
Για το βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι [Haruki Murakami] «Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου» (μτφρ. Βασίλης Κιμούλης, εκδ. Ψυχογιός).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Oύτε γάτες που εξαφανίζονται, ούτε βαθιά πηγάδια που οδηγούν σε πόρτες, ούτε διπλά φεγγάρια, ούτε περίεργα πορτρέτα που ζωντανεύουν. Όλα αυτά τα εξόχως ευφάνταστα και άκρως Μουρακαμικά (sic) που θα τα δούμε σε πλήρη ανάπτυξη στα σημαντικά μυθιστορήματα του Ιάπωνα συγγραφέα, στο βραχύ βιβλίο του Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου απουσιάζουν χαρακτηριστικά.
Είναι από τα λίγα πρώιμα έργα του που κινούνται σε ένα απόλυτα ρεαλιστικό πλαίσιο, δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν είχε δώσει δείγματα των συγγραφικών προθέσεών του από την αρχή, τα οποία ήταν ελάχιστα ρεαλιστικά.
Αυτό που συμβαίνει με τον Μουρακάμι είναι παγκοίνως γνωστό: έχει φανατικούς φίλους που διαβάζουν με μανία κάθε αράδα που έχει γραφτεί από το χέρι του και ορκισμένους αρνητές που τον θεωρούν υπερβολικά pop, περισσότερο δυτικό και λιγότερο Ιάπωνα και αρνούνται να αποδεχθούν την παράλληλη πραγματικότητα που συχνά δημιουργεί εντός των βιβλίων του.
Βαθιά ανθρωπινότητα
Τι μπορείς να πεις, όμως, γι’ αυτή την ιστορία που όπως σημειώσαμε προλογικά, δεν θαυμάζεται για την ευρηματικότητά της, μήτε για τις εξωπραγματικές μεταθέσεις της λογικής σχέσης των πραγμάτων, αλλά για τη βαθιά ανθρωπινότητα που προβάλει. Είναι η αγάπη που δεν ευοδώνεται, τα πάθη που δεν καταπνίγονται, το ανικανοποίητο που φέγγει εντός των ανθρώπων ακόμη και όταν, θεωρητικά, τα έχουν όλα και μπορούν να πουν με βεβαιότητα πως είναι ευτυχισμένοι.
Ο Μουρακάμι μάς λέει μέσω των ηρώων του πως αυτό το κάτι που λείπει από μέσα μας, μόνο ένας άνθρωπος επί της γης μπορεί να το καλύψει. Αν τον βρεις, θα το καταλάβεις. Η αύρα του είναι διαφορετική από των άλλων ανθρώπων. Ο μαγνητισμός του σε τραβάει από τη μύτη.
Αυτό ακριβώς συνέβη στον Χατζίμε όταν πρωτογνώρισε την Σιμαμότο. Οι δύο τους συναντήθηκαν όταν ήταν 12 χρονών στο σχολείο. Εκείνος ήταν ένα παιδί συνεσταλμένο και μονόχνοτο. Κλασικό μοναχοπαίδι που δεν έμαθε πώς είναι να έχεις έναν αδελφό και να μοιράζεσαι πράγματα μαζί του. Εκείνη όχι πολύ όμορφη και επιπλέον χωλή, καθώς είχε περάσει πολιομυελίτιδα.
Ένα «αταίριαστο» ζευγάρι
Κι όμως, αυτό το αταίριαστο –για τους άλλους- ζευγάρι, από την πρώτη στιγμή δέθηκε αξεδιάλυτα. Έστω κι αν ως μικρά παιδιά δεν μπορούσαν να δώσουν σχήμα σ’ αυτό που αισθάνονταν. Κάποια στιγμή οι δρόμοι τους χωρίζουν, καθώς η Σιμαμότο αλλάζει σχολείο και συνοικία και έκτοτε χάνονται.
Τα κατοπινά χρόνια του Χατζίμε είναι γεμάτα από σχέσεις που δεν ολοκληρωθήκαν, αλλά από το «φάντασμα» της Σιμαμότο. Κάθε γυναίκα που γνωρίζει τη συγκρίνει μαζί της, ακόμη κι αν η ανάμνηση που έχει από εκείνη είναι θολή και ολότελα παιδική. Στο γυμνάσιο θα γνωρίσει την Ιζούμε και θα παθιαστεί μαζί της. Θα είναι το πρώτο κορίτσι στην μετά Σιμαμότο εποχή που θα θελήσει ερωτικά με πάθος. Κι όμως, θα την πληγώσει όταν θα κάνει οργιώδες σεξ με την ξαδέλφη της. Κάτι που η Ιζούμε θα το μάθει, με αποτέλεσμα η σχέση τους να λήξει άδοξα και να γεμίσει τον Χατζίμε με ενοχές.
Η Γιούκικο, πάντως, θα του προσφέρει μια πλήρη ζωή, από αυτές που κάθε άνδρας θα ονειρευόταν.
Μέχρι να παντρευτεί, τελικά, την Γιούκικο, θα τον κατατρέχει η ιδέα μιας γυναίκας που σέρνει το ένα της πόδι. Είτε θα γνωρίσει κάποια που θα μπορούσε να γίνει κοπέλα του είτε θα τη συναντήσει τυχαία στο δρόμο νομίζοντας πως ήταν ο Σιμαμότο. Η Γιούκικο, πάντως, θα του προσφέρει μια πλήρη ζωή, από αυτές που κάθε άνδρας θα ονειρευόταν. Έκαναν μαζί δύο παιδιά, ο πλούσιος πεθερός του τον βοήθησε να ανοίξει δύο στιλάτα τζαζ μπαρ, η οικονομική του κατάσταση βελτιώθηκε ραγδαία, ενώ ήταν ολοφάνερο πως η γυναίκα του τον αγαπούσε τόσο πολύ που ήταν ταγμένη στο πλευρό του. Εκείνος, όμως;
Το ανικανοποίητο των ανθρώπων
Το ανικανοποίητο είναι ο αστάθμητος παράγοντας στη ζωή κάθε ανθρώπου. Από την τέλεια ζωή του Χατζίμε έλειπε αυτό το «κάτι» που θα τον έκανε να αναριγήσει, να πετάξει στα ουράνια, να πειστεί πως οι δυνατότητες της ζωής είναι πάντα συναρπαστικές.
Ώσπου, έπειτα από χρόνια, ένα βράδυ εμφανίζεται σε ένα από τα μπαρ του η Σιμαμότο και τότε όλος ο κόσμος του ανατρέπεται. Τι κι αν αυτή η γυναίκα πια (και όχι το κορίτσι που θυμόταν στο σχολείο) κρύβει ένα μυστήριο μέσα της; Τι κι αν πλέον δεν κουτσάνει τόσο εμφανώς όσο θυμόταν; Για εκείνον η φλόγα του έρωτα έχει φουντώσει για τα καλά.
Δειλά δειλά θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Θα κάνουν ένα παράνομο (… αλλά σύντομο ταξίδι) με σκοπό η Σιμαμότο να σκορπίσει τις στάχτες της νεκρής κόρης της που έζησε ελάχιστα. Θα σμίξουν με τα ρούχα και χωρίς, με τη σκέψη και τα σώματα. Θα δοθούν μέχρι τα βάθη της ψυχής τους και θα ορκιστούν αιώνια αγάπη. Μόνο που ένα πρωί η Σιμαμότο εξαφανίζεται από προσώπου γης και ο Χατζίμε καταρρέει.
Θα πάρει τη μεγάλη απόφαση να χωρίσει τη γυναίκα του; Θα προτιμήσει να ζει με το όνειρο ενός ανέφικτου και μηδέποτε εκπληρωμένου έρωτα;
Θα πάρει τη μεγάλη απόφαση να χωρίσει τη γυναίκα του; Θα προτιμήσει να ζει με το όνειρο ενός ανέφικτου και μηδέποτε εκπληρωμένου έρωτα; Ω, είναι ολοφάνερο πως ο Μουρακάμι ξέρει να παίζει με τις καρδιές των ηρώων του. Τους τυραννάει, ειδικά τον Χατζίμε, όχι όμως χωρίς λόγο.
Ο περιφραστικός τίτλος έχει τη σημασία του. Νότια των συνόρων είναι ένα κομμάτι του Νατ Κινγκ Κόουλ που άκουγαν ο Χατζίμε και η Σιμαμότο όταν ήταν μικροί. Εκείνος ο δίσκος έμεινε ανεξίτηλα γραμμένος στη θύμησή τους. Με κάποιο τρόπο τους ένωνε έστω κι από μακριά. Το άλλο μισό του τίτλου αναφέρεται στη νόσο Inuit ή αλλιώς Αρκτική υστερία. Μια συγκεκριμένη κουλτούρα υστερικής αντίδρασης που προσβάλλει κυρίως τις γυναίκες που ζουν εντός του Αρκτικού Κύκλου και οι οποίες είναι ικανές να προβούν σε επικίνδυνες πράξεις, ακολουθούμενες από αμνησία για το συμβάν στο οποίο ενεπλάκησαν. ΄
Η αγάπη πάντα θα πονάει
Ήσυχος ερωτισμός, πικρία για τα πράγματα που χάθηκαν, η συνειδητοποίηση πως τέλειες σχέσεις δεν υπάρχουν ή, έστω, αν υπάρχουν δεν είναι εύκολο να ολοκληρωθούν. Σε αντίθεση με τις πιο συμβατικές που έχουν περισσότερες πιθανότητες να ευοδωθούν και να μακροημερεύσουν. Το μυθιστόρημα στέκεται σ’ αυτά τα σημεία και ρουφάει κάθε ανάσα του αινίγματος των ερωτικών σχέσεων.
Όλα σε τούτο το μυθιστόρημα κινούνται σε υπόγειους και ήσυχους ρυθμούς. Σαν ένα παλιό κομμάτι τζαζ που το ακούς ένα βράδυ δύσκολο, στην άκρη ενός μπαρ έπειτα από χωρισμό πιστεύοντας πως τίποτα δεν τελείωσε μέχρι να το τελειώσει η ζωή, αλλά και με τη συνειδητοποίηση ότι η αγάπη πάντα θα πονάει. Η μετάφραση ανήκει στον Βασίλη Κιμούλη που ακολουθεί κατά πόδας τα βήματα του Ιάπωνα συγγραφέα.
*Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Αποκοιμηθήκατε λίγο πριν ξημερώσει. Δεν ξέρω πόσες φορές κάναμε έρωτα, άλλοτε τρυφερά κι άλλοτε παθιασμένα. Μια απ’ αυτές τις φορές, ενώ βρισκόμουν μέσα της, την έπιασε μανία, άρχισε να κλαίει ασυγκράτητα και να με χτυπάει με τις γροθιές της στην πλάτη. Εγώ την κράτησα πάνω μου σφιχτά. Αισθανόμουν πως, αν δεν κρατούσα γερά, θα σκόρπιζε σε χίλια κομμάτια. Τη χάιδευα ξανά και ξανά στην πλάτη για να την ηρεμήσω. Τη φίλησα στον λαιμό και χτένισα τα μαλλιά της με τα δάχτυλά μου. Δεν ήταν πια η ψύχραιμη, συγκρατημένη Σιμαμότο που ήξερα» (σελ. 191).
























