
Για το μυθιστόρημα του Αντρέα Μπαγιάνι (Andrea Bajani) «Η επέτειος» (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Ίκαρος). Εικόνα: Από την ταινία «Πατέρας Αφέντης» των αδερφών Ταβιάνι (1977).
Γράφει η Εύα Στάμου
Το να φροντίζει κανείς ηλικιωμένους γονείς που με οποιονδήποτε τρόπο τον είχαν καταδικάσει σε μια τραυματική παιδική ηλικία, δεν είναι καθόλου απλό. Ωστόσο, αν και η αμέλεια ή η κακοποίηση δεν συγχωρούνται εύκολα, το να εγκαταλείψεις τους γονείς σου που γερνάνε, ακριβώς δηλαδή τη στιγμή που σε έχουν περισσότερο ανάγκη, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού του πολιτισμού μας.
Η επέτειος του Αντρέα Μπαγιάνι είναι η ιστορία ενός γιου -πιθανώς του ίδιου του συγγραφέα- που όταν φτάνει τα σαράντα αποφασίζει να βάλει τέλος στην κακοποιητική σχέση με τους γονείς του και να βγει οριστικά από τη ζωή τους. Η εξιστόρηση αρχίζει με την περιγραφή της τελευταίας επίσκεψης του ήρωα στο πατρικό του, όταν ξέρει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν έχει το κουράγιο να συνεχίσει την επαφή με τους δικούς του. Η ανάλυση μιας σειράς γεγονότων από την παιδική ηλικία, την εφηβεία, ακόμα και την ενήλικη ζωή του πρωταγωνιστή, που αναδεικνύουν τους μηχανισμούς που τον οδήγησαν στην απόδρασή του από ένα τοξικό οικογενειακό περιβάλλον, αποτελεί τον κορμό του βιβλίου.
Στα τελευταία κεφάλαια του μυθιστορήματος ο συγγραφέας, με αφορμή την επέτειο δέκα ετών από τη μέρα που αποχαιρέτησε οριστικά τη μητέρα, τον πατέρα αλλά και την αδερφή του, παραθέτει τους τρόπους με τους οποίους η απόφασή του να γυρίσει την πλάτη στην οικογένειά του επηρέασε την καθημερινότητά του, τις κοινωνικές και ερωτικές του σχέσεις, καθώς και την αντίληψη για τον ίδιο του τον εαυτό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα στιγμιότυπα από τη ψυχοθεραπευτική διαδικασία με μια χαρισματική ψυχίατρο που ακολουθεί ανορθόδοξες μα αποτελεσματικές μεθόδους.
Η αρχή της εξιστόρησης της καθημερινότητας της τετραμελούς, μεσοαστικής οικογένειας του ήρωα που ζει στα περίχωρα της Ρώμης, τοποθετείται στα τέλη του ’70, όπως και η γέννησή του. Με τρόπο λιτό, χωρίς φλυαρία και συναισθηματισμούς και δίχως να γίνεται σαφές τι έχει βιώσει πραγματικά ο συγγραφέας και τι είναι καθαρά επινοημένο, ο Μπαγιάνι σκιαγραφεί αριστοτεχνικά τους χαρακτήρες των γονιών: ενός πατέρα νταή που κρατά σφιχτά το πηδάλιο της οικογένειάς του και μιας μητέρας απόλυτα υποταγμένης στις επιθυμίες του άντρα-αφέντη.
Πώς λειτουργεί η πατριαρχία
Θύτης και θύμα εξαντλούν συναισθηματικά ο ένας τον άλλο, εξίσου εγκλωβισμένοι στις κοινωνικές επιταγές της εποχής τους για το τι σημαίνει ανδρισμός και θηλυκότητα, και για το πώς οφείλει να συμπεριφέρεται ένα αντρικό και ένα γυναικείο σώμα στον δημόσιο αλλά και τον ιδιωτικό χώρο.
Στην Επέτειο ο πατέρας είναι ένας αυταρχικός, σκληρός και εκδικητικός πατριάρχης που ταυτόχρονα έχει την τάση να παραπονιέται και να αυτοθυματοποιείται.
Το βιβλίο αναδεικνύει τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργεί το σύστημα της πατριαρχίας και τον τρόπο που διασφαλίζει την απουσία κάθε αντίδρασης μέσω της επιβολής του νόμου της σιωπής («ο πατέρας μου οπλίζει τη σιωπή του σαν μηχανή εκφοβισμού», σ.131). Η βία θεωρείται αναπόσπαστο γνώρισμα του ανδρισμού και η ενοχή μετατίθεται στο θύμα που με τη στάση του υποτίθεται πως προκαλεί τη δίκαιη οργή του θύτη.
Ο φόβος, το άγχος και η θλίψη που βαραίνουν τα μέλη της οικογένειας, εκδηλώνονται στον καθένα διαφορετικά, με την κόρη να είναι διαρκώς απούσα, τη μάνα να έχει μετατραπεί σε άβουλο πιόνι στα χέρια του κακοποιητή της και τον γιo να κουβαλά το τραύμα του σιωπηλά σαν σταυρό, επιχειρώντας διαρκώς να εξισορροπήσει καταστάσεις και να σώσει την οικογένεια από την κατάρρευση.
Ένας σκληρός πατριάρχης
Τα συνηθισμένα οικογενειακά σχήματα της εποχής είναι δύο. Στο πρώτο σχήμα, ο άντρας εμφανίζεται στο δημόσιο χώρο ως αφέντης με απόλυτη εξουσία, μα στον ιδιωτικό είτε μοιράζεται τη δύναμη με τη σύζυγό του είτε της επιτρέπει να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την κοινωνική τους ζωή, το σπίτι, τις σπουδές των παιδιών, ακόμα και τα οικονομικά – με άλλα λόγια, η γυναίκα ζητάει τυπικά την έγκριση του άντρα, ενώ στην πραγματικότητα είναι εκείνη που διαχειρίζεται την κοινή τους ζωή. Στο δεύτερο σχήμα, ο ρόλος του άντρα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα ταυτίζεται, εκείνος διατάσσει και αποφασίζει για τα πάντα και ανάλογα με τον χαρακτήρα του επιβάλλεται στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ήπια, ή βίαια και αδιαπραγμάτευτα.
Όταν η μητέρα μαθαίνει πως εκείνος διατηρεί ερωμένη και νιώθοντας ταπεινωμένη, τολμά επιτέλους να αντιδράσει, η οργή του ξεσπά αλύπητα εναντίον της με αποτέλεσμα να την περιορίσει στο σπίτι και να την ταπεινώσει για ακόμα μία φορά.
Στην Επέτειο ο πατέρας είναι ένας αυταρχικός, σκληρός και εκδικητικός πατριάρχης που ταυτόχρονα έχει την τάση να παραπονιέται και να αυτοθυματοποιείται. Θεωρώντας ότι οι γυναίκες στερούνται συγκεκριμένες ικανότητες, πιστεύει ότι λειτουργούν καλύτερα όταν τις καθοδηγούν και ότι χρειάζονται την τιμωρία ώστε να κατανοήσουν και να διορθώσουν τα λάθη τους. Όταν η μητέρα μαθαίνει πως εκείνος διατηρεί ερωμένη και νιώθοντας ταπεινωμένη, τολμά επιτέλους να αντιδράσει, η οργή του ξεσπά αλύπητα εναντίον της με αποτέλεσμα να την περιορίσει στο σπίτι και να την ταπεινώσει για ακόμα μία φορά.
Η μητέρα προκαλεί στον πρωταγωνιστή άλλοτε οίκτο και άλλοτε θυμό. Για να κατανοήσει ο αναγνώστης την υποχωρητική συμπεριφορά της θα πρέπει να έχει κάποια -άμεση ή έμμεση- εμπειρία από κακοποιητικές σχέσεις, να μπορεί δηλαδή να καταλάβει με ποιο τρόπο λειτουργεί ο κύκλος της βίας και πώς ο θύτης ελέγχει το θύμα του μέσω του φόβου, της αίσθησης ανικανότητας και της ντροπής που το οδηγεί συχνά να επιλέγει τη σιωπή. Για αυτό και όσα δεν ομολογούν ποτέ οι ήρωές μας, αλλά ο αναγνώστης υποψιάζεται, δημιουργούν ένα εξίσου δυνατό αποτέλεσμα με όσα πραγματικά αναφέρονται στις σελίδες του μυθιστορήματος που σε αρκετά σημεία του, τόσο από άποψη θεματολογίας, όσο και από άποψη ύφους, θυμίζει τα εξαιρετικής δύναμης αυτοβιογραφικά κείμενα της Άνι Ερνό, Τα χρόνια, Η ντροπή, Η άλλη κόρη.
Το αρνητικό πρότυπο
Ένα από τα θέματα της ιστορίας που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον είναι η σχέση πατέρα-γιού, η σύγχυση, οι ενοχές, ο πόνος που νιώθει ένας νέος άντρας που μεγαλώνει με έναν βίαιο πατέρα τον οποίο απορρίπτει, χωρίς την ίδια στιγμή να μπορεί να στραφεί σε άλλα θετικά ανδρικά πρότυπα. Αυτή η αδυναμία ενός νεαρού να καταλάβει τι είδους άντρας θέλει να γίνει μεγαλώνοντας καθώς και πώς οφείλει να συμπεριφέρεται στις γυναίκες μα και στους άλλους άντρες, μπορεί να τον γεμίζει αμφιβολίες και άγχος για την υπόλοιπη ζωή του, πυροδοτώντας ένας αίσθημα κατωτερότητας, που πηγάζει από την εντύπωση πως έχει απογοητεύσει τον πατέρα του, αποτυγχάνοντας να αναπαράγει τον κληροδοτημένο ανδρικό του ρόλο.
Με τον τρόπο αυτό, ο Μπαγιάνι δημιουργεί ένα έργο που λειτουργεί υπονομευτικά για τις αρχές της πατριαρχίας, ακόμα και αν αυτό δεν ήταν ο στόχος του.
Ο συγγραφέας αποκαλύπτει σταδιακά τα κομμάτια του παζλ της ιστορίας του, έτσι ώστε όλα να δένουν τελικά μεταξύ τους φωτίζοντας πίσω από τους εξαιρετικά αποτυπωμένους χαρακτήρες τη μέθοδο με την οποία ένα κακοποιητικό σύστημα κατασκευάζει θύματα και θύτες, εξίσου αλλοτριωμένους και δυστυχισμένους.
Με τον τρόπο αυτό, ο Μπαγιάνι δημιουργεί ένα έργο που λειτουργεί υπονομευτικά για τις αρχές της πατριαρχίας, ακόμα και αν αυτό δεν ήταν ο στόχος του. Απλώς και μόνο αναδεικνύοντας την οδύνη, την ντροπή, τη συναισθηματική αναπηρία που βιώνουν όλοι όσοι με οποιονδήποτε τρόπο εμπλέκονται σε μια κακοποιητική σχέση, ο Μπαγιάνι επιτυγχάνει να παραδώσει στους αναγνώστες ένα έργο που με τη δύναμη και το βάθος του προκαλεί στοχασμό μα και συγκίνηση – ένα λογοτεχνικό διαμάντι.
* Η ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ είναι συγγραφέας, Δρ Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπεύτρια. Τελευταίο της βιβλίο, το μυθιστόρημα «Σωματογραφία» (εκδ. Αρμός).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Andrea Bajani (Αντρέα Μπαγιάνι) γεννήθηκε στη Ρώμη το 1975. Είναι συγγραφέας, ποιητής και καθηγητής δημιουργικής γραφής στο Rice University του Χιούστον, στο Τέξας. Αρθρογραφεί συστηματικά σε μεγάλες ιταλικές και αμερικανικές εφημερίδες. Πρωτοεμφανίστηκε στα ιταλικά γράμματα το 2002.

Έχει γράψει δεκατρία μυθιστορήματα, τρία δοκίμια και τρεις ποιητικές συλλογές. Καθιερώθηκε στο λογοτεχνικό στερέωμα με το μυθιστόρημά του Se consideri le colpe (2007), που τιμήθηκε με τα βραβεία Super Mondello, Brancati, Recanati και Lo Straniero, ενώ το 2010 με το Ogni promessa κατέκτησε το βραβείο Bagutta. Το 2021 το πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημά του Il libro delle case βρέθηκε στη βραχεία λίστα των βραβείων Strega και Campiello. Η επέτειος τιμήθηκε με το βραβείο Strega 2025, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση στην Ιταλία, και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε περισσότερες από 30 χώρες.
























