλλά το σημαντικότερο, δεν θα υπάρχει πλέον λόγος να παραμένει κρυφό κάτι που εκ πρώτης αφορά έναν άνθρωπο, τον πρωταγωνιστή, και τα συναισθήματά του, οπότε το ιδιωτικό θα παραχωρήσει τη θέση του στο δημόσιο. Εδώ συντελείται η κομβική στροφή, οπότε στη θέση της «καλοπροαίρετης ερωτευμένης γυναίκας» για τα μάτια της οποίας προοριζόταν αρχικά το εξωραϊσμένο ημερολόγιο θα έρθει ο ανώνυμος, «αδιάφορος και αμερόληπτος» αναγνώστης (όλοι εμείς), του οποίου μάλιστα ο πρωταγωνιστής «προβλέπει την περιφρονητική του αγανάκτηση». Συγκλονιστική στιγμή αποκάλυψης του καλλιτέχνη, ο οποίος παίζει με την ψευδεπίγραφη καλλιτεχνική δημιουργία του, υπενθυμίζοντας περίτεχνα και με ερμητικό τρόπο το εγκεφαλικό παιχνίδι που έχει στήσει, προκαλώντας τον αναγνώστη να εισέλθει, όντας ο ίδιος συμμέτοχος και ταυτόχρονα σε απόσταση – ένα ενεργό υποκείμενο που δεν πείθεται από τις λεκτικές ακροβασίες του συγγραφέα, αλλά στέκει παράμερα και οικτίρει τον πρωταγωνιστή. Έξαφνα -κρούει τον κώδωνα- δεν υπάρχει ερωτευμένη γυναίκα, δεν υπάρχει καν κάποιο ζευγάρι και η ερωτική του ιστορία, υπάρχεις εσύ αναγνώστη που διαβάζεις αυτές τις σελίδες, για χάρη σου έχει στηθεί αυτό το σκηνικό, εσύ θα κριθείς άξιος ή όχι ενός τέτοιου κειμένου.
Ο έρωτας λοιπόν είναι πλάνη, η ζωή είναι πλάνη, αλλά πιο μεγάλη πλάνη είναι η γραφή. Ο αναγνώστης διαβάζει ένα κείμενο μυθοπλασίας, τουτέστιν χαλκευμένο, δημιούργημα φαντασίας.
Και προχωρά ακάθεκτος, προσκαλώντας τον αναγνώστη στην κατανόηση και στη μέθεξη του πνεύματος. Ποιος μπορεί να κατανοήσει καλύτερα, αν όχι εκείνος που αγανακτεί με τον προδότη δημιουργό; Όπως αναφέρει ο πρωταγωνιστής/ συγγραφέας, η έκθεση σε κοινή θέα του προσωπικού αποτελεί προδοσία κι ο λόγος είναι ότι «αναζητώ μέσα του το σκοτεινό, αυτό που συνήθως οι άνθρωποι αποκρύπτουν (συχνά κι από τον εαυτό τους), και άθελά μου ντρέπομαι για ότι θα μπορούσε να είναι άξιο θαυμασμού». Μεθερμηνευόμενο: η εσωτερική αναζήτηση όλων εκείνων που κρύβουμε από τον εαυτό μας εκ των πραγμάτων οδηγούν σε μέρη σκοτεινά, καταπακτές που κρατάμε κλειστές. Την ίδια στιγμή η διαδικασία είναι -θα μπορούσε να είναι- άξια θαυμασμού, αν όχι για όσα πρόσφορα και θετικά εμφανίζονται, αλλά τουλάχιστον ως αποτέλεσμα της διεργασίας που οδήγησε στην ανάδειξη του έσω. Αυτός είναι όμως ο ρόλος της τέχνης, να μην ορρωδεί μπροστά στο σκοτεινό, έστω κι αν το κάνει προδίδοντας ενοχικά το φωτεινό.
Περί πλάνης
Ο έρωτας λοιπόν είναι πλάνη, η ζωή είναι πλάνη, αλλά πιο μεγάλη πλάνη είναι η γραφή. Ο αναγνώστης διαβάζει ένα κείμενο μυθοπλασίας, τουτέστιν χαλκευμένο, δημιούργημα φαντασίας. Επομένως πλανάται, αλλά εκούσια, καθότι επιθυμεί να πλανηθεί και να περιπλανηθεί σε έναν χρόνο και χώρο φανταστικό. Εκεί θα συναντήσει τον συγγραφέα, ο οποίος γράφει για τη δική του πλάνη, τη φανταστική του ιστορία. Το αποτέλεσμα είναι ότι η πλάνη αυτή αποκτά υπόσταση αφηγούμενη και μετατρέπεται σε αλήθεια, έστω προσωρινή όσο κρατάει η αφήγηση. Πρόκειται για μια συνωμοσία από κοινού μεταξύ των δύο μερών, αφηγητή και αναγνώστη.
Ακόμα κι αν ο έρωτας είναι πλάνη, η ανάγκη που τον έφερε στο προσκήνιο δεν είναι. Εφόσον η αγάπη ενυπάρχει σ’ εκείνον που τη νιώθει, τότε παραμένει άξια ύπαρξης – τουλάχιστον έως ότου αποδειχθεί πλάνη.
Αφενός λοιπόν υπάρχει η πλάνη. Αφετέρου είναι χρήσιμη γιατί γεννά ψυχική ένταση, η οποία οδηγεί στο να σκάβουμε στο ανθρώπινο σκοτάδι, προκειμένου να ανασύρουμε κομμάτια αδιαμφισβήτητης γνώσης. Ο πρωταγωνιστής γνωρίζει εξαρχής το αποτέλεσμα της πλάνης και καταγράφει την πορεία της, όμως για χάρη τίνος; Προφανώς όχι του ιδίου, αφού το αποτέλεσμα το γνωρίζει, αλλά ούτε και για χάρη της άμεσα ενδιαφερόμενης, όπως έχω ήδη αναφέρει, αλλά για την ίδια την αφήγηση. Ο πρωταγωνιστής θα επιμένει ως το τέλος γνωρίζοντας ότι πρόκειται για πλάνη, ως το έρμα (τα βαρίδια) που θα τον κρατήσει στην επιφάνεια. Σε τελική ανάλυση, η πλάνη του έρωτα είναι αυτό που ένιωσε, επομένως είναι αληθινό.
Ακόμα κι αν ο έρωτας είναι πλάνη, η ανάγκη που τον έφερε στο προσκήνιο δεν είναι. Εφόσον η αγάπη ενυπάρχει σ’ εκείνον που τη νιώθει, τότε παραμένει άξια ύπαρξης – τουλάχιστον έως ότου αποδειχθεί πλάνη. Και μέχρι τώρα, τη στιγμή της αφήγησης (που είναι και στιγμή ανάμνησης, επομένως πιθανώς πλασματικής αναδημιουργίας του παρελθόντος), ισχυρίζεται ο φανταστικός χαρακτήρας του βιβλίου, δεν έχει αποδειχθεί τέτοια, αφού η πίστη στην αγάπη τον κρατάει ζωντανό ούσα δεσμευτική, κάτι που αποδεικνύει επομένως ότι δεν πρόκειται για πλάνη. Ή μήπως όχι; Το ερώτημα θα παραμείνει ανοιχτό ως το τέλος αλλά ακόμα και μετά, αφού η απάντηση δεν έχει μεγάλη σημασία τώρα που έχουν τεθεί τα ερωτήματα - μόνο η αφήγηση έχει.
Το ύφος
Οι συγκρίσεις με τον Προυστ είναι δικαιολογημένες, όσον αφορά τουλάχιστον το ύφος με το οποίο ο Felsen δομεί το μυθιστόρημά του. Υπό μία έννοια η Πλάνη αποτελεί μινιατούρα, απόσπασμα από το μεγαλόπνοο έργο του Γάλλου. Για παράδειγμα, η ημερολογιακή καταγραφή του παρελθόντος ως ανάμνηση, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν διαμορφώνεται έτσι ώστε να αποτελεί το προνομιακό πεδίο του αφηγητή, την πιστή αντανάκλαση της συνείδησής του, οπότε η χρήση του πρώτου προσώπου είναι επιβεβλημένη. Το ίδιο ισχύει και για τις μακροσκελείς παραγράφους, όπου οι δευτερεύουσες προτάσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Ενίοτε το υποκείμενο της πρότασης ξεχνιέται στη διαδρομή και ο αναγνώστης θα πρέπει να επανέλθει, ακολουθώντας προς τα πίσω τη διαδρομή της σκέψης, επιβεβαιώνοντας τόσο την ορθή κατανόηση των λεγομένων όσο και διευρύνοντας την, καθώς ανακαλύπτει πως στο ενδιάμεσο είναι πιθανό να αγνόησε κάποιους από τους λιγότερο προφανείς συλλογισμούς του συγγραφέα.
Είναι σαν ο πρωταγωνιστής κρυμμένος σε ένα βαθύ σπήλαιο να βγάζει μια κραυγή, η οποία αντηχεί στα τοιχώματα και στη συνέχεια ο ήχος διαφεύγει στις υπόγειες γαλαρίες όπου συνεχίζει να ηχεί ταυτόχρονα με διαφορετικό τρόπο
Τι προσφέρει όμως αυτός ο λαβυρινθώδης, ενίοτε ερμητικός, τρόπος αφήγησης; Γιατί ένα κείμενο να δομείται, ως επιλογή, κατ’ αυτόν τον τρόπο; Η απάντηση είναι προφανής: το «τρένο των σκέψεων», η συνειδησιακή ροή, επιβάλει τον τρόπο παρατακτικής σύνδεσης των προτάσεων, όπου η αρχική σκέψη αποτελεί τον γεννήτορα της επόμενης, οδηγούμενη όχι απαραίτητα σε κάποια κατάληξη, αλλά στην εμβάθυνση, διεύρυνση και διερεύνηση των συλλογισμών. Είναι σαν ο πρωταγωνιστής κρυμμένος σε ένα βαθύ σπήλαιο να βγάζει μια κραυγή, η οποία αντηχεί στα τοιχώματα και στη συνέχεια ο ήχος διαφεύγει στις υπόγειες γαλαρίες όπου συνεχίζει να ηχεί ταυτόχρονα με διαφορετικό τρόπο, ενώ ο ίδιος άνθρωπος συνεχίζει να περιφέρεται εκεί, ανανεώνοντας συνεχώς την κραυγή, προχωρώντας όλο και βαθύτερα. Το Εγώ διαλέγεται με τον εαυτό του, κι αυτό απαιτεί δύο πράγματα ταυτόχρονα: έκταση και βάθος.
Το ξεδίπλωμα των εσωτερικών αντιπαραθέσεων που κινούνται διαλεκτικά υλοποιούνται μέσω αυτού του λεκτικού στροβιλισμού, ο οποίος όμως, οφείλω να σημειώσω, δεν είναι της λυρικής/ ποιητικής μορφής που θα βρούμε, για παράδειγμα, στον Θάνατο του Βιργιλίου του Μπροχ. Διαφέρει ακόμα και σε σύγκριση με τον λόγο του προπάτορα Προυστ, του οποίου οι λυρικές εξάρσεις διάνθιζαν εξόχως τον μακροπερίοδο λόγο. Στην περίπτωση της Πλάνης, ίσως και λόγω της σαφώς μικρότερης έκτασής της (περίπου 250 σελίδες), ο Φέλσεν αποφεύγει την αλληγορία, τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, εστιάζοντας στη σαφήνεια που απαιτεί η ψυχολογική ανάλυση και εμβάθυνση. Ο στόχος του παραμένει ένας και μόνο: να αναδείξει και να καταγράψει την υπαρξιακή πλάνη με τον τρόπο εκείνον που το αντιλαμβάνεται η νόηση κι όχι να συσκοτίσει μετερχόμενος καλλιτεχνικών τερτιπιών. Συμπερασματικά, αυτή ακριβώς η γλώσσα και η χρήση της είναι η αρμόζουσα για αυτό το αποτέλεσμα. Κάτι διαφορετικό, εξάλλου, θα ήταν απλά πλάνη.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Μου έγινε πιο εύκολο να κρατώ αυτές τις σημειώσεις – έχω στη διάθεσή μου περισσότερες προμελετημένες φράσεις, που εκφράζουν κάτι δικό μου, μεγαλύτερη επιλογή συνδυασμών· μου εμφανίστηκε και μου καλλιεργήθηκε η συνήθεια να τις ανακαλώ, τα προς εξέταση θέματα δεν εξαντλούνται αμέσως, μάλλον αγκιστρώνεται το ένα στο άλλο, επιτρέποντας να ανασύρεται όλο και κάτι καινούργιο. Μάλιστα αυτή η αβίαστη ευκολία με τρομάζει – επίτηδες καθυστερώ σε κάτι δύσκολο για μένα και με επιμονή και σχολαστικότητα αναζητώ φευγαλέες φραστικές λύσεις, που φαίνονται οι μόνες σωστές και ακριβείς· όμως κανένα τέχνασμα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη ενδόμυχη, φυσική μου επιμονή, και βρίσκοντας τις απαραίτητες λέξεις συνεχίζω να καταγράφω βιαστικά, σαν να κυνηγάω όλα εκείνα που διαφορετικά θα χαθούν και θα ξεχαστούν· προφανώς η επιμελής ημερολογιακή μου δουλειά, όπως και κάθε άλλη, μετά από χρόνο και προσπάθεια, θα γίνει επάγγελμα, και τότε πλέον δεν θα έχει ούτε δυσκολία, ούτε πρωτοτυπία, ούτε το πάθος να κρατάω κρυφό και να εξωραΐζω αποκλειστικά για τον εαυτό μου κάτι που γράφτηκε με τόσο μεγάλη μυστικότητα. Σταματώ να σκέφτομαι την καλοπροαίρετη ερωτευμένη γυναίκα, που μόνον αυτή θα άξιζε να διαβάσει και να καταλάβει – όχι, προβλέπω έναν αναγνώστη, αδιάφορο, αμερόληπτο και, φυσικά, προβλέπω την περιφρονητική του αγανάκτηση: καθότι πασχίζοντας ευσυνείδητα, χωρίς υποκρισία, να απεικονίσω κάτι δικό μου, μοιάζει σαν αυτό το κάτι να το προδίδω – αναζητώ μέσα του το σκοτεινό, αυτό που συνήθως οι άνθρωποι αποκρύπτουν (συχνά κι από τον εαυτό τους), και άθελά μου ντρέπομαι για ό,τι θα μπορούσε να είναι άξιο θαυμασμού.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιούρι Φέλσεν γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1894 και μετά τη Ρωσική Επανάσταση αυτοεξορίστηκε πρώτα στο Βερολίνο και μετά στο Παρίσι. Το 1940, όταν οι Ναζί κατέλαβαν τη γαλλική πρωτεύουσα, προσπάθησε να διαφύγει στην Ελβετία, αλλά συνελήφθη. Εξαιτίας της εβραϊκής του καταγωγής οδηγήθηκε στο Άουσβιτς όπου και πέθανε το 1943.
Μετά τη σύλληψή του τα βιβλία του χάθηκαν, πιθανότατα τα περισσότερα καταστράφηκαν, και το όνομά του ξεχάστηκε, παρά την εξαιρετική φήμη που είχε αποκτήσει μέχρι τότε. Ανακαλύφτηκε ξανά τα τελευταία χρόνια και το 2021 άρχισε να μεταφράζεται, με ιδιαίτερη επιτυχία, στα αγγλικά. Η Πλάνη, η ερωτική ιστορία ενός Ρώσου εμιγκρέ στο Παρίσι του Μεσοπολέμου με μια νεαρή συμπατριώτισσά του, θεωρείται το αριστούργημά του. «Αληθινή λογοτεχνία, καθαρή και έντιμη», όπως είχε χαρακτηρίσει το μυθιστόρημα ο Ναμπόκοφ.
























