
Για το μυθιστόρημα του Τόμας Πίντσον (Thomas Pynchon) «Shadow ticket», που θα κυκλοφορήσει προσεχώς στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Γιώργου Κυριαζή. Εικόνα: Από την ταινία του Μπέλα Λουγκόζι «Η μαύρη γάτα» (1934), με την οποία συνομιλεί το μυθιστόρημα.
Γράφει ο Κώστας Καλτσάς
Να ‘μαστε, λοιπόν, τόσο αναπάντεχα. Δώδεκα χρόνια μετά το μυθιστόρημα που υποθέσαμε πως θα αποδεικνυόταν το κύκνειο άσμα του, ο Τόμας Πίντσον (ετών 88) επιστρέφει με το μυθιστόρημα που υποθέτουμε -ποιος ξέρει, σε αυτό το σημείο- πως θα αποδειχθεί το κύκνειο άσμα του (προσεχώς στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, φυσικά σε μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή). Η είδηση της επικείμενης έκδοσης του Shadow ticket έγινε δεκτή με ευφορία από την οποία δεν έλειπε κι ένα ψήγμα ανησυχίας: Θα ήταν καλό μυθιστόρημα ή, τουλάχιστον, καλύτερο από την εξαιρετικά πλούσια για τους ακαδημαϊκούς και μη μελετητές του Πίντσον αλλά άνιση Υπεραιχμή (Ψυχογιός, 2014); Η χαρμόσυνη απάντηση είναι ναι, και σίγουρα ναι. Μα πέρα από αυτό, η πραγματική έκπληξη είναι πως το Shadow ticket αποδεικνύεται και ανέλπιστα σημαντικό, τόσο για το συνολικό έργο του Commander, όσο και για την ιστορική μας στιγμή.

Φαινομενικά τρίτο κατά σειρά «νουάρ» μυθιστόρημα για τον Πίντσον, μετά τα Έμφυτο ελάττωμα (Καστανιώτης, 2011) και Υπεραιχμή, το Shadow ticket των 293 σελίδων είναι το συντομότερο μυθιστόρημά του από τo H συλλογή των 49 στο σφυρί (Ύψιλον, 1986, και Gutenberg, 2017, μτφρ. Δημήτρης Δημηρούλης) και μάλλον το πιο ατόφια ξεκαρδιστικό και πικαρέσκο του από το Mason & Dixon (Χατζηνικολή, 2003). Μοιάζει, αρχικά τουλάχιστον, όχι ιδιαίτερα πυκνό (για Πίντσον πάντα), με διαυγείς, ολιγοσέλιδες σκηνές και «αστυνομικού» τύπου εξέλιξη, μα γρήγορα γίνεται αντιληπτό, αν αμφέβαλλε ποτέ κανείς, πως θα απογοητεύσει κι αυτό τους φαν των generic αστυνομικών μυθιστορημάτων που θα περίμεναν, αν όχι μια ολοκληρωτική ή έστω μερική λύση, τουλάχιστον ένα μυστήριο με ξεκάθαρο σχήμα. Ας μην ξεχνάμε τι υποδοχής έτυχε η κινηματογραφική μεταφορά του Έμφυτο ελάττωμα από τον Πολ Τόμας Άντερσον. Τυπική εγχώρια κριτική: «Χάος αντί για μυστήριο».
Ακούστε, όμως: Στο Μιλγουόκι του 1932, με το ντιρέκτ-κροσέ Ποτοαπαγόρευσης και του Κραχ του ‘29 να έχει αφήσει όλο το Ουισκόνσιν (κι όχι μόνο) παραζαλισμένο, ο πρώην μπράβος-απεργοσπάστης, νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ, Χικς ΜακΤάγκαρτ, που σώθηκε από τον πρότερο ανέντιμο βίο του όταν το γκλομπ του εξαφανίστηκε ως διά μαγείας από το χέρι του καθώς εκείνος ετοιμαζόταν να καταφέρει ενδεχομένως φονικό χτύπημα σε κομμουνιστή απεργό, αναλαμβάνει να βρει και να επιστρέψει στη μητέρα και τον αρραβωνιαστικό της την Ντάφνι Έρμοντ, κληρονόμο του ήδη χαμένου κάπου στην Ευρώπη μεγιστάνα Μπρούνο Έρμοντ, γνωστού ως «Αλ Καπόνε του Τυριού», που το έχει σκάσει για μέρη άγνωστα με τον εραστή της, κλαρινετίστα Χοπ Γουίνγκντεϊλ, κι όλα αυτά ενώ στο Μιλγουόκι εκρήγνυνται βόμβες αγνώστου προελεύσεως, μία εκ των οποίων, για την έκρηξη της οποίας η τοπική αστυνομία ίσως θεωρεί ύποπτο τον Χικς, ανατίναξε το φορτηγό του λαθρέμπορου αλκοόλ και ας-πούμε-φίλου του Χικς, Στάφι Κίγκαν, που αγνοείται, και μπορεί να είναι νεκρός, μα που φήμες θέλουν επιβάτη σ’ ένα Αυστροουγγρικό υποβρύχιο U-13 το οποίο ίσως να εθεάθη ένα βράδυ κάτω από τον πάγο της Λίμνης Μίσιγκαν, και το παράδειγμα της εξαφάνισης του οποίου ο Χικς ίσως να χρειαστεί σύντομα να μιμηθεί, δεδομένου πως η περιστασιακή του σχέση και παρτενέρ του στο χορό Έιπριλ Ραντάτσο αποτελεί ταυτόχρονα και παράνομο δεσμό του δον Πεπίνο Ινφερνάτσι (επάγγελμα: το προφανές), άντρα που δεν φημίζεται για την ανοιχτόμυαλη κατανόησή του στα ζητήματα της καρδιάς. Σύντομα ο Χικς θα βρεθεί άθελά του να διασχίζει τον Ατλαντικό σε υπερωκεάνιο με πρώτη στάση την Ταγγέρη, ενώ στην ηπειρωτική Ευρώπη, από τη Γιουγκοσλαβία και την Αδριατική ως την Ουγγαρία και την Τρανσυλβανία, Άγγλοι κατάσκοποι, Ναζί, μοτοσικλετιστές, κυνηγοί Εβραίων, ιδιωτικοί ντετέκτιβ, τζαζ μουσικοί, πνευματιστές, ένα γκόλεμ, και δυο-τρία ζευγάρια εραστών θα μπλέξουν στο κυνήγι – ποιου; Της Ντάφνι, του Μπρούνο, του Χοπ; Ή κάποιου/κάτι άλλου; Και τέλος πάντων τι ρόλο παίζει σ’ όλα αυτά το Διεθνές Συνδικάτο του Τυριού;
So far, so Pynchon, θα σκεφτεί κανείς. Τα λογοπαίγνια κι οι αναχρονισμοί πέφτουν βροχή, η αφήγηση διακόπτεται κάθε τόσο ώστε οι χαρακτήρες «να τραγουδήσουν ως επί το πλείστον ανόητα τραγούδια», ο κόσμος μοιάζει όλο και πιο παράδοξος κι όλο και πιο παράδοξα γνώριμος, και τα ονόματα–
Η αλήθεια είναι πως οι γραμμές είναι ήδη χαραγμένες στην άμμο. Δεν θα βρει κανείς τίποτα στο Shadow ticket που θα κάνει τους φαν του Πίντσον λιγότερο φαν, ή θα πείσει τους αναγνώστες ή κριτικούς που τον έχουν απορρίψει να τον επανεκτιμήσουν. Δεν υπάρχει μέση οδός για το πώς αισθάνεται κανείς για ονόματα όπως το «Γκλόου Τρίπφορθ ντελ Βάσκο» ή το ανυπέρβλητο «Ζμπιγκ Ντουμπίνσκι». Οι φανατικοί του νατουραλισμού θα στραφούν για άλλη μια φορά αλλού, άλλοι θα δακρύζουμε κάθε τόσο από τα γέλια. Δεν υπάρχει ίσως και μέση οδός για το πώς αισθάνεται κανείς για την πρόζα του Πίντσον, που εδώ βρίσκεται σε μεγάλα κέφια σε σχέση με την ανά διαστήματα κάπως πιο άχρωμη πρόζα της Υπεραιχμής: Μίλια μακριά από τις καμπάνες της Βίβλου του Βασιλιά Ιακώβου όπως αντηχούν στην προσωδία ενός Μέλβιλ ή ενός Φώκνερ, πολύ πιο κοντά στον βαρβαρικό αλαλαγμό ενός Γουίτμαν διά μέσω ενός Σολ Μπέλοου, ενός Μπέλοου όμως μεγαλωμένου όχι με τους μεγάλους Ρώσους και τον Μότσαρτ, αλλά με ραδιοφωνικά διαφημιστικά τζινγκλ, σουίνγκ, τζαζ, το σινεμά του ’30 και του ’40, εγχειρίδια φυσικής, κόμικς, και πολλή, μα πολλή τηλεόραση.
Ο αυτοαναφορικός Πίντσον
Μια απ’ τα ίδια, επομένως; Οι σελίδες του Shadow ticket βρίθουν από αναφορές στο υπόλοιπο έργο του Πίντσον. Να το πάλι, από το Ενάντια στη μέρα, το υπερωκεάνιο Στιουπέντικα (τελευταία φορά εθεάθη να μεταφέρει τους Κιτ και Ντάλι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού), αλλά να κι ο Λιου Μπάσλαϊτ (ο οποίος, όπως ο Χικς που δεν ξέρει τι σημαίνει «Μπολσεβίκος», «δεν ήξερε καν τι ακριβώς ήταν οι αναρχικοί», κι είχε μπει στο επάγγελμα του ντετέκτιβ όχι λόγω πολιτικών πεποιθήσεων μα «εξαιτίας ενός αμαρτήματος που υποτίθεται πως διέπραξε κάποτε»). Να, ως μότο, μια ατάκα του Μπέλα Λουγκόζι από το φιλμ «Η μαύρη γάτα»· του ίδιου Λουγκόζι που κάνει ένα σύντομο πέρασμα από τις σελίδες του Ενάντια στη μέρα. (Πώς να αντισταθεί κανείς στην ιδέα πως ο Πίντσον μάς κλείνει το μάτι; Ο ήρωας της «Μαύρης γάτας», συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων Πίτερ Άλισον, περιγράφει τον εαυτό του ως έναν από τους «μεγαλύτερους Αμερικανούς συγγραφείς ασήμαντων βιβλίων».) Να το γκλομπ του Χικς, ένα από τα πολλά αντικείμενα στο μυθιστόρημα που εξαφανίζονται μυστηριωδώς μόνο για να ξαναεμφανιστούν (ορισμένα), εξίσου μυστηριωδώς, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, σαν τη φυσαρμόνικα του Ταϊρόν Σλόθροπ στο Ουράνιο τόξο της βαρύτητας που, χαμένη σε μια τουαλέτα της Μασαχουσέτης, θα επανεμφανιστεί στην γερμανική ύπαιθρο πέντε ως εφτά χρόνια αργότερα (η απώλειά της δεν μπορεί να χρονολογηθεί με ακρίβεια – αυτό μας έλειπε). Να ο ίδιος ο Χικς, το επίθετο του οποίου παραπέμπει στον (ιστορικά υπαρκτό) Άγγλο ιδεαλιστή μεταφυσικό Τζ. Μ. Ε. ΜακΤάγκαρτ, όνομα που εμφανίζεται συχνά στο Ενάντια στη μέρα. Να ένας χαρακτήρας (ας μην τον κατονομάσω) που μας συνδέει με τον πλέον άμεσο τρόπο με το Βάινλαντ (Χατζηνικολή, 1997, μτφρ. Ανδρέας Βαχλιώτης). Να εκκεντρικοί Άγγλοι κατάσκοποι που δεν μπορούν παρά να φέρουν στο μυαλό το «Κάτω από το ρόδο», πρώτα ως διήγημα στη συλλογή Βραδείας καύσεως (Χατζηνικολή, 2000, μτφρ. Προκόπης Προκοπίδης και Βίκυ Χατζοπούλου) έπειτα ως μέρος του τρίτου κεφαλαίου του V. (Χατζηνικολή, 2007, μτφρ. Προκόπης Προκοπίδης). Να σου πάλι οι λύκοι (περισσότερα γι’ αυτούς σε λίγο).
Δεν είναι πως λείπουν οι κωμικές σεκάνς κι οι παρεκβάσεις, καταλαμβάνουν όμως πολύ μικρότερη έκταση. Προφανώς και δεν θα μπορούσαν από ένα μυθιστόρημα του Πίντσον να λείψουν τα λογοπαίγνια (...)
Ταυτόχρονα, κάποια από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής του Πίντσον κάνουν μεν κι εδώ την εμφάνισή τους, αλλά πολύ πιο υπόκωφα από ό,τι συνήθως. Δεν είναι πως λείπουν οι κωμικές σεκάνς κι οι παρεκβάσεις, καταλαμβάνουν όμως πολύ μικρότερη έκταση. Προφανώς και δεν θα μπορούσαν από ένα μυθιστόρημα του Πίντσον να λείψουν τα λογοπαίγνια, όμως στις σελίδες του Shadow ticket δε θα συναντήσει κανείς τον Πίντσον που στο Ουράνιο τόξο της βαρύτητας εισάγει στην αφήγηση μια παρέκβαση που εκτείνεται συνολικά σε σχεδόν είκοσι σελίδες κι ανακατεύει τον σκηνοθέτη Σέσιλ Nτε Μιλ, βάρκες με κουπιά, πρωτοπαλίκαρα, και το λαθρεμπόριο γούνας, για να μπορέσει να γράψει την πρόταση «Δεν μπορεί τα πρωτοπαλίκαρα της γούνας να κάνουν τους κωπηλάτες, ούτε για τον Ντε Μιλ, ούτε για κανέναν!» που στο πρωτότυπο («For DeMille young fur henchmen can’t be rowing») παραπέμπει στον τίτλο της μεγάλης επιτυχίας του 1927 «Fifty million Frenchmen can’t be wrong» («Πενήντα εκατομμύρια Γάλλοι δεν μπορεί να κάνουν λάθος», των Γουίλι Ράσκιν, Μπίλι Ρόουζ και Φρεντ Φίσερ) τραγούδι που ειρήσθω εν παρόδω αποτελεί εν μέρει σχόλιο για την Ποτοαπαγόρευση. Φιλοσοφημένο σχόλιο του Γιώργου Κυριαζή σε πρόσφατη συζήτηση για την επίμαχη πρόταση: «Η μετάφραση είναι μια διαρκής ήττα».
Η επίμονη αυτοαναφορικότητα κι επιστροφή σε χαρακτηριστικές θεματικές, μια κάποια λακωνικότητα κι αφηγηματική οικονομία, η έμφαση για μεγάλα διαστήματα στους διαλόγους, το ίδιο το γεγονός πως για τρίτη συνεχόμενη φορά ο Πίντσον στρέφεται στη φόρμα του «νουάρ» κι όχι στους πολύ πιο περίπλοκους άκεντρους λαβυρίνθους των μεγάλων του συνθέσεων – όλα μοιάζουν κάπως προβλέψιμα σε αυτό το σημείο, «όψιμο στιλ», και ως τέτοιο μοιάζουν να αντιμετωπίστηκαν από αρκετούς κριτικούς αγγλόφωνων μέσων. Ίσως και να μην έχουν άδικο, πρόκειται όμως για παρατήρηση που, όπως σημείωσε στο κείμενό του στο Bookforum ο Κρίστιαν Λόρεντζεν, δεν είναι απαραίτητα και διαφωτιστική.
Ο Λόρεντζεν ανατρέχει σε παλιότερες κριτικές αποτιμήσεις του Πίντσον, εστιάζοντας σε ένα σχόλιο ενός από τους σημαντικότερους πρώιμους υπερασπιστές του, του Ρίτσαρντ Πόριε, που σε κείμενό του για το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας το 1973 είχε γράψει: «Οι αναγνώστες που χάνουν την υπομονή τους με αυτό το βιβλίο είναι πιθανότατα αποκλειστικά λόγιοι στις αντιδράσεις τους αντί για ανεπαρκώς λόγιοι. Κοιτάζουν επίμονα τις δομές χωρίς να ακούνε τις φωνές, αναρωτιούνται περί χαρακτήρων όταν θα έπρεπε να γελάνε με γκροτέσκους, και γενικά χάνουν την εμπειρία αναζητώντας το νόημα». Δεν είναι πως συμφωνώ απόλυτα με αυτή την προσέγγιση, ο λόγος όμως που βρέθηκα να διαβάζω την κριτική του Λόρεντζεν ήταν πως είχα κι εγώ τον Πόριε στο μυαλό μου, αν και για άλλο λόγο: Την παρατήρησή του, για το H συλλογή των 49 στο σφυρί, πως το δεύτερο μυθιστόρημα του Πίντσον έμοιαζε με επεισόδιο που είχε κοπεί από το πρώτο του, το V. Γιατί κάτι αντίστοιχο μοιάζει αρχικά να συμβαίνει κι εδώ, με το Shadow ticket να δίνει την εντύπωση, πότε με την εποχή που διαδραματίζεται, πότε με τις πολλές αναφορές του στο Ενάντια στη μέρα, ότι αποτελεί κάποιου είδους επίλογο στο πρότερο μυθιστόρημα.
(Ας σημειωθεί εδώ πως η συνήθεια του Πίντσον να δουλεύει ταυτόχρονα πάνω σε περισσότερα από ένα κείμενα, συχνά για δεκαετίες πριν την έκδοσή τους, κάνει τις θεωρίες για τις συνδέσεις μεταξύ των μυθιστορημάτων του ακόμα πιο περίπλοκη υπόθεση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η απογοήτευση μέρους του κοινού του για την ανακοίνωση της έκδοσης του Βάινλαντ το 1990, δεδομένου πως για πολλά χρόνια κυκλοφορούσε η φήμη πως έγραφε ένα ογκώδες μυθιστόρημα για τους Μέισον και Ντίξον. Το Mason & Dixon εκδόθηκε τελικά το 1997, ενώ από ό,τι φαίνεται ο Πίντσον είχε αρχίσει να το δουλεύει γύρω στο 1975.)
Αρκετά όμως με αυτά. Αν είστε τακτικοί αναγνώστες του Πίντσον που πρωτίστως περιμένετε να διαβάσετε το Shadow ticket και θέλετε να ξέρετε αν πιστεύω πως θα περάσετε καλά, σταματήστε εδώ. Η απάντηση είναι: Ναι, πολύ. Αν δεν έχετε ξαναδιαβάσει Πίντσον και αναρωτιέστε αν το Shadow ticket ενδείκνυται για να αρχίσετε: Μάλλον ναι, αρκεί να μην χάσετε την εμπειρία αναζητώντας το νόημα. Αν, τακτικοί αναγνώστες ή όχι, αναρωτιέστε σε τι βαθμό το μυθιστόρημα έχει οτιδήποτε να πει για τη ιστορική μας στιγμή, ας επισημάνω πως εκτυλίσσεται με τις σκιές του Δευτέρου Παγκοσμίου να μαζεύονται και να βαθαίνουν στις γωνίες του, την τελευταία φορά που ένα μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας ήταν τόσο ανοιχτά έτοιμο να ασπαστεί τον φασισμό, κι ας αφήσω την εκάστοτε αναγνώστρια να βγάλει τα συμπεράσματά της. Αν, από την άλλη, σας ενδιαφέρει μια πρώτη, πρόχειρη άποψη, βασισμένη σε μία μόνο μέχρι στιγμής ανάγνωση, για το τι πραγματικά συμβαίνει στις σελίδες του – έχουμε και λέμε.
Η ώρα του λύκου
Το Shadow ticket διαφημίστηκε ως, και σε μεγάλο βαθμό είναι, πιντσονικό «νουάρ», ο ιδιωτικός ντετέκτιβ στο κέντρο του οποίου ασχολείται κατά δική του ομολογία κυρίως με «οικογενειακές» υποθέσεις – απιστίες, διαζύγια κλπ. Η αναχώρηση του Χικς ως επιβάτη στο Στιουπέντικα σηματοδοτεί και τη στιγμή που το μυθιστόρημα σηκώνει άγκυρα από το είδος του και τον μέχρι τώρα σχετικά περιορισμένο μικρόκοσμό του, βάζει πλώρη για την Ευρώπη, και μετατρέπεται για σχεδόν ολόκληρο το δεύτερο μισό του σε κάτι πιο παράξενο και για τους τακτικούς αναγνώστες του Πίντσον αρκούντως γνώριμο, ένα είδος «πειραγμένου», ενίοτε μεταφυσικού κατασκοπικού θρίλερ με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, κάτι σαν μυθιστόρημα ενός Έρικ Άμπλερ ή Τζον Μπάκαν, αν οι δυο τους είχαν αδυναμία στα παραισθησιογόνα αντί για το τσάι. Μετατρέπεται, με άλλα λόγια, στο Ουράνιο τόξο της βαρύτητας.
Κοιτάζοντας λίγο πιο προσεκτικά αυτή τη λίστα διαπιστώνει κανείς πως υφίσταται ένα και μοναδικό κενό, που το Shadow ticket έρχεται να καλύψει: η δεκαετία του ’30.
Θα έπρεπε ίσως να το περιμέναμε. Το 2007, με την έκδοση της μονογραφίας του, Pynchon and the political, ο Σάμιουελ Τόμας μας έδωσε έναν νέο τρόπο να διαβάζουμε τον Πίντσον, τοποθετώντας τα μυθιστορήματά σε εσωτερική χρονολογική σειρά, κι όχι σε σειρά έκδοσης. Με αυτή τη λογική, το Mason & Dixon, που διαδραματίζεται ένα κρύο βράδυ του Δεκεμβρίου του 1786 αλλά περιγράφει γεγονότα που εκτυλίσσονται κυρίως τη δεκαετία του 1760, αποτελεί την αφετηρία του πιντσονικού έργου, επικεντρωμένο όπως είναι στη χάραξη της γραμμής Μέισον-Ντίξον, που ως και σήμερα αντιμετωπίζεται ως υψηλής συμβολικής σημασίας διαχωριστική γραμμή μεταξύ αμερικανικού Βορρά και Νότου – η χάραξή της, με άλλα λόγια, παγιώνει κάτι στον εθνικό χαρακτήρα. Το υπόλοιπο έργο του Πίντσον, προσθέτοντας και τα μυθιστορήματα που εκδόθηκαν μετά την έκδοση της μονογραφίας του Τόμας, αναπτύσσει μια γενεαλογία του αγώνα μεταξύ Ελέγχου και Αντίστασης που διατρέχει όλο τον αμερικανικό 20ό αιώνα: Ενάντια στη μέρα (1893 ως δεκαετία ‘20), Ουράνιο τόξο της βαρύτητας (δεκαετία ‘40), V. (δεκαετία ‘50), H συλλογή των 49 στο σφυρί (δεκαετία ‘60), Έμφυτο ελάττωμα (δεκαετία ‘70), Βάινλαντ (δεκαετία ‘80), Υπεραιχμή (εκτυλίσσεται λίγο πριν και μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, καλύπτει μέρος της δεκαετίας του ‘90). Κοιτάζοντας λίγο πιο προσεκτικά αυτή τη λίστα διαπιστώνει κανείς πως υφίσταται ένα και μοναδικό κενό, που το Shadow ticket έρχεται να καλύψει: η δεκαετία του ’30.
Ιδωμένες έτσι, οι «επαναλαμβανόμενες μελωδίες, θέματα και παραλλαγές» (σελ. 266) του Shadow ticket μοιάζουν λιγότερο «όψιμο στιλ» (αλήθεια, πότε ν’ άρχισε να το γράφει ο Πίντσον;) ή αυτολογοκλοπές ενός συγγραφέα με το μελανοδοχείο του σχεδόν άδειο, και περισσότερο ύστατο κομμάτι μιας επισκόπησης ανεπανάληπτου εύρους και φιλοδοξίας. Τα δύο είδη του βιβλίου, νουάρ και κατασκοπικό θρίλερ, που σβήνουν το ένα μέσα στο άλλο, αναπαριστούν σε επίπεδο φόρμας τη μετάβαση από το ’20 (Ενάντια στη μέρα) στο ’40 (Ουράνιο τόξο της βαρύτητας), το «ευχάριστο διάλειμμα» μεταξύ Παγκοσμίων Πολέμων. Τα ζευγάρια εραστών του πρώτου μισού εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της αφήγησης, όμως, σαν σε zoom-out κάμερας, το πλάνο γύρω τους ανοίγει όλο και περισσότερο μέχρι που να χωρέσει μια ήπειρο σε αναβρασμό, με τις σκιές του Δευτέρου Παγκοσμίου που πριν καραδοκούσαν στις γωνίες του να καταλαμβάνουν πια το μεγαλύτερο μέρος της εικόνας, και το πραγματικό θέμα του μυθιστορήματος να αποδειχθεί πως είναι τα σκοτάδια που μαζεύονται εν μέσω μιας συλλογικής άρνησης της παραδοχής πως η νύχτα πέφτει, πως «αργά ή γρήγορα κανένα μέρος δεν θα είναι ασφαλές» (σελ. 193), πως το διάλειμμα που μοιάζει πια, το 1932, να φτάνει στο τέλος του ήταν το πέρασμα «από μια ελάχιστη στιγμή ελπίδας» σε «ό,τι κι αν είναι αυτό που έρχεται» (σελ. 288).
Οι πιστοί αναγνώστες του Πίντσον ξέρουν ήδη τι έρχεται, από τις πρώτες αναφορές σε «επιστήμονες» που κάνουν ενέσεις ορμονών μακροζωίας στους «αρχαίους πλουτοκράτες» πελάτες τους ακολουθώντας τις «φάσεις της σελήνης» (σελ. 217). Η αναφορά λίγες σελίδες αργότερα στην «ώρα που βγαίνουν οι λύκοι» (σελ. 250) επισφραγίζει την υπόνοια. Στον Πίντσον, όταν ακουστούν ν’ αλυχτούν λύκοι και λυκάνθρωποι, η φασιστική στροφή δεν απέχει ποτέ πολύ. Π.χ. στις πρώτες σελίδες του V., όπου «το όνειρο μιας φυσιολογικής νύχτας… μετατρέπεται σε εφιάλτη. Σκύλος σε λύκο, φως σε λυκόφως». Αργότερα στο ίδιο μυθιστόρημα, όταν ο Αύγουστος του ’56 περιγράφεται ως η «σεζόν του λυκάνθρωπου». Ή στο Ουράνιο τόξο της βαρύτητας, κατά την «τελική τρέλα» του Μπλίσερο που μεταμορφώνεται σε «ζώο… λυκάνθρωπο… χωρίς ίχνος ανθρωπιάς στα μάτια του». Ή στα «δείγματα λυκοειδούς μεταβατικότητας», στο «λυκόφως του ευρωπαϊκού μέλλοντος» του Ενάντια στη μέρα, και ούτω καθεξής.
Κλείνοντας, το Shadow ticket προειδοποιεί: «Στους κινηματογράφους συμβαίνουν υπερβολικά πολλά πράγματα για να κοιτάς την οθόνη»
Το Ενάντια στη μέρα τελειώνει με τους Φίλους της Τύχης στο αερόπλοιο Ινκονβήνιενς να «πετάνε προς τη θεία χάρη». Στις τελευταίες σελίδες του Shadow ticket η «αεροπλοΐα στις μέρες μας δεν έχει πια την πλάκα που είχε μια φορά κι έναν καιρό. Σύνορα λιγότερο εύκολα να τα περάσεις, ακροβολιστές, αντιαεροπορικά πυρά, εναέρια καταδίωξη κι αναχαίτιση» (σελ. 259). Οι σελίδες του Shadow ticket κατακλύζονται όλο και περισσότερο από τις τεχνολογίες ελέγχου, παρακολούθησης και θανάτου που στο Ουράνιο τόξο της βαρύτητας είναι πλέον αναπόδραστες. Δεν έχει μείνει πια ελεύθερος ουρανός για μικρές ουτοπίες όπως του Ινκονβήνιενς, και σε αντίστοιχη μικρή ουτοπία του Shadow ticket θα αναδειχθεί το υποβρύχιο U-13, που μπορεί ακόμα να χαθεί, να αντισταθεί στον έλεγχο, βουτώντας βαθιά – με τίμημα την ικανότητα να βλέπει πάνω, να βλέπει μπροστά. (Δεν είναι της στιγμής, όμως σε μια πρώτη ανάγνωση το μυθιστόρημα μου δίνει την εντύπωση πως στις σελίδες του οι μεταφορές «βάθους» λειτουργούν με παρόμοιο, συντονισμένο τρόπο που οι μεταφορές «θέας από ψηλά» λειτουργούν στο Ενάντια στη μέρα.) Οι αναγνώστες του Ουράνιου τόξου της βαρύτητας το ξέρουν άλλωστε καλά πως ο ουρανός δεν είναι πια ασφαλής. Σύντομα ένα ουρλιαχτό θα τον διασχίσει: Το Τόξο ανοίγει και κλείνει με τον πύραυλο V-2 στον αέρα πάνω από ένα λονδρέζικο σινεμά, στο τελευταίο dt πριν την πρόσκρουση, ενώ το ανυποψίαστο κοινό μέσα στον κινηματογράφο φωνάζει «Ν’ αρχί-σει η παρά-σταση!». Κλείνοντας, το Shadow ticket προειδοποιεί: «Στους κινηματογράφους συμβαίνουν υπερβολικά πολλά πράγματα για να κοιτάς την οθόνη» (σελ. 292).
Viva la revolución
Κι η αντίσταση; Οι μοτοσικλετιστές του Shadow ticket πότε λειτουργούν ως αγγελιοφόροι (κάτι σαν το Τρίστερο του H συλλογή των 49 στο σφυρί) πότε απλώς περιπλανιούνται, ταξιδεύουν, χάνονται και ξαναβρίσκονται, ελεύθεροι να χαράξουν οι ίδιοι την πορεία τους (πριν κλείσουν και γι’ αυτούς τα σύνορα) σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά τρένα, η αυστηρά προκαθορισμένη πορεία των οποίων λειτουργεί ως μια ακόμα επιβολή ελέγχου, άρρηκτα δεμένη με τον καπιταλισμό και τις ανάγκες του, όπως το σιδηροδρομικό σύστημα που καταπίνει τις ερημιές της αμερικανικής ηπείρου στο Ενάντια στη μέρα (παραπέμποντας ξανά στο μυθιστόρημα του Φρανκ Νόρις, Το χταπόδι, του 1901, που στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2022 από τις εκδόσεις Bibiotheque, σε μετάφραση Πάνου Σταθογιάννη). Το U-13, από την άλλη, θα κινηθεί προς ένα «σύνορο» που προς το παρόν είναι «μόνο υποψία» (σελ. 291), σαν τους χρήστες του εμπορευματοποιημένου DeepArcher στο τέλος της Υπεραιχμής, που θα πάνε «βαθύτερα», προς τη «μεθόριο», την «αιχμή του απροσπέλαστου, την περιοχή της μη πληροφορίας». Η αντίσταση, όπως πάντα στον Πίντσον, θα επιζήσει για να ξαναπολεμήσει ενάντια σε μια άλλη μέρα, «ορκισμένη σε έναν αβέβαιο αγώνα που μπορεί να κρατήσει γενιές ολόκληρες και που, παρά τις προσπάθειες, μπορεί να καταλήξει σε ολοκληρωτική ήττα» (κατά την Μαρτζ Κέλεχερ της Υπεραιχμής).
Τι άλλο μένει; Η οικογένεια ως μοντέλο κοινωνίας και αλληλεγγύης που στον ύστερο Πίντσον δίνει στην αντίσταση το νόημά της, κάτι για να υπερασπιστεί αντί μονάχα κάτι να αντιμάχεται, μοιάζει στο Shadow ticket να παραχωρεί σε μεγάλο βαθμό τη θέση της σε μια σειρά από ερωτευμένα ζευγάρια, γεγονός που δεν μπορεί παρά να μας γυρίσει στον Ρότζερ και την Τζέσικα του Ουράνιου τόξου της βαρύτητας, κι εκείνη τη στιγμή που τείνει συχνά να διαβάζεται ως ειρωνική μα που όσο περνάνε τα χρόνια μοιάζει όλο και περισσότερο ειλικρινώς συναισθηματική: «Είναι ερωτευμένοι. Γάμα τον πόλεμο». Μα στο Shadow ticket, τελικά, αντηχεί και μια ακόμη νότα, η ίδια που σημαίνουν οι ersatz οικογένειες της Υπεραιχμής στις τελευταίες σελίδες της, εδώ ακόμα πιο κρατημένη.
Δεν είναι η πρώτη φορά που σε μυθιστόρημα του Πίντσον κάνει την εμφάνισή του το ρητό που αποδίδεται στους Ιθαγενείς Αμερικανούς για το πώς, αν σώσεις μια ζωή, καθίστασαι υπεύθυνος γι’ αυτή. Τελευταία φορά το συναντήσαμε στην Υπεραιχμή, με την Μαξίν να το χαρακτηρίζει «ινδιάνικη κατάρα». Στο Shadow ticket οι αναφορές στο ρητό πληθαίνουν ενώ η ακτίνα ισχύος του -η ακτίνα ευθύνης που μας δένει τον ένα με τον άλλο- μεγαλώνει όλο και περισσότερο, σε μια ξεκαρδιστική επανάληψη με την οποία ο Χικς, που αρνείται να του χρεωθεί τέτοιο φορτίο, αγανακτεί όλο και περισσότερο. Ως συνήθως, οι φαντασμαγορίες του Πίντσον αποδεικνύονται ταυτόχρονα πολύ αστείες και πολύ σοβαρές.
«Είναι πάντα νύχτα, αλλιώς δεν θα είχαμε ανάγκη το φως», μας βεβαιώνει ο Θελόνιους Μονκ στο μότο του Ενάντια στη μέρα. Ο αγώνας μπορεί πάντα να καταλήξει σε ολοκληρωτική ήττα. Αν θα ηττηθούμε, όμως, θα ηττηθούμε γελώντας. Η τελευταία λέξη δεν θα περιγράφει τη μελαγχολία της αντίστασης, μα το αρνησιθανάτιο καρναβάλι της.
(Σημείωση: Για τα βιβλία του Πίντσον που δεν αναφέρεται μεταφραστής, η μετάφραση είναι του Γιώργου Κυριαζή. Η -εντελώς στο πόδι- μετάφραση των αποσπασμάτων του Shadow ticket είναι δική μου.)
*Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΤΣΑΣ είναι μεταφραστής και συγγραφέας. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Νικήτρια σκόνη», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τόμας Πίντσον είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους πεζογράφους. Πολλοί τον συγκρίνουν με τον Τζόις, θεωρώντας ότι οι δύο αυτοί συγγραφείς αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα κορυφαίες πραγματώσεις του μεταμοντερνισμού και του μοντερνισμού. Γεννήθηκε στο Λόνγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης το 1937. Σπούδασε πρώτα μηχανολογία και μετά αγγλική φιλολογία στο Κορνέλ την εποχή που δίδασκε εκεί και ο Ναμπόκοφ. Άρχισε να εργάζεται ως μηχανικός στη Boeing και παράλληλα να γράφει το πρώτο του βιβλίο, το V, με το οποίο αμέσως άρχισε να αποκτά φανατικούς θαυμαστές. Είναι συγγραφέας των βιβλίων: V., 1963, Η συλλογή των 49 στο σφυρί, 1966, Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας, 1973, Βραδείας καύσεως, διηγήματα, 1984, Βάινλαντ, 1990, Μέισον και Ντίξον, 1997, Ενάντια στη μέρα, 2006 και Έμφυτο ελάττωμα, 2009. Το 1974 κέρδισε το National Book Award για το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας.

Ζει στη Νέα Υόρκη και είναι υπότροφος του προγράμματος MacArthur. Ορκισμένος εχθρός της δημοσιότητας, δεν είναι γνωστό σχεδόν τίποτα για την προσωπική του ζωή, δεν παραχωρεί συνεντεύξεις και έχει αποφύγει, όλα αυτά τα χρόνια, να φωτογραφηθεί. Γράφει όμως συχνά άρθρα για συγγραφείς, συγκροτήματα, μουσικές. καθώς και κείμενα κοινωνικού περιεχομένου.
























