
Για το βιβλίο του Μιγκέλ Μπονφουά [Miguel Bonnefoy] «Ο εφευρέτης» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Στερέωμα). Στην κεντρική εικόνα, μια από τις εφευρέσεις του Αυγουστίνου Μουσό (Augustin Mouchot), όπως απεικονίστηκε σε σκίτσο της εποχής.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Τύχη, επιμονή, άλογο πάθος, ένθεη ιδέα, ακόμη κι απλή –απλούστατη– συγκυρία. Αν σκεφτούμε όλες τις σπουδαίες εφευρέσεις που άλλαξαν δραστικά τη ζωή των ανθρώπων, θα φτάσουμε στο συμπέρασμα πως από πίσω κρύβεται πάντα ένα μέγα μυστήριο. Τι ήταν αυτό που οδήγησε το ανθρώπινο μυαλό στην ανακάλυψη; Ποια ακολουθία σκέψεων τον έφερε μπρος σε κάτι άγνωστο ως εκείνη τη στιγμή; Στην περίπτωση του Αυγουστίνου Μουσό, του ανθρώπου-ήλιου, ήταν ένα όραμα που γεννήθηκε μέσα του, πύρωσε τον ψυχισμό του και τον έφτασε ως την ύστατη ένδεια, με αποτέλεσμα να πεθάνει σχεδόν στη ψάθα.
Τη μυθιστορηματική ζωή του Γάλλου εφευρέτη περιγράφει ο Μιγκέλ Μπονφουά στο βιβλίο του, μόνο που δεν έχουμε να κάνουμε με μια βαρετή παράθεση συμβάντων, δυσκολιών και υπέρλαμπρων σταθμών, αλλά για μια μυθοπλαστική βιογραφία, μέσα από την οποία γνωρίζουμε έναν ολότελα παθιασμένο άνθρωπο, στα όρια της εμμονής.
Η ηλιακή ενέργεια
Ο Μουσό είδε στην ηλιακή ενέργεια τη λύση που έψαχναν όλοι οι συγκαιρινοί του απέναντι στις δύσχρηστες λύσεις που υπήρχαν στην εποχή του (τέλη του 19ου αιώνα). Όμως για τι είδους άνθρωπο μιλάμε; Κάποιον ευγενή; Μήπως έναν πλούσιο που δεν ήξερε τι να κάνει τα χρήματά του; Ίσως έναν «πανεπιστήμονα» που ρουφούσε καθημερινά τη γνώση; Τίποτα από όλα αυτά. Ο Μουσό προερχόταν από μια πολύ ταπεινή οικογένεια. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως ο πατέρας του ήταν κλειδαράς, ενώ από νωρίς έμαθε στις στερήσεις. Επιπλέον, από την πρώτη ημέρα της ζωής του ήταν μια ασθενική φύση, με αποτέλεσμα να τραβάει σαν τον μαγνήτη όλες τις αρρώστιες. Πολλές φορές, δε, του έρχονταν κατά κύματα πολλές μαζί με αποτέλεσμα να μην του δίνει κανένας πιθανότητες να ζήσει. Κι όμως, κατάφερε να νικήσει τον θάνατο, να σταθεί με δυσκολία στα πόδια του, να σπουδάσει, να γίνει τελικά καθηγητής μαθηματικών και να πάει κόντρα σε όλα τα εις βάρος του δεδομένα – και δεν ήταν λίγα.
Επί δεκατρία χρόνια διδάσκει στο σχολείο της Βουργουνδίας, ωστόσο η ζωή του αλλάζει δραστικά όταν το 1860 μεταβαίνει στη Νορμανδία. Εκεί, βρίσκεται σε ένα σπίτι γεμάτο από επιστημονικά βιβλία που αρχίζουν να του κινούν το ενδιαφέρον και να γεννούν μέσα του τρομερές ιδέες, μεταξύ των οποίων η εξής: να καταφέρει να αιχμαλωτίσει τη δύναμη του ήλιου και μέσω αυτής να παράξει ατμό. Πώς θα ήταν οι άνθρωποι αν χρησιμοποιούσαν την ηλιακή ενέργεια για να μαγειρέψουν το φαγητό τους; Ξεκινάει να φτιάχνει τη φαραωνική μηχανή του με κάτοπτρα, βίδες, πιστόνια και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Οι αρχικές αποτυχίες οδηγούν σε μια τυχαία επιτυχία που τον γεμίζει αισιοδοξία. Πείθει τον λυκειάρχη Μπορνιέ να διοργανώσει μια συγκέντρωση ώστε να δείξει τη εφεύρεσή του στο κοινό, μόνο που το αποτέλεσμα είναι οικτρό. Φευ, εκείνη την ημέρα βρέχει!
Ο Ναπολέων Γ’
Τον κυριεύει απογοήτευση, αλλά ένα άρθρο που γράφεται στην εφημερίδα για την προσπάθειά του τον οδηγεί στον στρατηγό Βερσέν ντε Ρεφύ, που βλέπει στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που θα φέρει επανάσταση στο στράτευμα και σ’ αυτόν τιμές και περισσότερα γαλόνια. Τα νέα φτάνουν έως τον Ναπολέοντα Γ’ που θέλει να δει αυτή την εφεύρεση. Τι κρίμα, όμως. Ούτε αυτή η προσπάθεια στέφεται με επιτυχία. Πάλι ο καιρός δεν είναι με το μέρος του. Η μηχανή Οκτάβ, όπως την ονόμασε, για χάρη του αυτοκράτορα Οκτάβιου, που λόγω της ομορφιάς του χαμήλωνε ακόμη και ο ήλιος, δεν λέει να επιβεβαιώσει τις περίλαμπρες υποσχέσεις της.
Ποιος ξέρει τι είδε σ’ αυτόν τον παθιασμένο άνθρωπο ο Ναπολέων, που του ζήτησε να επαναλάβει το πείραμα.
Ποιος ξέρει τι είδε σ’ αυτόν τον παθιασμένο άνθρωπο ο Ναπολέων, που του ζήτησε να επαναλάβει το πείραμα. Αυτή τη φορά, νικά πανηγυρικά, με τον αυτοκράτορα να αναφωνεί: «Ζήτω ο ήλιος, ζήτω ο Μουσό». Θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός ατελεύτητου θριάμβου, αλλά φαίνεται πως η μοίρα του Μουσό ήταν αλλιώς γραμμένη. Εκείνη την περίοδο, όμως, δεν το γνωρίζει.
Ο σοφός
Ο «σοφός» Μουσό συνέχισε να διερευνά τις πιθανότητες να δαμάσει τον ήλιο και να καταγράφει σε βιβλίο την εφεύρεσή του έτσι ώστε να την κατοχυρώσει. Την ίδια στιγμή, όμως, στις ΗΠΑ ο Σουηδός Έρικσον ασχολούνταν κι αυτός με την ηλιακή ενέργεια, ενώ και στη Φλωρεντία ο εφευρέτης Ντονάτι κατασκεύασε μια παρόμοια μηχανή. Τα σχέδια του Μουσό ανατρέπονται ξανά, ενώ όταν ξεσπάει ο πόλεμος με τους Πρώσους και στη συνέχεια η Κομμούνα, το τελευταίο που ενδιαφέρει τον κόσμο είναι η εφεύρεσή του.
Θα χρειαστεί να περιμένει την επιστροφή σε μια κανονικότητα για να τιμηθεί με το παράσημο του Αξιωματούχου Δημόσιας Παιδείας, ενώ η φήμη του εντέλει φτάνει έως την Αλγερία, τη χώρα της Επαγγελίας γι’ αυτόν, λόγω του λαμπρού ήλιου της. Εκεί, δέχεται την επίσημη πρόταση να παρουσιάσει την εφεύρεση του για λογαριασμό της χώρας στη φημισμένη Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού. Εκεί, βρίσκεται μπρος σε μια συντριβή. Η εφεύρεση του Ραούλ Πικτέ που έφτιαχνε πάγο μέσω μιας μηχανής κεντρίζει το ενδιαφέρον του κόσμου, σε αντίθεση με τη μηχανή του Μουσό, που προσελκύει ελάχιστη ζέση από το κοινό. Επειδή, όμως, η ζωή του Μουσό ήταν γεμάτη σκαμπανεβάσματα, έρχεται να προστεθεί μια θετική φήμη, που τον ακολουθεί παντού, ώσπου αρχίζει να θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους επιστήμονες στη Γαλλία.
Από εκείνο το σημείο αρχίζει η πτώση του Μουσό (σωματική, πνευματική και οικονομική).
Η δική του καρδιά όμως αποζητά κι άλλο ήλιο, περισσότερο φως. Μεταβαίνει ξανά στο Αλγέρι με σκοπό να σκαρφαλώσει έως το όρος Σελιά, το ψηλότερο σημείο της χώρας. Μια παράτολμη απόφαση, την οποία ολοκληρώνει μόνος μαζί με μια καμήλα. Εκεί, ως άλλος μοναχός, θέλει να «συνομιλήσει» με τον ήλιο. Θα αγαπήσει αυτό το φωτεινό αστέρι που όμως θα του κλέψει την όραση. Από εκείνο το σημείο αρχίζει η πτώση του Μουσό (σωματική, πνευματική και οικονομική). Επιστρέφει στο Παρίσι και βλέπει πως η ευρεσιτεχνία του έχει υπερκεραστεί από τον άνθρακα, ενώ οι ανακαλύψεις του έχουν οικειοποιηθεί από άλλους.
Η πτώση
Έχοντας σοβαρό οικονομικό θέμα πια, αρχίζει να ξεπουλάει τα πάντα. Ακόμη και τα αγαπημένα του βιβλία. Καταλήγει να ζει σαν οικότροφος στο σπίτι μιας σκληρόκαρδης γυναίκας, της Πιερέτ Μποτιέ. Στο τέλος την παντρεύεται, αλλά εκείνη συνεχίζει να τον εκμεταλλεύεται. Όταν την κλείνουν σε φρενοκομείο, ο μισότυφλος Μουσό βρίσκεται μόνος, καθημαγμένος και με κακή υγεία. Τον Οκτώβριο του 1912 η καρδιά του σβήνει. Τον βρίσκει η γυναίκα του, που στο μεταξύ την είχαν αφήσει ελεύθερη. Όλα για το τίποτα. Μια ζωή χαμένη· ένα σπινθηροβόλο βλέμμα έσβησε έτσι απλά.
Είναι φανερό από την αφήγηση του Μπονφουά ότι ο Μουσό υπήρξε ένα τραγικό πρόσωπο, ένας άνθρωπος πιο μπροστά από την εποχή του. Γι’ αυτό και «κάηκε» πριν καν προλάβει να ανθίσει. Ακολουθείς τα ίχνη που αφήνει το βιβλίο με προσοχή και αρκετό συναίσθημα, καθώς αντιλαμβάνεσαι πως έχεις να κάνεις με έναν επιστήμονα που τον τσάκισαν οι συγκυρίες. Τι κρίμα, αλήθεια. Αξίζει να σημειωθεί η άρτια μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα.
*Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μιγκέλ Μπονφουά (Miguel Bonnefoy), Γάλλος συγγραφέας με καταγωγή από τη Βενεζουέλα, γεννήθηκε στο Παρίσι το 1986.

Ταγμένος στην πεζογραφία, απέσπασε τα βραβεία Prix de la Vocation και το Prix Feneon για το πρώτο του μυθιστόρημα “Το ταξίδι του Οκτάβιο” (εκδόσεις UTOPIA, 2015), ενώ το μυθιστόρημά του “Sucre noir” (2017) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα του βραβείου Prix Femina και βραβεύτηκε με το Prix Renaissance. Το βιβλίο του “Héritage” (2020) πήρε το βραβείο Prix des Libraires. Το μυθιστόρημά του “Le Rêve du jaguar” (2024) έλαβε το Μεγάλο Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας και τo βραβείο Femina. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες.























