laszlo krasnaxorkai 3

Για το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα «Πάει και το Φραντζολάκι» (μτφρ. Μανουέλα Μπέρκι, εκδ. Πόλις) του Λάσλο Κρασναχορκάι (László Krasznahorkai), ο οποίος φέτος τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

Κάποιοι κήποι ευωδιάζουν αμέσως μόλις ανοίξεις την πύλη και εισέλθεις σ’ αυτούς. Άλλοι, απαιτούν την υπομονή του περιπατητή, ο οποίος θα πρέπει να περάσει δύσβατα μονοπάτια, ακολουθώντας όχι τη συντομότερη οδό, αλλά κινούμενος σπειροειδώς να οδηγηθεί στο τέλος της διαδρομής, όπου εκεί θα ανακαλύψει ότι οι μυρωδιές που συνέλεξε κατά την είσοδο ξαφνικά απέκτησαν νόημα, ουσία, υπόσταση. Η ευωδιά αυτή, συμπυκνωμένη από τις επιμέρους, αποτελεί διαφορετικής ποιότητας εμπειρία – δεν είναι απαραίτητα καλύτερη ή χειρότερη από άλλες, μολονότι παραμένει διαφορετική, κι ως προς αυτό πολύτιμη. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η λογοτεχνία του νομπελίστα Λάσλο Κρασναχορκάι.

Το Πάει και το Φραντζολάκι δεν είναι ένα βιβλίο άμεσης αποκάλυψης, αν κι όχι για τον λόγο αυτόν μικρότερης απόλαυσης, ιδίως για τους μυημένους στο ύφος του συγγραφέα. Όπως επαναλαμβάνω τακτικά, η διαδικασία της κατανόησης (της ερμηνευτικής), δεν αποτελεί απαραίτητα προϋπόθεση της αναγνωστικής απόλαυσης που, έστω και ασυνείδητα, εδράζεται στο sui generis ύφος δημιουργού. Πριν όμως αναλύσω τα θέματα της ποιητικής, ας σταθώ λίγο στα θεματικά στοιχεία, την πλοκή και κάποιες ερμηνευτικές παραναγνώσεις.

Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς

Ο θείος Γιόζι δεν είναι, κατά τα λεγόμενά του, ένας κοινός θνητός, αν και από την εναρκτήρια παράγραφο ως την καταληκτική αποδεικνύεται τυπικός άνθρωπος, όπως θα δούμε. Ο ίδιος ο γηραιός άνδρας των 91 ετών, αλλά και κάποιοι μετρημένοι πιστοί οπαδοί του, πιστεύουν ότι είναι ο νόμιμος κάτοχος του θρόνου, απευθείας απόγονος του Τζένκινς Χαν, διάδοχος του Οίκου των Άρπαντ της Ουγγαρίας κλπ. Ο θείος Γιόζι ζει απομονωμένος σε ένα χωριό, παρέα με το γέρικο σκυλί του, το φραντζολάκι, και εκεί τον επισκέπτονται εκπρόσωποι φιλοβασιλικών οργανώσεων. Καίτοι αρχικά διστακτικός, πείθεται να αναλάβει εκ νέου τα ηνία και να προωθήσει την υπόθεση της αλλαγής πολιτεύματος, με τη συνδρομή βεβαίως των οπαδών του. Ο κοινωνικός περίγυρος αντιμετωπίζει τον γέροντα σκωπτικά, επιφυλακτικά, έως και εχθρικά – ακόμη περισσότερο η κόρη του, με την οποία έχει έρθει σε σύγκρουση, αν και προσπαθεί πριν το τέλος να εξομαλύνει τις σχέσεις τους. Σταδιακά αποστασιοποιείται από την πιο φανατική μερίδα των οπαδών που επιδιώκουν την επαναφορά της βασιλείας με βίαια μέσα (προς έκπληξη όλων εμφανίζεται ακόμα και οπλοστάσιο). Ταυτόχρονα, η υγεία του επιβαρύνεται, το πιστό φραντζολάκι πεθαίνει και στη θέση του παίρνει άλλο σκυλάκι που το βαφτίζει με το ίδιο όνομα, ενώ οι επαφές που κάνει με κάποια κυβερνητικά στελέχη αποδεικνύονται άκαρπες. Η κατάληξη είναι ότι η επίσημη κυβέρνηση συλλαμβάνει τους συνωμότες και τον ίδιο τον επίδοξο βασιλιά και τον κλείνει σε ίδρυμα, δίνοντας οριστικό τέλος στις ελπίδες της παλινόρθωσης.

polis kraznaxorkai paei kai to fratzolaki 1

Εν ολίγοις, αυτή είναι η ιστορία την οποία διηγείται ο Κρασναχορκάι. Οι περισσότερες αναλύσεις προφανώς περιστρέφονται γύρω από τα άμεσα κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα, της ουγγρικής κοινωνίας, της πολιτικής κατάστασης επί Ορμπάν, της διαφθοράς και της παρακμής των ηθών κ.ο.κ. Αυτός είναι ο ένας ρόλος του ντοστογιεφσκικού κι άρα σαιξπηρικού ήρωα, για χάρη του οποίου στήνεται από τους ακολούθους του (αυλικοί, γελωτοποιοί, ακόμα κι αοιδός ονόματι Κρασναχορκάι θα εμφανιστεί, προσδίδοντας σατιρική χροιά στο κείμενο) μια παράσταση της οποίας ο Μεγαλειότατος είναι το κεντρικό πρόσωπο. Είναι σαφές ότι ο ίδιος το πιστεύει ακράδαντα, έχει ταυτιστεί με τον ρόλο αυτόν, και προσπαθεί να δράσει βάσει αυτού, ακόμα κι όταν αρχικά δείχνει να σύρεται από τις εξελίξεις. Πρόκειται όμως περί προσωπείου, περί ρόλου, καθότι πίσω από το υποτιθέμενο κλέος κρύβεται ένας γέροντας στο τέλος της ζωής του. Συγκεκριμένα, ένα πλάσμα του οποίου οι ψευδαισθήσεις τρέφουν τις ατέλειές του και τανάπαλιν. Αυτή όμως είναι η ανθρώπινη συνθήκη, η παρακαταθήκη μας: οι ψευδαισθήσεις ως βασικό στοιχείο νοηματοδότησης της ύπαρξης που κινείται από το μηδέν στο πουθενά, με ενδιάμεσο στάδιο αυτό που αποκαλούμε βίο (ανεξέταστο ή μη, ουδεμία αξία έχει). Λίγη σημασία έχουν τα «πραγματικά γεγονότα», αυτός ο μύθος με τον οποίο ο Διαφωτισμός έχει στεγανοποιήσει την ύπαρξή μας – στη Δύση τουλάχιστον. Η τέχνη το έχει κατανοήσει, οι κοινωνίες και η πολιτική όχι.

politeia deite to vivlio 250X102

Το βιβλίο ξεκινάει, όπως κάθε βιβλίο του συγγραφέα, με ένα απόφθεγμα: «Εγώ σας είχα προειδοποιήσει». Η αλήθεια είναι πως μας προειδοποιεί κάποιες δεκαετίες τώρα, αν και δεν φαίνεται να ακούει κανείς. Ίσως γι’ αυτό ο Κρασναχορκάι συνεχίζει να γράφει λογοτεχνία, μήπως εξορκίσει τον κατήφορο στον οποίο η ανθρωπότητα δείχνει να κινείται ανεπίγνωστα. Τίποτα δεν πηγαίνει κατ’ ευχή, η σπειροειδής κίνηση προς τα κάτω (εφ’ ενός ζυγού, αλυσοδεμένη με το αφηγηματικό ύφος του συγγραφέα, όπως θα δούμε στη συνέχεια) δεν έχει αλλάξει στο ελάχιστο. Στο Πάει και το Φραντζολάκι, εκείνος που παρατηρεί την πτώση αποτελεί μέρος του προβλήματος, καθώς οι χίμαιρές του δεν αποτελούν λύση, κι ας πιστεύει ο ίδιος ακράδαντα στην ιερότητα του σκοπού του. Η σπειροειδής ιστορική κίνηση εμπεριέχει και την προσωπική πορεία του ανδρός, ο οποίος από την κατάσταση αδράνειας εκείνου που στο παρόν ηλικιακό στάδιο απλά αναμένει το τέλος, βρίσκεται σε κίνηση, για να καταλήξει εκ νέου στην αδράνεια που πλέον του έχει επιβληθεί.

Οι προειδοποιήσεις του συγγραφέα -κι εδώ κρύβεται το τραγικωμικό στοιχείο- εκτοξεύονται στην έναρξη της παράστασης για να ξεχαστούν άμεσα, δεδομένου ότι οι πρωταγωνιστές οφείλουν, ως αναπόσπαστο τμήμα της θνητότητάς τους, να ξεχάσουν την κατάστασή τους προκειμένου να ενεργήσουν. Θεωρητικά, η προειδοποίηση έχει νόημα μόνο στο τέλος, όταν οι συσσωρευμένες ματαιώσεις κατασπαράξουν και τις τελευταίες προσδοκίες. Θα ήταν επομένως πιο λειτουργικό εάν εκείνο το «Εγώ σας είχα προειδοποιήσει» έκλεινε το βιβλίο, αλλά ο συγγραφέας δεν επιθυμεί ειλικρινώς να προειδοποιήσει κανέναν – επιθυμεί να παίξει κρυφογελώντας με τις ψευδαισθήσεις του παλιάτσου που νόμισε ότι θα στεφόταν βασιλιάς των Ούγγρων, αλλά κι όλων ημών που παίζουμε καθημερινά το στημένο παιχνίδι της ζωής μας. Καλύτερα όμως έτσι. Ίσως εάν ακούγαμε τον Λάσλο, δεν θα είχε πλέον λόγο να γράφει βιβλία.

Ο συγγραφέας στις ευχαριστίες, στη έσχατη σελίδα, έχοντας ολοκληρώσει το βιβλίο εξηγεί τα πάντα σε μία μόνο παράγραφο (που μάλλον θα περάσει απαρατήρητη):

«Αυτό το βιβλίο αποτελεί καρπό της φαντασίας, η οποία -όντας και η ίδια μέρος της πραγματικότητας– τρέφεται κι αυτή τη φορά από την πραγματικότητα, αλλά από αυτό το σημείο και πέρα, με τούτη την πραγματικότητα που έμμεσα το έχει θρέψει ουδεμία σχέση διατηρεί πλέον στην καλλιτεχνική μορφή που αυτή απέκτησε κατά την ανάγνωσή του. Δυστυχώς.»

Αυτό που αποτυπώνει ο συγγραφέας είναι, συμπυκνωμένη, η πορεία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η οποία ολοκληρώνεται με τη διαμεσολάβηση του αναγνώστη. Εν αρχή η φαντασία, αναπόσπαστο μέρος της πραγματικότητας, πλην όμως αυτονομούμενη μέσω της αναγνωστικής πρόσληψης που παρεμβαίνοντας διαταράσσει την ακολουθία, επιβάλλοντας τη δική της πραγματικότητα. Είναι η παρέμβαση του αναγνώστη που μετατρέπει την πραγματικότητα σε καλλιτεχνική πραγματικότητα, μπολιάζοντας τη φαντασία. Για να ακολουθήσει εκείνο το δυσοίωνο «Δυστυχώς» που κλείνει το βιβλίο, το οποίο παραμένει αμφιλεγόμενο. «Δυστυχώς» που η παρέμβαση του αναγνώστη κατέστησε ανενεργή την πραγματικότητα και έρμαιο της φαντασίας; Ή «Δυστυχώς» που η φαντασία και η καλλιτεχνική μορφή δεν είναι ικανές να αλλάξουν την πραγματικότητα εκ της οποίας εκπορεύεται και η φαντασία, δημιουργώντας έναν ανατροφοδοτούμενο κύκλο χωρίς τέλος; Μόνο ο συγγραφέας θα μπορούσε να μας απαντήσει, αν υποθέσουμε ότι η απάντηση είναι σημαντικότερη από το έμμεσο ερώτημα που έχει τεθεί και ακολουθεί τον αναγνώστη και μετά το κλείσιμο του βιβλίου – ακριβώς όπως οφείλει να κάνει η άξια λόγου λογοτεχνία.

Ο έκπτωτος βασιλιάς, καθημαγμένος κι απογυμνωμένος από τη φαντασιακή του περιβολή, θα επιχειρήσει την έξοδό του στο τέλος της παράστασης.

Ξεχάσαμε όμως το Φραντζολάκι. Τι απέγινε άραγε και ποιος ο ρόλος του, ώστε να συμπεριληφθεί και στον τίτλο του βιβλίου; Μαθαίνουμε, συν τω χρόνω, ότι δεν υπήρξε ένα μόνο σκυλί με το όνομα αυτό. Εκείνο που συναντάμε στο ξεκίνημα του βιβλίου είναι γέρικο σαν τον πρωταγωνιστή και πεθαίνει σύντομα από γηρατειά. Αντικαθίσταται άμεσα με ένα κουτάβι, νέο μέλος αλυσίδας φερώνυμων κατοικίδιων που έχουν ξεκινήσει σε αδιευκρίνιστο σημείο στο παρελθόν. Το -νυν και αεί- φραντζολάκι θα ακολουθήσει τον θείο Γιόζι ως το τέλος της πορείας, όντας η ψυχή που ακόμα και αλυσοδεμένη δεν παύει να αγαπά (χωρίς συνείδηση, χωρίς τη διαμεσολάβηση του πολιτισμού, μια άχραντη και άχρονη ύπαρξη) προσδεμένη στον κόσμο που κατοικούν έγκλειστοι οι άνθρωποι, συνεπαρμένοι από την ανίκητη δύναμη των ψευδαισθήσεων. Η τελική σκηνή θα φέρει τον άνθρωπο και την αθωότητα που εκπροσωπεί το φραντζολάκι στο ίδιο κάδρο. Ο έκπτωτος βασιλιάς, καθημαγμένος κι απογυμνωμένος από τη φαντασιακή του περιβολή, θα επιχειρήσει την έξοδό του στο τέλος της παράστασης. Αλλά η πόρτα της εξόδου είναι κλειστή κι απαγορευμένη σε εκείνον. Θα ξεβιδώσει υπομονετικά τα κάγκελα από το παράθυρο, θα ανέβει προσεκτικά αγκαλιά με την αθώα του ψυχή, το φραντζολάκι, και θα εξέλθει οριστικά («του είπε πιάσου καλά…»), αφήνοντας πίσω του τους κολασμένους της γης και τα προβλήματά τους. Ναι, ο Κρασναχορκάι μάς είχε προειδοποιήσει. Ίσως τώρα τον ακούσουμε.

Η θεμελιώδης τέχνη της υπομονής

Δεδομένου ότι το ύφος του συγγραφέα αποτελεί το βασικό πλεονέκτημα και την ιδιαιτερότητά του, είναι λογικό και παρεπόμενο η κριτική να εστιάζεται εκεί κι όχι τόσο στην πλοκή και τις θεματικές του – δεν εννοώ ότι δεν υπάρχουν, αφού κάτι τέτοιο θα ενέτασσε το έργο του στην κατηγορία του πειραματικού, κάτι που προφανώς δεν ισχύει. Ο Κρασναχορκάι γράφει μυθοπλασία, η οποία κινείται στο μεταίχμιο του Μοντερνισμού με στοιχεία Μεταμοντερνισμού. Εντούτοις, κι ανεξαρτήτως με το πώς προσδιορίζει το έργο του ο ίδιος (δεν αφορά τους προσλαμβάνοντες η πρόθεσή του), δεν νομίζω ότι οποιοσδήποτε αναγνώστης προσεγγίζει τα βιβλία του το κάνει για να μάθει κάτι περί της πολιτικής κατάστασης στην Ουγγαρία ή για το «πού βαδίζει ο κόσμος» – αυτό που αναζητά διακαώς και δικαίως είναι το ύφος του, ο λόγος του, η ματιά του.

Λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα από μόνες τους, εφόσον δεν συσχετιστούν με το συγκεκριμένο κείμενο, προκειμένου να αποκτήσουν νόημα. Το ερώτημα είναι πάντα ένα: «Γιατί;»

Για αρχή, να ξεκαθαρίσω ότι το Πάει και το Φραντζολάκι δεν ανήκει στις κορυφαίες στιγμές του συγγραφέα, όπως εξάλλου και το προηγούμενο (Herscht 07769). Εν αντιθέσει όμως με εκείνο, το οποίο είχε μεγαλύτερη έκταση από την απαιτούμενη, με σημεία που θα μπορούσαν να έχουν περικοπεί για λόγους ισορροπίας, το Φραντζολάκι έχει το προτέρημα της δομικής αρτιότητας – η έκταση είναι η απαιτούμενη, χωρίς περιττά γεμίσματα. Στα μη πειραματικά έργα, η ενότητα, η ισορροπία, η απουσία του περιττού αποτελεί, κατά βάση, το ζητούμενο. Το σύνολο κρίνεται -και- στα επιμέρους, εφόσον το σύνολο απαρτίζεται από αυτά, ώστε να αναδείξει, όπως τόνισα αρχικά, το μπουκέτο των οσμών του. Ποια είναι τα εργαλεία για τον σκοπό αυτόν όμως; Όλα εκείνα που καταγράφονται παντού και τα παραθέτουμε πλέον χωρίς αμφιβολία, καθότι καθαγιασμένα από την επανάληψη: μακροπερίοδος λόγος, σπειροειδής ανάπτυξη, επαναληπτικότητα, υποβλητικό και υπνωτιστικό ύφος κλπ. Λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα από μόνες τους, εφόσον δεν συσχετιστούν με το συγκεκριμένο κείμενο, προκειμένου να αποκτήσουν νόημα. Το ερώτημα είναι πάντα ένα: «Γιατί;»

Μια πρώτη αιτιολογία είναι εκείνη που έδωσα ήδη: δομική αρτιότητα, ενότητα των επιμέρους. Πάμε παρακάτω. Ο μακροπερίοδος λόγος και η σπειροειδής κίνηση της αφήγησης είναι ένα εργαλείο που στα χέρια του ικανού συγγραφέα αποκτά δύναμη. Γιατί; Ας σκεφτούμε τη γραμμική αφήγηση, όπου η πλοκή με τα επιμέρους στοιχεία τοποθετούνται το ένα πίσω από το άλλο σε παράταξη. Η ανάγνωση βασίζεται αναγκαστικά στο στοιχείο της έκπληξης, της αποκάλυψης στοιχείων, στον ταχύ βηματισμό που αφενός επιτρέπει την άμεση ταύτιση και αφετέρου κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, συνήθως αλλά όχι πάντα, αποφεύγεται ο μακροπερίοδος λόγος, αφού τα σημεία στίξης διευκολύνουν την αδιάσπαστη προσοχή του αναγνώστη. Ο Κρασναχορκάι δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο, αφού όπως είπαμε το ύφος του είναι το θέμα του και οι θεματικές του αναπτύσσονται εντός του ύφους του, αδιαχώριστα. Απόδειξη αυτού, το γεγονός ότι η καθαυτή πλοκή, το σενάριο ας πούμε, θα μπορούσε να εξαντληθεί σε ελάχιστες σελίδες – δεν γίνονται ποτέ τόσα πολλά στα βιβλία του, ενώ οι υποπλοκές είναι σχηματικές και υποστηρικτικές της βασικής, όταν υπάρχουν. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι το ιδανικό παράδειγμα όσων παρέθεσα (ελάχιστα πράγματα λαμβάνουν χώρα μπροστά μας, και μάλιστα εντελώς ελλειπτικά και αφηρημένα).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το έλασσον συγχέεται με το μείζον, υποχρεώνοντας (λέξη-κλειδί) τον αναγνώστη να παύσει, να φρενάρει το μάτι που τρέχει στην επόμενη γραμμή, ώστε να αναλάβει τα ηνία ο εγκέφαλος που δεν επιτρέπεται να φυγοπονεί, αλλά να είναι παρών, ενεργός

Αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο μακροπερίοδος λόγος που ξετυλίγεται σαν σπείρα: ξετυλίγει το κουβάρι της αφήγησης με ελάχιστα, μηδαμινά βηματάκια, όπου το επόμενο σημαντικό βήμα καταγράφεται εφόσον έχει προηγηθεί η οικεία επανάληψη όσων έχουν ήδη λάβει χώρα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το έλασσον συγχέεται με το μείζον, υποχρεώνοντας (λέξη-κλειδί) τον αναγνώστη να παύσει, να φρενάρει το μάτι που τρέχει στην επόμενη γραμμή, ώστε να αναλάβει τα ηνία ο εγκέφαλος που δεν επιτρέπεται να φυγοπονεί, αλλά να είναι παρών, ενεργός, ώστε τότε και μόνο να καταλάβει τι είναι το σημαντικό και τι το ασήμαντο και πόσο τελικά και τα δύο αυτά χάνουν το αρχικό νόημά τους όταν η τέχνη τα ενσωματώσει σε μία σάρκα. Το «παρακάτω» της υπόθεσης έχει ήδη αναγνωστεί από το μάτι προτού το συλλάβει η νόηση που θα πρέπει να δαμάσει την ανάγκη του βιαστικού να προλάβει τον χρόνο. Ο λογοτεχνικός χρόνος του Ούγγρου δεν κινείται με την ίδια ταχύτητα, την οποία επιβάλει η καθημερινότητά μας και οι διαγώνιες αναγνώσεις – είναι η άρνησή τους.

Ο αναγνώστης σε εγρήγορση κάνει κύκλους και ψάχνει το σημείο εκείνο που αίφνης ο συγγραφέας αλλάζει βηματισμό. Την ίδια στιγμή το βήμα του αναγνώστη μετεωρίζεται, αφού το μάτι προτρέχει της διανοίας που το αναγκάζει να επανέλθει.

Τι είναι η σπείρα; «Σπείρα είναι μια καμπύλη που προέρχεται από ένα σημείο, κινούμενη πιο μακριά καθώς περιστρέφεται γύρω από το σημείο». Το σημείο στο βιβλίο είναι ένα (ο θείος Γιόζι) και η σπείρα της αφήγησης ξετυλίγεται σε κάθε κεφάλαιο και λίγο περισσότερο, λίγο πιο μακριά αλλά όχι τόσο, ώστε να μην χάνεται ποτέ η ορατότητα του κέντρου από τα άκρα. Ο αναγνώστης σε εγρήγορση κάνει κύκλους και ψάχνει το σημείο εκείνο που αίφνης ο συγγραφέας αλλάζει βηματισμό. Την ίδια στιγμή το βήμα του αναγνώστη μετεωρίζεται, αφού το μάτι προτρέχει της διανοίας που το αναγκάζει να επανέλθει. Και ξανά από την αρχή. Το μάτι του έμπειρου αναγνώστη που έχει συνηθίσει το παιχνίδι (γιατί η σοβαρή λογοτεχνία παραμένει ένα πνευματικό παιχνίδι), αναζητά αυτόν τον υπνωτιστικό ρυθμό που δεν ξεγυμνώνεται άμεσα, αλλά αναλαμβάνει τον ρόλο της στρυφνής παρθένου που ξεφεύγει μόνιμα και δεν παραδίδεται. Για ποιον λόγο και με τι αποτέλεσμα; Τίποτα λιγότερο από τη μεγιστοποίηση της απόλαυσης.

Οι ήρωες του Κρασναχορκάι είναι απόγονοι του Σαίξπηρ και του Ντοστογιέφσκι, το περιβάλλον όμως, οι χώροι, οι απρόσωπες δυνάμεις της εξουσίας και του κακού οφείλουν τα μέγιστα στον Κάφκα.

Όσον αφορά την επίδραση του Κάφκα στο ύφος, ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει εύκολα τα σημεία αναφοράς: Για αρχή, η ρευστή εξουσία που διώκει τον πρωταγωνιστή, η οποία ποτέ δεν προσωποποιείται και σπανίως γίνεται ορατή, με αποτέλεσμα η ισχύς της να φαντάζει απεριόριστη – ο φόβος που δεν αποκτά ποτέ όψη και χαρακτηριστικά παραμένει πάντα πιο δυνατός, ανεξέλεγκτος και ολοκληρωτικός. Ο αναγνώστης δεν θα μάθει ποτέ αν στις φλέβες του θείου Γιόζι κυλά βασιλικό αίμα, εάν οι «πιστοί» του οπαδοί ήταν όντως έτοιμοι για την ενθρόνιση, εάν η εξουσία στα ανώτερα κλιμάκια πίστεψε ποτέ στις διεκδικήσεις του και ενήργησε από φόβο μπροστά σε μια ουσιαστική απειλή ή απλά η γραφειοκρατία έδρασε με τον τρόπο που δρα όταν αναγνωρίζει μια ενόχληση. Κι εδώ έγκειται η διαφορά του Ούγγρου από τον Τσέχο: ο σαιξπηρικός του ήρωας βιώνει σε πραγματικό χρόνο και με ρεαλιστικούς όρους το δράμα και την κωμωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, κάτι που στο καφκικό πλαίσιο δεν υφίσταται, καθότι οι αποπροσωποποιημένες δυνάμεις της αόρατης εξουσίας έχουν εξαρχής αφαιρέσει την πρωτοβουλία κινήσεων του ήρωα που με την αμηχανία και την αδράνεια του καταδικασμένου ζώου οδηγείται στη σφαγή. Οι ήρωες του Κρασναχορκάι είναι απόγονοι του Σαίξπηρ και του Ντοστογιέφσκι, το περιβάλλον όμως, οι χώροι, οι απρόσωπες δυνάμεις της εξουσίας και του κακού οφείλουν τα μέγιστα στον Κάφκα.

Όλες οι ψηφίδες μπαίνουν στη θέση τους μόνο στην ακροτελεύτια σκηνή, οπότε τα προηγηθέντα αποκτούν νόημα.

Τέλος, το βιβλίο αυτό με παρέπεμψε σε κάποιες παλιού τύπου σινεφίλ ταινίες, όπου το τελευταίο εκβάν κρίνει τα προηγούμενα. Έχοντας ξεκινήσει το βιβλίο, με ρωτούσαν φίλοι ποια η άποψή μου μέχρι στιγμής. Δεν είχα συγκεκριμένη απάντηση, παρά μόνο ότι ήμουν πεπεισμένος ότι θα αποφασίσω μόνο όταν διαβάσω και την τελευταία σελίδα. Η διαίσθησή μου δικαιώθηκε απόλυτα. Όλες οι ψηφίδες μπαίνουν στη θέση τους μόνο στην ακροτελεύτια σκηνή, οπότε τα προηγηθέντα αποκτούν νόημα. Πρόκειται για κάτι επίφοβο, καθότι πολλοί άπειροι και ανυπόμονοι αναγνώστες πιθανώς να χαθούν στην πορεία, ενώ απαιτεί τη μέγιστη δυνατή δεξιοτεχνία από τον έμπειρο δημιουργό, ο οποίος έχει εμπιστοσύνη στην πένα του. Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας δικαιώθηκε πλήρως ως προς αυτό.

Κλείνοντας, να τονίσω ότι ο αναγνώστης του Κρασναχορκάι δεν θα βρει στο βιβλίο αυτό κάτι που δεν γνώριζε ήδη από τα προηγούμενα έργα του, πολλώ δε μάλλον κάποια έκπληξη ή ένα βήμα ανανέωσης (ομολογώ ότι θα το ήθελα). Εντούτοις, κι αυτή είναι η δική μου οπτική, εν μέσω ικανών σύγχρονων συγγραφέων, ο καλλιτέχνης γίνεται ολοένα σπανιότερο είδος κύκνου. Ο Ούγγρος είναι πρώτιστα καλλιτέχνης, ένας δημιουργός με ορατή σφραγίδα, κάτι που στην εποχή της ασημαντότητας φαντάζει επαναστατικό.

*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.


 

Απόσπασμα από το βιβλίο

«…και έτσι πρέπει, επανέλαβε καθώς τον παρατηρούσε λίγο λίγο κάθε τόσο, όταν, σε τούτες τις συναντήσεις που είχαν ξεκινήσει εκ νέου έπαιρνε πού και πού τον λόγο αυτός, ο Μπάντιγκι ο νεότερος, τον έπαιρνε αλλά περίμενε πάντα ευγενικά ώσπου ο προηγούμενος να ολοκληρώσει όσα είχε να πει, διαπίστωνε ξανά και ξανά ότι είχε υποστεί πράγματι μεγάλη μεταμόρφωση, η λύπη, πιστεύει, είναι φυσική κατάσταση του ανθρώπου, σημείωσε έπειτα απρόσμενα, όπως συνήθιζε, δεν θέλει να φιλοσοφεί, δεν είναι δική του δουλειά κιόλας, πάντως από την πείρα της μακράς ζωής του, η έξαψη, η προθυμία για δράση, τα επιθετικά σκιρτήματα, ο αριβισμός, η αέναη επιθυμία για μια γυναίκα, για μια εξουσία, για έναν θησαυρό, ή ακόμα και για ένα μεγάλο πιάτο κότσι και μεδούλι με πάπρικα, φυσικά πού να βρεις κάτι τέτοιο σήμερα;!, αλλά δεν βαριέσαι, δεν είναι και παράξενο, και αναρωτιέται τώρα αν αυτά είναι που κινούν τον άνθρωπο σε όλη τη ζωή του έως τα γεράματα, ενώ είναι φως φανάρι ότι πρόκειται να πεθάνει, και σε γενικές γραμμές μάλιστα, είπε, μέσα στον πόνο και στην οδύνη, και προκαλώντας τόση λύπη στους αγαπημένους του όση ευτυχία δεν τους είχε προκαλέσει ποτέ στη ζωή του, πράγμα που θα έπρεπε να το γνωρίζουν όλοι μέσα στον μεγάλο φαταουλισμό τους, και, όπως λέγεται, τα μεγάλα τα ζορίσματα με βογκητά τελειώνουν, ξέρετε τι εννοούσε ο λαός με τα βογκητά….»

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Λάσλο Κρασναχορκάι γεννήθηκε το 1954 στην πόλη Gyula της Ουγγαρίας. Σπούδασε νομικά και φιλολογία στα Πανεπιστήμια του Ζέγκεντ και της Βουδαπέστης. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ούγγρους συγγραφείς, ο οποίος υπηρετεί πιστά μια λογοτεχνία φιλόδοξη και απαιτητική. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία (ανάμεσά τους το βραβείο Kossuth, που αποτελεί τη σημαντικότερη διάκριση της Ουγγαρίας, και το γερμανικό βραβείο Bestenliste-Prize). Το 2015 τιμήθηκε με το The Man Booker International Prize. Το 2025 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

laszlo krasnaxorkai 2

Τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα τσέχικα, τα βουλγάρικα, τα εβραϊκά, τα ιαπωνικά και στα ελληνικά. Δύο βιβλία του Λάσλο Κρασναχορκάι (Το τανγκό του Σατανά και Η μελαγχολία της αντίστασης) έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο από τον φίλο του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ, για τον οποίο έχει γράψει και πρωτότυπα σενάρια. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορούν πολλά από τα βιβλία του (Πόλεμος και πόλεμος, H Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω κλπ), μεταξύ των οποίων και το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του, Πάει και το φραντζολάκι.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Να σώσουμε τη φωτιά» του Γκιγιέρμο Αριάγα (κριτική) – Η φλόγα που καίει τα σωθικά του Μεξικού

«Να σώσουμε τη φωτιά» του Γκιγιέρμο Αριάγα (κριτική) – Η φλόγα που καίει τα σωθικά του Μεξικού

Για το μυθιστόρημα του Γκιγιέρμο Αριάγα (Guillermo Arriaga) «Να σώσουμε τη φωτιά» (μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, εκδ. Ίκαρος). Κεντρική εικόνα: Λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου στην ισπανική έκδοση.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Ο γνήσιος «παραμυθάς» Χο...

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η λατρεία του σώματος και ο εφιάλτης της τελειότητας

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η λατρεία του σώματος και ο εφιάλτης της τελειότητας

Για το μυθιστόρημα της Βερένα Κέσλερ (Verena Keßler) «Γυμναστήριο» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την ταινία «The substance» (2024). 

Γράφει η Φανή Χατζή

Το ...

«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο πόλεμος ως εφευρέτης του ανθρώπου

«Ένας μύθος» του Ουίλιαμ Φόκνερ (κριτική) – Ο πόλεμος ως εφευρέτης του ανθρώπου

Για το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Φόκνερ «Ένας μύθος» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Πίνακας του Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ. 

Γράφει ο Ανδρέας Κωσταγεώργος

Ακόμα και ο πλέον μανιώδης αναγνώστης του ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Μεσσίας» (εκδ. Μίνωας).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

...
«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας 

Ο σημαντικός, Άγγλος βιρτουόζος σκηνοθέτης ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

Καταιγιστική δράση αλλά και χαλαρή ατμόσφαιρα, κοινωνικός σχολιασμός και σκοτεινός ρεαλισμός: Είκοσι έξι αστυνομικά, νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ, για ένα καλοκαίρι γεμάτο συγκινήσεις. 

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου

...
Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Πέντε ποιητικά έργα με πυκνή γραφή, φιλοσοφικούς στοχασμούς και πολιτικό περιεχόμενο.

Επιλογή-παρουσίαση Παναγιώτης Γούτας

Πέντε ποιητικά έργα από τον βορρά, καρποί ώριμης γραφής, που εκφράζουν φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς. 

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ