
Για το μυθιστόρημα του Φρίντριχ Ντύρενματ (Friedrich Durrenmatt) «Η κοιλάδα της αταξίας» (μτφρ. Βασίλης Πατέρας, εκδ. Ροές).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Ο Φρίντριχ Ντύρενματ δεν υπήρξε ποτέ το είδος του προβοκάτορα-συγγραφέα που προτιμούσε να πετάει στον αέρα κουβέντες αιχμηρές, αλλά καθόλου ευθύβολες. Αντίθετα, σε όλο το έργο του αποδεικνύεται οξυδερκής αναλυτής της ελβετικής κοινωνίας, της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά και της σχέσης μας με τη θρησκεία.
Προτίμησε, δε, να χρησιμοποιήσει με επάρκεια το σκώμμα, τη λεπταίσθητη ειρωνεία, το γκροτέσκο και το παράλογο, μέσα στα οποία οι ήρωές του προσπαθούν να επιβιώσουν. Θα έλεγε κανείς πως μαζί με τον Κερτ Βόνεγκατ (στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού) συνιστούν ένα δίδυμο ναρκοθετών, που, ενώ πρωτοεπίπεδα φαίνεται πως στήνουν χαλαρές ενέδρες για να διασκεδάσει ο αναγνώστης, στην πραγματικότητα σκάβουν τον λάκκο στις βεβαιότητές του.
Το τελευταίο βιβλίο
Η κοιλάδα της αταξίας είναι το τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε λίγο πριν πεθάνει. Επωαζόταν μέσα του από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, κι ενώ το ένα βιβλίο έφερνε το άλλο, αυτό παρέμενε σε φάση διαρκούς αναθεώρησης. Εντέλει, το 1989 πήρε σάρκα και οστά, ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του.
Στην ουσία πρόκειται για την ύστατη παρακαταθήκη του, καθώς στην Κοιλάδα της αταξίας βρίσκουμε όλες τις βασικές θεματικές που κυριάρχησαν στα βιβλία του. Η θεολογία, το οργανωμένο έγκλημα, η πολιτική, η φιλοσοφία, αλλά και η δριμεία κριτική στην ελβετική κοινωνία. Αρκετοί μελετητές του Ντύρενματ σημειώνουν πως αυτό το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα ενός γόνιμου παζλ που έκανε ο συγγραφέας, ενώνοντας βασικά ζητήματα της λοιπής εργογραφίας του, σε ένα ενιαίο σώμα.
Η αναζήτηση ενός κεντρικού θέματος ή μιας πλοκής που ακολουθεί μια δεδομένη γραμμικότητα θα αποδειχθεί ατελέσφορη. Κάποιοι συγκαιρινοί του κριτικοί λογοτεχνίας κατηγόρησαν τον Ντύρενματ ότι παρέδωσε ένα χαοτικό βιβλίο όπου δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Κι όμως, ακόμη κι αν δεν υπάρχει η συνοχή που έχουμε συνηθίσει να αναζητούμε σε ένα τυπικό μυθιστόρημα, υφίσταται μια σωστά συγκερασμένη κεντρική ιδέα. Αυτό δεν γίνεται να το αρνηθεί κανείς στον Ντύρενματ.
Ο Μεγάλος Γέρος
Η δράση (ας την ονομάσουμε έτσι για τις ανάγκες του κειμένου) εκτυλίσσεται σε ένα φαινομενικά ξεχασμένο από τον Θεό ελβετικό χωριό στη λεγόμενη Κοιλάδα της αταξίας. Πόσο ξεχασμένο είναι όμως, όταν στην εναρκτήρια σκηνή του μυθιστορήματος κάποιος που μοιάζει με τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά χωρίς γενειάδα, παραμονεύει στον δρόμο; Αποδεικνύεται ότι αυτός ο άνθρωπος, ως επικεφαλής ενός διεθνούς συνδικάτου οργανωμένου εγκλήματος, είναι στην πραγματικότητα ένα είδος Νονού. Οι άνθρωποι «ξεφορτώνουν» τα προβλήματά τους σε αυτόν κι εκείνος τα λύνει όπως κρίνει κατάλληλα, με τη βοήθεια του πιστού βοηθού του, Γαβριήλ. Οι συγκρίσεις μεταξύ του αυτοαποκαλούμενου «Μεγάλου Γέρου» (χωρίς γενειάδα) και του θεϊκού Θεού, που και οι δύο αναφέρονται με το ίδιο όνομα, είναι προφανείς και έχουν διάφορες διασκεδαστικά συγκεχυμένες συνέπειες για πολλούς από τους χαρακτήρες.
Η Κοιλάδα της αταξίας βρίσκεται στο περιθώριο της ελβετικής κοινωνίας, γεωγραφικά αλλά και κοινωνικά. Οι κάτοικοι του χωριού είναι σε μεγάλο βαθμό αμερόληπτοι και αδρανείς, βασιζόμενοι αποκλειστικά στις επιχειρήσεις που δημιουργούνται από το ιαματικό κέντρο στην απέναντι κοιλάδα για τα προς το ζην.
Οίκος της φτώχειας
Τα πράγματα ανατρέπονται εντελώς όταν ο Μεγάλος Γέρος (χωρίς γενειάδα) προσεγγίζεται από έναν τρελό θεολόγο κατά τη διάρκεια της διαμονής του στο θέρετρο. Ο θεολόγος Μωυσής Μέλκερ, ο οποίος έχει γνωρίσει σημαντική λαϊκή επιτυχία με τα βιβλία του που προωθούν μια «θεολογία της φτώχειας» για τους ζάμπλουτους, προτείνει στον Μεγάλο Γέρο να χρησιμοποιήσει μερικά από τα θεόδοτα περιουσιακά του στοιχεία για να δημιουργήσει ένα μοναδικό σπα χαλάρωσης για εκατομμυριούχους που είναι εξίσου ευλογημένοι.
Οι επιχειρηματικές συναλλαγές του Μεγάλου Γέρου καλύπτονται από μυστήριο και ίντριγκα και διεξάγονται σε μεγάλο βαθμό μέσω μιας αμφίβολης δικηγορικής εταιρείας με έδρα τη Ζυρίχη, την οποία διευθύνουν ο Ραφαήλ, ο Ραφαήλ και ο Ραφαήλ (!).
Σημειωτέον ότι και ο Μέλκερ έχει τον τρόπο του, καθώς έλαβε πλούσια περιουσία από τις τρεις γυναίκες του που δεν ζουν πια. Πώς πέθαναν; Σίγουρα έβαλε το χεράκι του ο κατά τ’ άλλα θεοσεβούμενος Μέλκερ. Ο Μεγάλος Γέρος ενθουσιάζεται με την πρόταση του Μέλκερ και μετατρέπει το θέρετρο σε Οίκο της φτώχειας όπου οι πλούσιοι μπορούν να περνούν χρόνο χωρίς υλικές ανέσεις και έτσι να απαλλαγούν από το καταπιεστικό βάρος του πλούτου τους.
Στο μεταξύ, ο Μέλκερ στέλνεται σε μια διεθνή περιοδεία διαλέξεων για να συγκεντρώσει χρήματα για το ασυνήθιστο ξενοδοχείο αντι-πολυτελείας. Οι επιχειρηματικές συναλλαγές του Μεγάλου Γέρου καλύπτονται από μυστήριο και ίντριγκα και διεξάγονται σε μεγάλο βαθμό μέσω μιας αμφίβολης δικηγορικής εταιρείας με έδρα τη Ζυρίχη, την οποία διευθύνουν ο Ραφαήλ, ο Ραφαήλ και ο Ραφαήλ (!). Όσο για τις ενέργειες αυτών των δικηγόρων; Είναι φανερό πως ενεργούν για λογαριασμό πολλών ύποπτων πελατών.
Θερινή και χειμερινή περίοδος
Ο Οίκος της φτώχειας ανοίγει για την καλοκαιρινή περίοδο και είναι γεμάτος με προέδρους εταιρειών και πλούσιες χήρες που ανυπομονούν να απελευθερωθούν από τα δεσμά του πλούτου και να βιώσουν την απλότητα της φτώχειας. Τον χειμώνα, πάντως, το θέρετρο όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά μετατρέπεται σε καταφύγιο διεθνών εγκληματιών σαν τον Μπιγκ Τζίμμυ ή τον Μαριχουάνα Τζο και κάμποσους άλλους της αυτής συνομοταξίας.
Το χρησιμοποιούν επίσης ως κλινική όπου οι εγκληματίες μπορούν να υποβληθούν σε ριζικές πλαστικές επεμβάσεις για να αναδιαμορφώσουν τα πρόσωπά τους, καθιστώντας τους αγνώριστους όταν επιστρέφουν στους εγκληματικούς υποκόσμους
Όλοι τους είναι διαβόητοι δολοφόνοι, ληστές και βιαστές που ανήκουν στο συνδικάτο του εγκλήματος με επικεφαλής τον Μεγάλο Γέρο. Υπό την επίβλεψη του Κόμη φον Κύρχεν από το Λιχτενστάιν, ο οποίος ασχολείται με πλαστογραφίες έργων τέχνης, χρησιμοποιούν το κτίριο ως ασφαλές λημέρι· ένα μέρος άγνωστο στο FBI και άλλες υπηρεσίες ασφαλείας. Το χρησιμοποιούν επίσης ως κλινική όπου οι εγκληματίες μπορούν να υποβληθούν σε ριζικές πλαστικές επεμβάσεις για να αναδιαμορφώσουν τα πρόσωπά τους, καθιστώντας τους αγνώριστους όταν επιστρέφουν στους εγκληματικούς υποκόσμους των ανατολικών και δυτικών ακτών των ΗΠΑ.
Ο βιασμός της Έλσης
Κάποια στιγμή, η κόρη του κοινοτάρχη, που μεταφέρει καθημερινά το γάλα, τραβάει την προσοχή των βαριεστημένων, πεινασμένων για σεξ γκάνγκστερ που έχουν κρυφτεί στο ξενοδοχείο και πέφτει θύμα βιασμού. Ο βιασμός της Έλσης αποτελεί κομβικό γεγονός στο μυθιστόρημα.
Ο Ντύρενματ χρησιμοποιεί αυτή την «παραβίαση» για να σατιρίσει την ηθική αμφισημία, τη δικαστική ανικανότητα και τη διαφθορά στην καρδιά της ζωής στην ελβετική κοιλάδα, και ο βιασμός είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο οι χωρικοί στην Κοιλάδα της αταξίας συνειδητοποιούν την ύπαρξη των ανορθόδοξων επισκεπτών στο θέρετρο της απέναντι κοιλάδας, επιταχύνοντας τελικά τη δραματική αντιπαράθεση μεταξύ χωρικών και εγκληματιών στην τελική σκηνή του μυθιστορήματος.
Σουρεαλισμός και παράλογο
Η σκηνή όπου ο σκύλος της Έλσης επιτίθεται με σφοδρότητα στον βιαστή και οι συνακόλουθες προσπάθειες να θανατωθεί για να μην κάνει μήνυση το θύμα (που είναι θύτης) στον κοινοτάρχη, είναι ολότελα σουρεαλιστικές και αγγίζουν το παράλογο. Αρκεί να σημειώσουμε πως εμπλέκεται ακόμη και ο στρατός θεωρώντας πως κυνηγάει έναν σοβιετικό κατάσκοπο που έχει ντυθεί… σκύλος. Τέτοιο γάργαρο γέλιο (πικρό στην ουσία) μόνο στον Ιονέσκο και τον Αραμπάλ μπορείς να συναντήσεις.
Στο τέλος, το θέρετρο παραδίδεται στις φλόγες και δεν μένει τίποτα από αυτό.
Ο Ντύρενματ στήνει μια τραγικωμωδία (δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη στην εργογραφία του) με ευφάνταστη διάθεση, λαγαρό χιούμορ και σάτιρα που σπάει κόκαλα. Στο τέλος, το θέρετρο παραδίδεται στις φλόγες και δεν μένει τίποτα από αυτό. Μόνο η Έλση που είναι έγκυος και ο σκύλος, που σιγά μην τον σκότωσαν τελικά. Το ύφος του Ντύρενματ διαλάμπει, η αιχμηρότητά του δεν χάθηκε έως την ύστατη συγγραφική του πορεία. Ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους συγγραφείς που μας παρέδωσε ένα έργο που παραμένει σύγχρονο. Πολύ καλή η μετάφραση του Βασίλη Πατέρα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Φρήντριχ Ράινχολντ Ντύρενματ (γερμανικά: Friedrich Durrenmatt, 5 Ιανουαρίου 1921 - 14 Δεκεμβρίου 1990) ήταν γερμανόφωνος Ελβετός συγγραφέας, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, ζωγράφος και σκιτσογράφος.

Θεωρείται ένας από σημαντικότερους εκπρόσωπους της ανανέωσης του γερμανόφωνου θεάτρου και ως ο κατεξοχήν εθνικός συγγραφέας της Ελβετίας.
























