Για το λεύκωμα «Κολοφώνες – Η μνήμη της τελευταίας σελίδας» του Γιάννη Σ. Μαμάη (εκδ. Gutenberg). Το αποτύπωμα ενός δασκάλου της τυπογραφίας. Κεντρική εικόνα: Ο Γιάννης Μαμάης στην εκδήλωση για το βιβλίο του στο Αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Goethe.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Ένα ύστατο νεύμα πριν κλείσεις το βιβλίο. Μια τελευταία συνομιλία αφού αποφασίσεις να αποχωριστείς αυτό που διάβαζες τόσο καιρό και ήδη πλέεις στα πελάγη του επόμενου μυθιστορήματος.
Κι όμως, ένα βιβλίο δεν θα πρέπει να τελειώνει με την ακροτελεύτια πρόταση που έχει σκεφτεί ο συγγραφέας. Δεν αναφερόμαστε στο πώς εντυπώνεται μια ιστορία μέσα μας και πώς συνομιλούμε μαζί της για καιρό, αλλά για το κυριολεκτικό κλείσιμο ενός βιβλίου.
Η συνομιλία
Εκεί στο τέλος υπάρχει μια τελευταία συνομιλία με τους συντελεστές του βιβλίου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι σκέψεις του συγγραφέα, οι ιδέες που έχει στο μυαλό του κι αυτές που καταγράφει, δεν θα έφταναν ποτέ σε εμάς αν δεν είχε υπάρξει μια ομάδα συντελεστών που τις μορφοποιούν σε μορφή βιβλίου.
Όλοι οι συντελεστές, καθώς και οι χρήσιμες πληροφορίες που αφορούν την έκδοση περιλαμβάνονται σ’ αυτό που ονομάζουμε κολοφώνας. Μια παλαιά τέχνη που, φευ, στις μέρες μας ελάχιστοι εξακολουθούν να τη διακονούν.
|
Ο Κώστας Δαρδανός, των εκδόσεων Gutenberg, στο βήμα, στην εκδήλωση για το βιβλίο στο Αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Goethe, στις 3 Δεκεμβρίου 2024. |
Ο Γιάννης Σ. Μαμάης εδώ και δεκαετίες είναι υπεύθυνος για το αισθητικό αποτέλεσμα των εκδόσεων Gutenberg. Ως ένας από τους ωραίους παλιοκαιρίτες της παραδοσιακής τυπογραφικής τέχνης, δεν θα μπορούσε να μην ασχοληθεί και με την κόσμηση των κολοφώνων.
Το αποτέλεσμα αυτής της άκρως καλλιτεχνικής προσπάθειας είναι η εκλεκτή έκδοση αυτού του λευκώματος, το οποίο εκδόθηκε αρχικά για να συνοδεύσει την έκθεση του Γιάννη Μαμάη «Κολοφώνες. Η μνήμη της τελευταίας σελίδας» στο Μουσείο Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή (5-20 Ιουνίου 2024).
Πλέον, όμως, κυκλοφορεί αυτόνομο στα βιβλιοπωλεία και αποτελεί –σίγουρα– μια σπάνια έκδοση για τα ελληνικά εκδοτικά δεδομένα. Γι’ αυτό και πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα.
Αισθητικό αποτύπωμα
Το να συζητάμε για τους κολοφώνες των βιβλίων στις μέρες μας, τη στιγμή που το βιβλίο έχει γίνει ένα μαζικό προϊόν και κατ’ έτος εκδίδονται χιλιάδες βιβλία, είναι μια κατάκτηση. Σημαίνει ότι για κάποιους σπάνιους ρέκτες του χώρου, το βιβλίο δεν είναι μόνο ένα εμπορεύσιμο προϊόν, αλλά και ένα αισθητικό αποτύπωμα.
Όπως μας είχε πει και ο Γιάννης Σ. Μαμάης στη συνέντευξη που μας είχε παραχωρήσει, οι κολοφώνες είναι μια μορφή συνομιλίας. Από τους πολλούς, δε, που έχει σχεδιάσει υπάρχουν κάποιοι που εξακολουθούν πάντα να ανήκουν στους ξεχωριστούς για εκείνον.
«Υπάρχουν πέντε έξι που λατρεύω. Το πολύ αγαπημένο μου είναι από τον Μόμπι Ντικ. Είναι του 1930, του ζωγράφου και χαράκτη Ρόκγουελ Κέντ. Απεικονίζει τον καπετάνιο Αχάμπ που είναι κουτσός. Αυτά πρέπει να καθίσεις να τα σκεφτείς. Να έχεις χρόνο. Αν έκανα 10 βιβλία το χρόνο, ίσως, μπορεί κάποια από αυτά να τα έκανα εντελώς διαφορετικά. Είναι ηρωικές οι προσπάθειες. Δεν ψάχνω για τα εύσημα. Οποιος κατάλαβε, κατάλαβε», μας είχε πει χαρακτηριστικά.
Κόσμημα
Ο επίμονος αναγνώστης αυτού του λευκώματος θα διατρέξει κολοφώνες που είναι πραγματικά κοσμήματα. Συνοδεύονται από σπουδαίους πίνακες Ελλήνων και ξένων ζωγράφων, αλλά και από χαρακτικά που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνομιλούν με την υπόθεση του βιβλίου.
Το ενδιαφέρον, μάλιστα, είναι αυτό ακριβώς: λειτουργούν με κάποιο τρόπο όπως τα εξώφυλλα. Λένε κάτι για την ιστορία που μόλις διαβάσαμε, αλλά με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο.
Μας θυμίζουν, δε, πως η τυπογραφία είναι μια εφαρμοσμένη τέχνη την οποία οφείλουμε να προστατεύσουμε ως κάτι ξεχωριστό στο χώρο του βιβλίου. Δεν έχουμε, δα, και πάρα πολλούς που εξακολουθούν να ομνύουν στους παλιούς –πλην εξαίσιους– κανόνες της.
Οι αφιερώσεις
Η παρούσα έκδοση χωρίζεται σε τρία διακριτά μέρη: την τυπογραφική έκφραση, τη μνήμη και την εικαστική αλληλεπίδραση. Κάθε ενότητα είναι αφιερωμένη σε σημαντικούς ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκε ο Γιάννης Σ. Μαμάης.
Άνθρωποι όπως ο Δημήτρης Αρμάος που υπήρξε μια ξεχωριστή μορφή στο χώρο της τυπογραφίας αλλά και των εκδόσεων, ο ιδρυτής των εκδόσεων Gutenberg, Γιώργος Δαρδανός, ο καλλιτέχνης τυπογράφος και συγγραφέας Νίκος Σκιαδάς, ο Θανάσης Κ. Χριστοδούλου που υπήρξε ο εμπνευστής της σειράς Orbis Literae και η Ζωή Μπέλλα-Αρμάου που εδώ και χρόνια έχει πάρει τη σκυτάλη από τον πρόωρα χαμένο Δημήτρη Αρμάο και επιμελείται την έκδοση σημαντικών λογοτεχνικών έργων στις εκδόσεις Gutenberg.
Θα έλεγε κανείς πως αυτό το λεύκωμα είναι και ένας τρόπος για να διηγηθεί ο Γιάννης Σ. Μαμάης μια πτυχή της πολύχρονης δουλειάς του, αλλά και να μνημονεύσει ανθρώπους με τους οποίους συμπορεύτηκε. Κι αυτό κάτι δείχνει για το χαρακτήρα του ανδρός.
Το προλόγισμα του Α.Κ. Χριστοδούλου, όπως και το επίμετρο του Θανάση Τριαρίδη, εξηγούν με εμφατικό τρόπο τη σπάνια περίπτωση του Γιάννη Σ. Μαμάη στα ελληνικά εκδοτικά πράγματα και τη σημασία που έχουν οι κολοφώνες του.
Φυσικά, κείμενο έχει συγγράψει και ο ίδιος ο δημιουργός εξηγώντας τους λόγους που τον οδήγησαν να συνεχίσει αυτή τη μακρόχρονη παράδοση των κολοφώνων και τη λειτουργικότητά τους σε κάθε έκδοση.
*Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.




























