
Τι είναι τα Όσκαρ, γιατί μας αρέσει να τα παρακολουθούμε, τι σημαίνουν για την κινηματογραφική βιομηχανία και πώς είναι να βρίσκεσαι εκεί, ανάμεσα στα αστέρια του Χόλιγουντ. Μια περιήγηση στη λαμπερή πλευρά του κινηματογράφου, με το βλέμμα του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη «Όσκαρ» (εκδ. Πεδίο). ©istock
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης είναι ο δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου που έχει βρεθεί περισσότερες φορές από κάθε άλλον Έλληνα στην τελετή των Όσκαρ. Έχοντας διανύσει μια καριέρα τεσσάρων δεκαετιών, απλώνει σε ένα πολυσέλιδο βιβλίο τις εμπειρίες του αλλά και το απόσταγμα όσων αποκόμισε από την τόσο κοντινή επαφή του με τον λαμπερό κόσμο του Χόλιγουντ.
Στο βιβλίο του Όσκαρ, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πεδίο, κάνει μια αποτίμηση του θεσμού, αναλύει τις απονομές και δίνει μια διαφορετική διάσταση για τη σημασία των Βραβείων της Ακαδημίας.
Οι βασικές κατηγορίες
Ο τόμος ανοίγει με μια πολύ σύντομη εξιστόρηση του πώς ιδρύθηκε ο θεσμός, αλλά και μια περιγραφή του εμβληματικού αγαλματιδίου – ο θείος «Όσκαρ» είναι εντέλει ένας ιππότης που στέκεται πάνω σε μια μπομπίνα, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο «την προστασία και την πρόοδο» της κινηματογραφικής βιομηχανίας.
Ακολουθεί μια περιγραφή των βασικών κατηγοριών (Καλύτερης ταινίας, Α’ και Β’ ανδρικού και γυναικείου ρόλου, σκηνοθεσία, φωτογραφία κλπ), και σε αυτό το σημείο φαίνεται ήδη το εμβριθές βλέμμα του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη. Πόσες φορές έχουμε εκπλαγεί από τα αποτελέσματα στα Όσκαρ, πόσες φορές έχουμε κάνει λόγο για «αδικίες» ή παραβλέψεις της Ακαδημίας; Ενίοτε ίσως βιαζόμαστε να μιλήσουμε, αγνοώντας το σκεπτικό των ειδικών του χώρου. Για παράδειγμα, πιθανώς να φαινόταν παράταιρο το ότι το «Γκάντι» του 1982 έλαβε το αγαλματίδιο στην κατηγορία της Καλλιτεχνικής-Σκηνογραφικής Διεύθυνσης, αντί για το «Blade Runner».
![]() |
|
Ο Μπεν Κίνγκσλεϊ στην ταινία «Γκάντι» του Ρίτσαρντ Ατένμπορο |
Κι όμως, ο συγγραφέας μάς παραθέτει μια εξήγηση: η Ακαδημία συχνά τιμά τις ταινίες στις οποίες η σκηνογραφία υπηρετεί το σύνολο και δεν επιβάλλεται μετριάζοντας τις υπόλοιπες πλευρές της ταινίας. Σε αυτό το σημείο, αλλά και σε πολλά παρακάτω, ο συγγραφέας επιχειρεί να μας βάλει στο μυαλό των μελών της Ακαδημίας, αποκαλύπτοντάς μας νέες οπτικές.
Οι Έλληνες που τιμήθηκαν
Ακολουθούν οι «Οσκαρικές ιστορίες», το μέρος του βιβλίου στο οποίο ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης μοιράζεται γενικές σκέψεις και αποκαλύπτει περιστατικά από την ιστορία του θεσμού. Δικαίως κρίνει ως σημαντική την επιλογή οι τελετές απονομής να μεταδίδονται ζωντανά και ελεύθερα στο YouTube από το 2029, παρά τις προσφορές του Netflix, της Disney και άλλων κολοσσών. Μια τολμηρή πράξη σε καιρούς άκρας εμπορευματοποίησης.
Λίγο παρακάτω θα βρούμε επίσης διεξοδικές αναφορές και στους Έλληνες που τιμήθηκαν από την Ακαδημία, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά ονόματα στο ευρύ κοινό.
Η περίπτωση της Κατίνας Παξινού είναι πραγματικά αξιοσημείωτη. Όχι μόνο επειδή είναι η μοναδική ως σήμερα Ελληνίδα ηθοποιός, και η πρώτη Ελληνίδα καλλιτέχνιδα εξ όλων των ειδικοτήτων, που σήκωσε το βραβείο, αλλά και επειδή τιμήθηκε για το κινηματογραφικό ντεμπούτο της, την ταινία «Για ποιον χτυπά η καμπάνα», βασισμένη στο μυθιστόρημα του Χέμινγουεϊ. Και πάλι, ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης εξηγεί το σκεπτικό της Ακαδημίας και αναλύει επίσης τις επιδόσεις των αντιπάλων της στην κατηγορία του Β’ Γυναικείου Ρόλου.
![]() |
|
Η Κατίνα Παξινού στο «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» |
Μεγάλο ενδιαφέρον έχει και η περίπτωση του Μάνου Χατζιδάκι, που βραβεύτηκε για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά», που, κατά τον Τιμογιαννάκη, ταίριαζε απόλυτα με την ιδιότυπη ηρωίδα της ταινίας «Ποτέ την Κυριακή», και για αυτό άλλωστε ξεχώρισε ανάμεσα στους άλλους, δυνατούς διεκδικητές. Και από αυτή την περίπτωση συνειδητοποιούμε πως είναι πολύ σημαντικός ο τρόπος που δένουν μεταξύ τους τα επί μέρους υλικά.
Στο τέλος του σχετικού παραρτήματος μας περιμένει ο Κώστας Γαβράς, που τιμήθηκε δύο φορές, το 1970 για το εμβληματικό «Ζ», που εκπροσώπησε την Αλγερία στην κατηγορία της Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, αλλά και για τον «Αγνοούμενο» (1983), για τον οποίο έλαβε το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου. Ένας auteur του (πολιτικού) σινεμά, που βραβεύτηκε για πρώτη φορά επί Χούντας, εκπροσωπώντας μια χώρα πρώην αποικία, και στη συνέχεια ακόμα μία φορά, για ένα θρίλερ, βασισμένο σε μυθιστόρημα, που εξετάζει τη Χιλή υπό το καθεστώς του Πινοσέτ.
Και το Όσκαρ πηγαίνει…
Μετά τον Γαβρά, φαίνεται να υπάρχει ένα κενό στην «εκπροσώπηση» της χώρας μας, μέχρι την εμφάνιση του Γιώργου Λάνθιμου. Και κάπου εδώ περνάμε στο επόμενο μεγάλο κεφάλαιο του τόμου του Τιμογιαννάκη, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Και το Όσκαρ πηγαίνει», στο οποίο ο συγγραφέας μάς αναλύει τις εμπειρίες του από έντεκα τελετές απονομής (2015-2025). Ο Λάνθιμος βέβαια πρωτοβρέθηκε στο κατώφλι της Ακαδημίας το 2011, με τον «Κυνόδοντα», αλλά επέστρεψε έκτοτε αρκετές φορές.
Το 2019 η Ολίβια Κόλμαν τιμήθηκε με Α’ Γυναικείου για την «Ευνοούμενη», για μια ερμηνεία που συνοψίζει όλη την προσωπικότητα του φιλμ. Το 2024 το «Poor Things» έλαβε τέσσερα Όσκαρ – ο Τιμογιαννάκης σημειώνει πως τα βραβεία αυτά ισοδυναμούν στην ουσία με ένα Καλύτερης Σκηνοθεσίας, το οποίο εκείνη τη χρονιά απονεμήθηκε στον Κρίστοφερ Νόλαν για το «Oppenheimer». Όλοι οι συντελεστές και όλα τα στοιχεία σε αυτήν την ταινία υπηρετούν το όραμα του Λάνθιμου, γράφει ο Τιμογιαννάκης.
![]() |
|
Η Έμμα Στόουν στο «Poor Things» του Γιώργου Λάνθιμου |
Ας μην μείνουμε, όμως, στα εγκωμιαστικά σχόλια για τον Λάνθιμο. Ο Τιμογιαννάκης παρουσιάζει ένα πλήρες αφιέρωμα, σημειώνοντας δυο, και περισσότερα, λόγια για τις σημαντικές υποψηφιότητες των τελευταίων χρόνων. Σχολιάζει τόσο τις επικρατέστερες επιλογές που εντέλει αναγνωρίστηκαν, όπως αυτή του Μάικλ Κίτον για την ταινία «Birdman» του Ινιάριτου, στην οποία ενσάρκωσε έναν ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, μέχρι κάποιες εκπλήξεις, όπως ίσως η επιλογή του «Τρέξε!» (2017) του Τζόρνταν Πιλ, μιας ταινίας «είδους» με έντονο όμως αντιρατσιστικό μήνυμα, που έλαβε το Πρωτότυπου Σεναρίου – ο Τιμογιαννάκης έχει προηγουμένως μιλήσει για τη δυσκολία της Ακαδημίας να βραβεύσει αστυνομικά φιλμ ή ταινίες τρόμου.
Ο συγγραφέας δεν αφήνει απέξω και κάποια περιστατικά όπως το περιβόητο χαστούκι του Γουίλ Σμιθ στον Κρις Ροκ στην τελετή του 2022 – παρόλο που κάποιοι έκαναν λόγο για στημένο γεγονός, ο Τιμογιαννάκης υποστηρίζει πως ο καβγάς ήταν αληθινός, μιας και στην τελετή επικρατεί πάντοτε απίστευτο άγχος, που είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει στιγμές μεγάλης έντασης.
![]() |
|
Ο Μάικλ Κίτον στο «Birdman» του Αλεχάντρο Ινιάριτου |
Κλείνοντας, το βιβλίο του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη είναι ένας οδηγός για τα Βραβεία Όσκαρ, αλλά και μια μακρά ερωτική επιστολή στην τέχνη του σινεμά. Διαβάζοντάς το, αποκομίζουμε χρήσιμες γνώσεις, όχι μόνο για την ιστορία του κινηματογράφου και τα παρασκήνια των τελετών, αλλά και για τον τρόπο που το βλέμμα μας πέφτει στη μεγάλη οθόνη.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης είναι δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου με πολυετή παρουσία στον χώρο του πολιτισμού και του ελληνικού Τύπου.

Έχει ασχοληθεί σε βάθος με το σινεμά, το θέατρο και τις τέχνες. Η δουλειά του χαρακτηρίζεται από συνδυασμό θεωρητικής σκέψης και βιωματικής εμπειρίας, καθιστώντας τον μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της κινηματογραφικής κριτικής στην Ελλάδα.




























