
Για το μυθιστόρημα του Τοµά Σλεσσέρ (Thomas Schlesser) «Τα μάτια της Μόνα» (μτφρ. Ανδρέας Παππάς, εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Από την ταινία «Girl with a pearl earring».
Γράφει ο Κώστας Δρουγαλάς
Το μυθιστόρημα Τα μάτια της Μόνα είναι το δεύτερο βιβλίο του Γάλλου Ιστορικού της Τέχνης Τομά Σλεσσέρ (Παρίσι 1977) και έχει ήδη μεταφραστεί σε 38 γλώσσες. Η εκδοτική επιτυχία του μυθιστορήματος οφείλεται μάλλον σε απλά αλλά στερεά υλικά: συνδυάζει συγκίνηση και γνώση, καθημερινούς ανθρώπους κι «αιώνιους» ζωγράφους, με φόντο το σημερινό Παρίσι.
Η Μόνα, η δεκάχρονη πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, βιώνει ένα οδυνηρό περιστατικό προσωρινής τύφλωσης. Ο οφθαλμίατρος που την παρακολουθεί τη βρίσκει υγιέστατη και προτείνει στους πανικόβλητους γονείς τη λύση ενός παιδοψυχίατρου. Τον ρόλο του συνοδού-κηδεμόνα αναλαμβάνει ο παππούς της Μόνα· οι δυο τους όμως αποφασίζουν στα κρυφά να αγνοήσουν τις ιατρικές οδηγίες. Αντ’ αυτού συναντιούνται μία φορά την εβδομάδα για να μελετήσουν διάσημα έργα που κοσμούν τα τρία πολύφημα μουσεία του Παρισιού: του Λούβρου, του Ορσέ και του Μπομπούρ. Σταδιακά, η Μόνα εξοικειώνεται με τα ποικίλα καλλιτεχνικά ρεύματα και τις τεχνοτροπίες, καθώς η ματιά της γίνεται ολοένα και πιο οξυδερκής: οι παρατηρήσεις της γύρω από τα έργα τέχνης και τις ζωές των δημιουργών συνδυάζουν τόσο τον παιδικό αυθορμητισμό όσο και μια ενήλικη εμπνευσμένη ματιά.
Ταυτόχρονα, στο μυθιστόρημα γνωρίζουμε και το άμεσο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον της Μόνα: τον παλαιοπώλη πατέρα της που βασανίζεται από τον δαίμονα του ποτού, την ενοχική μητέρα της, τις δύο αγαπημένες της φίλες, την απούσα-παρούσα γιαγιά της πρωταγωνίστριας. Ο χαρακτήρας όμως που ξεχωρίζει είναι σίγουρα ο Ανρύ, ο καλλιεργημένος παππούς της Μόνα, που προσφέρει τον απαραίτητο χώρο στην εγγονή του για να μυηθεί στα μυστικά της τέχνης. Ο τρόπος προσέγγισής του θυμίζει την περίφημη «μαιευτική μέθοδο» του Σωκράτη, αφού μέσω των ερωτήσεων βοηθά την ανήλικη συνομιλήτριά του να ανακαλύψει μόνη της την αλήθεια – τη δική της αλήθεια για την τέχνη, αλλά και για τη ζωή.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου μαθαίνουμε για το απειλητικό φόντο στην προσωπογραφία της Μόνα Λίζα, τις καλλιτεχνικές διαφορές ανάμεσα στη Φλάνδρα και την Ολλανδία, τη ρηξικέλευθη θεματογραφία του Γκόγια, τις διαφορές του ιμπρεσιονισμού και του μεταϊμπρεσιονισμού, την έκρηξη χρωμάτων στους πίνακες του Κλιμτ, την τομή των Προραφαηλιτών ζωγράφων, τον «βιομορφισμό» της Τζόρτζια Ο’ Κιφ, την πρωτοπορία του Μαρσέλ Ντυσάν, τον κυβισμό του Πικάσσο, τις εικαστικές παρεμβάσεις της Αμπράμοβιτς και πολλά ακόμη.
Το βιβλίο πραγματεύεται τα ασήκωτα βάρη της παιδικής ηλικίας, τις αιώνιες ενοχές των γονέων, το συναισθηματικό δέσιμο παππού-εγγονής
Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε το βιβλίο και «εκπαιδευτικό μυθιστόρημα», είδος που βρίσκει ευρεία απήχηση τόσο στους ενήλικες όσο και στους έφηβους αναγνώστες. Παρά τον όγκο του (540 σελίδες), η αφήγηση είναι διασκεδαστική και βατή, με πολλά μικρά κεφάλαια που διευκολύνουν την ανάγνωση. Αξίζει να αναφέρουμε πως στις αρχικές σελίδες του βιβλίου συναντούμε σε έγχρωμες μικρογραφίες τα 52 έργα τέχνης (πίνακες, χαρακτικά, γλυπτά, φωτογραφίες, εγκαταστάσεις) που μελετά η Μόνα με τον παππού της.
Το βιβλίο πραγματεύεται τα ασήκωτα βάρη της παιδικής ηλικίας, τις αιώνιες ενοχές των γονέων, το συναισθηματικό δέσιμο παππού-εγγονής· άλλωστε, το μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο σε «όλους τους παππούδες και σε όλες τις γιαγιάδες του κόσμου». Κυρίως όμως κάνει λόγο για τη θεραπευτική δύναμη και την αβάσταχτη ομορφιά της τέχνης σαν μια διαρκή υπενθύμιση πως ακόμη κι όταν τα πάντα γύρω μας «μαυρίζουν», εκείνη θα εξακολουθεί να ζωγραφίζει με φωτεινά χρώματα την καθημερινότητα και τις ζωές μας.
*O ΚΩΣΤΑΣ ΔΡΟΥΓΑΛΑΣ είναι καθηγητής και συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Από πού έρχεται η νύχτα» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Καλά όλα αυτά. Όμως γιατί αυτό το παράξενο χαμόγελο στο πρόσωπό της;»
«Χαμογελάει ανεπαίσθητα, μπορούμε να πούμε, με μια κάποια αυτοϊκανοποίηση και αυτοπεποίθηση πάντως, αυτοπεποίθηση που έρχεται ίσως σε αντίθεση με το μυστηριώδες, σχεδόν απειλητικό τοπίο του φόντου. Είναι ένα χαμόγελο γαλήνιο, φιλικό, που προτρέπει τον θεατή να χαμογελάσει κι εκείνος».
«Ε λοιπόν, Νταντέ, ας της χαμογελάσουμε κι εμείς!»
«Να που με κατάλαβες… Άλλωστε, και ο ίδιος ο Λεονάρντο υποστήριζε ότι η ζωγραφική ωθεί συχνά τον θεατή να μιμηθεί αυτό που βλέπει: αν εικονίζεται ένας άντρας που χασμουριέται, είναι πιθανό σύντομα να χασμουρηθείς κι εσύ· αν εικονίζεται μια σκηνή βίας, είναι πιθανό να σου γεννηθούν τάσεις προς βίαιη συμπεριφορά. Έτσι και η εικόνα μιας γυναίκας που χαμογελάει, και μάλιστα με τόσο αφοπλιστικό χαμόγελο, είναι και μια έμμεση προτροπή να χαμογελάσεις κι εσύ. Η Τζοκόντα σε καλεί, κατά κάποιον τρόπο, να χαμογελάσεις στη ζωή, έστω και αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι μουντή, βλοσυρή. Μακάρι το χαμόγελό της να μην είναι απλώς το χαμόγελο μιας ικανοποιημένης γυναίκας της Αναγέννησης καθισμένης στην αναπαυτική της πολυθρόνα· μακάρι να είναι –ή έστω να γίνει κάποτε– χαμόγελο όλης της ανθρωπότητας».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Thomas Schlesser είναι ιστορικός τέχνης, καθηγητής στην Ecole Polytechnique και επικεφαλής του Ιδρύματος Hartung-Bergman στην Αντίμπ.

Είναι συγγραφέας περίπου δεκαπέντε βιβλίων και ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις σχέσεις μεταξύ τέχνης και πολιτικής τον 19ο και 20ό αιώνα.
























