
Για το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Σολόι (David Szalay) «Σάρκα» (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ψυχογιός), που τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ 2025. Το βιβλίο θέτει το ερώτημα τι σημαίνει να ζει κανείς σε έναν κόσμο όπου η ελευθερία συνυπάρχει με την τυχαιότητα και όπου η ανθρώπινη ύπαρξη παραμένει αδιαχώριστη από τη σάρκα της. Εικόνα: ©Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας AILF.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Το έχει ως φαίνεται η μοίρα των νικητών του Βραβείου Μπούκερ: γίνονται θέμα ευρείας συζήτησης με το άκουσμα της βράβευσής τους. Συνέβη με τον Πολ Λιντς, τον Σεχάν Καρουνατιλάκα, τον Ντέιμοντ Γκάλγκατ και φυσικά με την Μπερναρντίν Εβαρίστο. Πώς γίνεται να μην γινόταν «θέμα» και Ουγγροκαναδός Ντέιβιντ Σολόι;
Και για ένα λόγο παραπάνω: σε μια εποχή που οτιδήποτε προέρχεται από το χώρο των ανδρών μοιάζει να κουβαλάει τη σφραγίδα της τοξικής αρρενωπότητας και να είναι γέννημα της πατριαρχικής δομής των κοινωνιών, εκείνος αποφάσισε να μιλήσει για έναν άντρα ήρωα με τον πλέον αντιηρωικό τρόπο. Ουσιαστικά, η Σάρκα εντάσσεται σε μια ιδιαίτερη κατηγορία σύγχρονων λογοτεχνικών αφηγήσεων που επιχειρούν να εξετάσουν την ανθρώπινη ζωή όχι ως μια ιστορία προόδου ή αυτοπραγμάτωσης, αλλά ως μια ακολουθία περιστάσεων στις οποίες το άτομο παρασύρεται περισσότερο απ’ όσο δρα συνειδητά.
Υπονομεύοντας την εξέλιξη
Το μυθιστόρημα αφηγείται τη ζωή του Ίστβαν, ενός άνδρα από την περιφέρεια της μετασοσιαλιστικής Ουγγαρίας, από την εφηβεία έως την ώριμη ηλικία. Ωστόσο, η αφήγηση δεν λειτουργεί ως παραδοσιακό bildungsroman· αντιθέτως, υπονομεύει την ίδια την έννοια της εξέλιξης του χαρακτήρα. Η φαινομενική κοινωνική άνοδος του πρωταγωνιστή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη εσωτερική μεταμόρφωση. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά ειρωνική, συχνά σκοτεινή μελέτη της ανθρώπινης ύπαρξης, στην οποία το σώμα, η επιθυμία και η τύχη διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο.
Ο τίτλος του έργου αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση του μυθιστορήματος. Η «σάρκα» δεν λειτουργεί απλώς ως μεταφορά της σεξουαλικότητας ή της υλικότητας του σώματος· αντιθέτως, υποδηλώνει μια ολόκληρη ανθρωπολογική προοπτική. Στο σύμπαν του Σολόι, ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται ως φορέας συνειδητών σχεδίων και ηθικών αρχών, αλλά ως ένα ον βαθιά ενσώματο, εκτεθειμένο στις επιθυμίες, στις ορμές και στις κοινωνικές δυνάμεις που τον διαμορφώνουν. Η ζωή του Ίστβαν καθορίζεται λιγότερο από αποφάσεις και περισσότερο από μια σειρά συγκυριών που συνδέονται με το σώμα: τη σεξουαλική έλξη, τη σωματική δύναμη, την εμφάνιση, την υλική παρουσία του μέσα στον κόσμο. Η «σάρκα» γίνεται έτσι μια έννοια που υπαινίσσεται τόσο την ευαλωτότητα όσο και την καθοριστικότητα του σώματος στην ανθρώπινη μοίρα.
Σεξουαλική αφύπνιση
Από την πρώτη κιόλας φάση της αφήγησης, η σεξουαλική αφύπνιση του Ίστβαν παρουσιάζεται ως ένα γεγονός που δεν οδηγεί σε συναισθηματική ή ηθική ωρίμανση, αλλά μάλλον σε μια μορφή αποπροσανατολισμού. Η σχέση του με μια μεγαλύτερη παντρεμένη γυναίκα λειτουργεί ως καταλύτης για μια σειρά εξελίξεων που τον οδηγούν σε αναμορφωτήριο και στη συνέχεια σε έναν βίο που μοιάζει περισσότερο να τον παρασύρει παρά να τον καθοδηγεί.
Η εμπειρία αυτή δεν αναπτύσσεται ως ψυχολογικό δράμα· ο συγγραφέας αποφεύγει συστηματικά την εσωτερική ανάλυση και την ηθική αξιολόγηση. Αντί για αυτό, παρουσιάζει τα γεγονότα με έναν σχεδόν ψυχρό ρεαλισμό, σαν να επιθυμεί να καταγράψει τις επιδράσεις των πράξεων πάνω στη ζωή του χαρακτήρα χωρίς να αποδώσει σε αυτές κάποιο σαφές νόημα. Αυτή η αφηγηματική επιλογή συνδέεται άμεσα με τη βαθύτερη φιλοσοφία του έργου. Το μυθιστόρημα φαίνεται να αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη ότι η ανθρώπινη ζωή έχει εσωτερική συνοχή ή κατεύθυνση.
Ο πρωταγωνιστής δεν μεταμορφώνεται σε έναν αυτοσυνείδητο άνθρωπο της εξουσίας· παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος, ένας άνθρωπος που αντιδρά παθητικά στις περιστάσεις, επιτρέποντας στη ζωή να τον μεταφέρει από τη μία κατάσταση στην άλλη.
Αντίθετα, ο Σολόι παρουσιάζει έναν κόσμο όπου η μοίρα διαμορφώνεται από συμπτώσεις, κοινωνικές δομές και σωματικές επιθυμίες. Η κοινωνική άνοδος του Ίστβαν -η μετάβαση από τη φτώχεια της Ουγγαρίας στη ζωή της οικονομικής ελίτ του Λονδίνου- θα μπορούσε εύκολα να αποτελέσει το υλικό ενός κλασικού αφηγήματος επιτυχίας. Στη Σάρκα, όμως, αυτή η άνοδος απογυμνώνεται από κάθε θριαμβευτικό χαρακτήρα. Ο πρωταγωνιστής δεν μεταμορφώνεται σε έναν αυτοσυνείδητο άνθρωπο της εξουσίας· παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος, ένας άνθρωπος που αντιδρά παθητικά στις περιστάσεις, επιτρέποντας στη ζωή να τον μεταφέρει από τη μία κατάσταση στην άλλη.
Η ειρωνεία
Η ειρωνεία αυτού του αφηγηματικού σχήματος είναι εμφανής: η κοινωνική κινητικότητα, η οποία συχνά θεωρείται απόδειξη προσωπικής αξίας ή ικανότητας, παρουσιάζεται εδώ ως προϊόν τύχης και συγκυρίας. Η επιτυχία δεν μεταβάλλει την ουσία του χαρακτήρα. Το σώμα -η «σάρκα», εν προκειμένω- παραμένει το σταθερό σημείο της ύπαρξης, ενώ οι κοινωνικές ταυτότητες εμφανίζονται ως προσωρινές μάσκες.
Αυτές οι αφηγηματικές «παραλείψεις» δημιουργούν την αίσθηση ότι η ζωή του Ίστβαν εξελίσσεται έξω από το πεδίο της πλήρους κατανόησης.
Η λιτότητα της γραφής του Σολόι συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία αυτής της εντύπωσης. Το ύφος του χαρακτηρίζεται από απλές προτάσεις, περιορισμένους διαλόγους και μια αφηγηματική οικονομία που συχνά αφήνει μεγάλα χρονικά κενά ανάμεσα στα γεγονότα. Αυτές οι αφηγηματικές «παραλείψεις» δημιουργούν την αίσθηση ότι η ζωή του Ίστβαν εξελίσσεται έξω από το πεδίο της πλήρους κατανόησης. Ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει τα κενά, να υποθέσει τις μεταβάσεις και να αναγνωρίσει ότι πολλά από τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής ενός ανθρώπου συμβαίνουν χωρίς δραματική κορύφωση.
Όπως και ο Μερσώ, ο Ίστβαν φαίνεται να βιώνει τον κόσμο χωρίς έντονη συναισθηματική εμπλοκή. Οι πράξεις του δεν καθοδηγούνται από σαφείς αξίες, αλλά από στιγμιαίες αντιδράσεις.
Η τεχνική αυτή συνδέει το έργο με μια ευρύτερη λογοτεχνική παράδοση που εκτείνεται από τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό έως τη σύγχρονη μινιμαλιστική πρόζα. Σε επίπεδο θεματικής, το μυθιστόρημα συνομιλεί με άλλα αντίστοιχα που εξετάζουν την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα από την αποξένωση και την αίσθηση της τυχαιότητας. Ένα από τα πιο εμφανή σημεία σύγκρισης είναι ο Ξένος του Καμύ. Όπως και ο Μερσώ, ο Ίστβαν φαίνεται να βιώνει τον κόσμο χωρίς έντονη συναισθηματική εμπλοκή. Οι πράξεις του δεν καθοδηγούνται από σαφείς αξίες, αλλά από στιγμιαίες αντιδράσεις. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον Καμύ, ο Σολόι δεν μετατρέπει αυτή την κατάσταση σε φιλοσοφική αλληγορία για το παράλογο. Η αποξένωση στο δικό του βιβλίο δεν είναι αποτέλεσμα υπαρξιακής συνειδητοποίησης· είναι απλώς μια συνθήκη ζωής.
Η αφήγηση αποφεύγει τις εύκολες εξηγήσεις, αφήνοντας τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με την αβεβαιότητα.
Μια άλλη σημαντική συγγένεια μπορεί να εντοπιστεί με το έργο του Ουελμπέκ. Στα μυθιστορήματα του Γάλλου, το σώμα και η επιθυμία αποτελούν επίσης κεντρικές έννοιες, ενώ οι χαρακτήρες συχνά παρουσιάζονται ως παθητικοί δέκτες κοινωνικών και βιολογικών δυνάμεων. Ωστόσο, ο Σολόι αποφεύγει τον σατιρικό ή προκλητικό τόνο που χαρακτηρίζει τον Γάλλο συγγραφέα. Η προσέγγισή του είναι πιο συγκρατημένη, σχεδόν αποστασιοποιημένη, γεγονός που εντείνει την αίσθηση ρεαλισμού.
Σε επίπεδο αφηγηματικής δομής, η Σάρκα θυμίζει επίσης τα μυθιστορήματα του Κουτσί, ιδιαίτερα ως προς τη λιτότητα και την ηθική αμφισημία. Στα έργα του Κουτσί, όπως και σε αυτό του Σολόι, οι χαρακτήρες συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με καταστάσεις που δεν μπορούν να κατανοήσουν πλήρως. Η αφήγηση αποφεύγει τις εύκολες εξηγήσεις, αφήνοντας τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με την αβεβαιότητα.
Η όψη μιας γενιάς
Παρά τις συγγένειες αυτές, η Σάρκα διατηρεί μια έντονα σύγχρονη διάσταση. Η ιστορία του Ίστβαν αντικατοπτρίζει την εμπειρία μιας γενιάς που μεγάλωσε στη μετασοσιαλιστική Ευρώπη και βρέθηκε αντιμέτωπη με τις ραγδαίες αλλαγές της παγκοσμιοποίησης. Η μετάβαση από την περιφέρεια της Ουγγαρίας στο οικονομικό κέντρο του Λονδίνου δεν αποτελεί απλώς προσωπική περιπέτεια· λειτουργεί ως μικρογραφία μιας ευρύτερης κοινωνικής διαδικασίας.
Η Ευρώπη που παρουσιάζει ο Σολόι είναι ένας χώρος κινητικότητας και ανισότητας, όπου οι άνθρωποι μετακινούνται ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις και γεωγραφικά σύνορα χωρίς να αποκτούν απαραίτητα μια σταθερή ταυτότητα. Αυτό το στοιχείο προσδίδει στο μυθιστόρημα μια ιδιαίτερη πολιτική διάσταση, αν και ο συγγραφέας αποφεύγει να διατυπώσει ρητές πολιτικές θέσεις. Η ανισότητα, η μετανάστευση και η οικονομική εξουσία λειτουργούν περισσότερο ως σκηνικά παρά ως αντικείμενα άμεσης κριτικής. Ωστόσο, η ίδια η αφήγηση -με την έμφαση που δίνει στην τύχη και στην υλικότητα της ύπαρξης- υπονομεύει την ιδέα ότι η κοινωνική επιτυχία είναι αποτέλεσμα ατομικής αξίας.
Αυτή η εμπειρία της ασυνέχειας αντανακλά μια ευρύτερη σύγχρονη συνθήκη: την αίσθηση ότι η ζωή αποτελείται από αποσπασματικές στιγμές παρά από μια συνεκτική αφήγηση.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του έργου είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την έννοια της ανδρικής ταυτότητας. Ο Ίστβαν δεν είναι ούτε ηρωικός ούτε τραγικός χαρακτήρας. Δεν διαθέτει ιδιαίτερη αυτογνωσία ούτε εκφράζει μεγάλες φιλοδοξίες. Η αρρενωπότητά του εκδηλώνεται κυρίως μέσα από το σώμα: τη σωματική του παρουσία, τη σεξουαλική του ελκυστικότητα, την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε σκληρές συνθήκες. Αυτή η μορφή αρρενωπότητας παρουσιάζεται χωρίς εξιδανίκευση. Αντίθετα, συχνά μοιάζει να περιορίζει τον χαρακτήρα σε έναν ρόλο που δεν επιτρέπει βαθύτερη συναισθηματική ανάπτυξη.
Η αποξένωση που προκύπτει από αυτή τη συνθήκη αποτελεί ίσως το πιο σημαντικό υπαρξιακό θέμα του μυθιστορήματος. Ο Ίστβαν κινείται μέσα στον κόσμο χωρίς να φαίνεται να ανήκει πραγματικά σε αυτόν. Οι σχέσεις του (ερωτικές, κοινωνικές, επαγγελματικές) χαρακτηρίζονται από μια αίσθηση προσωρινότητας. Οι άνθρωποι εμφανίζονται και εξαφανίζονται από τη ζωή του χωρίς να αφήνουν βαθιά ίχνη. Αυτή η εμπειρία της ασυνέχειας αντανακλά μια ευρύτερη σύγχρονη συνθήκη: την αίσθηση ότι η ζωή αποτελείται από αποσπασματικές στιγμές παρά από μια συνεκτική αφήγηση.
Η άλλη όψη της Σάρκας
Ο τίτλος του βιβλίου, αίφνης, αποκτά έτσι μια δεύτερη σημασία. Αν η «σάρκα» δηλώνει αρχικά το σώμα και την επιθυμία, σταδιακά μετατρέπεται σε σύμβολο της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης. Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα της σάρκας: θνητό, ευάλωτο, εκτεθειμένο στις δυνάμεις της τύχης και της ιστορίας. Η πνευματική ή ηθική διάσταση της ύπαρξης δεν εξαφανίζεται εντελώς, αλλά παρουσιάζεται ως δευτερεύουσα σε σχέση με την υλική πραγματικότητα της ζωής.
Η αποστασιοποιημένη αφήγηση δημιουργεί έναν χώρο όπου ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει τη δική του εμπειρία μέσα στην ιστορία του χαρακτήρα.
Η δύναμη του μυθιστορήματος βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη νηφάλια, σχεδόν αμείλικτη απεικόνιση της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο Σολόι δεν προσφέρει λύτρωση ούτε δραματική κορύφωση. Αντίθετα, αφήνει τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι η ζωή του Ίστβαν θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον με τον ίδιο τρόπο: μια αλληλουχία γεγονότων που δεν οδηγούν απαραίτητα σε κάποιο τελικό νόημα. Ωστόσο, αυτή η φαινομενική απαισιοδοξία δεν σημαίνει ότι το έργο στερείται ανθρωπιάς. Η αποστασιοποιημένη αφήγηση δημιουργεί έναν χώρο όπου ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει τη δική του εμπειρία μέσα στην ιστορία του χαρακτήρα. Η αίσθηση ότι η ζωή καθορίζεται από δυνάμεις πέρα από τον έλεγχό μας αποτελεί ένα από τα πιο βαθιά και καθολικά ανθρώπινα βιώματα.
Είναι μια στοχαστική μελέτη πάνω στη σχέση ανάμεσα στο σώμα, την τύχη και την ιστορία, αλλά και μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε κοινωνική αφήγηση επιτυχίας ή αποτυχίας βρίσκεται πάντα η ίδια εύθραυστη ανθρώπινη σάρκα. Ανδρική ή μη.
Σε τελική ανάλυση, η Σάρκα μπορεί να διαβαστεί ως μια σύγχρονη παραλλαγή του ευρωπαϊκού υπαρξιακού μυθιστορήματος. Όπως τα μεγάλα έργα του εικοστού αιώνα, που εξερεύνησαν την αποξένωση και την απουσία νοήματος, έτσι και το βιβλίο του Σολόι θέτει το ερώτημα τι σημαίνει να ζει κανείς μέσα σε έναν κόσμο όπου η ελευθερία συνυπάρχει με την τυχαιότητα και όπου η ανθρώπινη ύπαρξη παραμένει αδιαχώριστη από τη σάρκα της. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο δεν είναι απλώς μια ιστορία κοινωνικής κινητικότητας ή προσωπικής μοίρας. Είναι μια στοχαστική μελέτη πάνω στη σχέση ανάμεσα στο σώμα, την τύχη και την ιστορία, αλλά και μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε κοινωνική αφήγηση επιτυχίας ή αποτυχίας βρίσκεται πάντα η ίδια εύθραυστη ανθρώπινη σάρκα. Ανδρική ή μη.
Ο Σολόι θέτει ένα βασικό ζήτημα στον μεταφραστή: πώς να κάνει την απλή, σχεδόν νανουριστική πρόζα του να μην γίνει βαρετή, να μην χάσει την αστραπιαία δύναμή της. Η Βάσια Τζανακάρη τα κατάφερε μια χαρά σε αυτό το συγγραφικό αίνιγμα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ντέιβιντ Σολόι γεννήθηκε το 1974 στον Καναδά, μεγάλωσε στο Λονδίνο και τώρα ζει στη Βιέννη. Έχει γράψει έξι μυθιστόρημα που έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες, καθώς και αρκετά ραδιοφωνικά δράματα για το BBC.
![]() |
|
Πηγή: The Booker Prizes |
Το πρώτο μυθιστόρημά του, London and the South-East, τιμήθηκε με τα βραβεία Betty Trask και Geoffrey Faber Memorial, ενώ το All that man is τιμήθηκε με τα Gordon Burn και Plimpton, και ήταν στη βραχεία λίστα του βραβείου Booker 2016. Ο Σόλοϊ επιλέχθηκε μεταξύ των Καλύτερων Νέων Βρετανών Μυθιστοριογράφων του Granta το 2013, ενώ το 2010 είχε εμφανιστεί στη λίστα των είκοσι κορυφαίων Βρετανών συγγραφέων κάτω των 40 ετών της εφημερίδας The Telegraph.
Το μυθιστόρημα Σάρκα τιμήθηκε με το Βραβείο Μπούκερ 2025, ήταν φιναλίστ για το βραβείο Kirkus, ενώ βρέθηκε στη μακρά λίστα για το Carnegie Medal for Excellence.
























