
Για την ποιητική συλλογή της Αλφονσίνα Στόρνι (Alfonsina Storni) «Ερωτικά ποιήματα» (μτφρ. Στέργιος Ντέρτσας, εκδ. Ενύπνιο).
Γράφει ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς
Η ποίηση της Αλφονσίνα Στόρνι διαχρονικά συγκινεί και αποτελεί μία από τις πλέον επιδραστικές φωνές της αργεντίνικης και της λατινικής, ευρύτερα, ποίησης. Την ξαναδιαβάζουμε με αφορμή την επανέκδοση των Ερωτικών ποιημάτων της από τις εκδόσεις Ενύπνιο, αυτή τη φορά σε εισαγωγή και μετάφραση του Στέργιου Ντέρτσα, ο οποίος είχε επιμεληθεί και την πρώτη έκδοση των ερωτικών ποιημάτων της Στόρνι, καθώς και άλλων έργων της, που κυκλοφορούνται, επίσης, από τις εκδόσεις Ενύπνιο. Ο Ντέρτσας πολύ εύστοχα χαρακτηρίζει το έργο της Στόρνι «νησί-σημείο αναφοράς στα πέλαγα της παγκόσμιας ποίησης» και σίγουρα η συγκεκριμένη σειρά ποιημάτων απέχει πολύ από το να μη θεωρείται λογοτεχνικό έργο, όπως πολύ μετριοπαθώς αναφέρει η ίδια η ποιήτρια στην εισαγωγή του έργου της. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια ποίηση υψηλής αισθητικής αξίας, βαθιάς εσωτερικότητας και σπάνιου λυρισμού.
Μορφικά έχουμε να κάνουμε με σύντομα, πυκνά πεζοποιήματα τα οποία διακρίνονται για τον κοφτό λόγο και την αβίαστη ροή τους. Δένονται μεταξύ τους με την κλωστή της ατέρμονης αναζήτησης του έρωτα και της βίωσής του ως ολοκληρωμένης υπαρξιακής εμπειρίας. Δεν χάνουν τίποτα από τη ρυθμικότητα ενός έμμετρου ποιήματος, καθώς η ένταση του λόγου είναι τέτοια που συντονίζεται πλήρως με τη μουσικότητα των ψυχικών μεταπτώσεων της πρωτοπρόσωπης ποιητικής φωνής. Η Στόρνι κατά την εξαντλητική, κυρίως για την ψυχή, αναμονή του έρωτα δεν παύει να τραγουδά το όνομά του. Παλινδρομεί, συχνά, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Το όνειρο τής χαρίζει αυτό που η πραγματικότητα τής στερεί: τον έρωτα, την αγάπη. Άλλοτε μειλίχια και ήρεμη, άλλοτε παράφρων και βίαιη, κουβαλά το ψυχικό βάρος ενός έρωτα διαρκώς υπό εξέταση, ο οποίος συνάμα εν δυνάμει τη μεταμορφώνει και της επιτρέπει να βιώσει τη ζωή στην ολότητά της – αισθητηριακά και μύχια.
Από τις αισθήσεις κυριαρχεί η όραση. Σαν να αρκεί μονάχα το βλέμμα, για να ολοκληρωθεί το ερωτικό ταξίδι, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί και ως μέσο προστασίας. Η ποιητική φωνή δεν θέλει να αγγίξει, να χαλάσει ή να τρομάξει το αγαπημένο της πρόσωπο – αρκείται στο να βλέπει τη μορφή του και να αφήνει ελεύθερες τις δικές της αισθήσεις, ώστε να το συναντήσουν, να βρεθούν εντός του, να ενωθούν μαζί του, να γίνουν ένα και το αυτό. Τα μάτια δίνουν σχήμα και μορφή στο ερωτικό αντικείμενο, το περιγράφουν και συλλαμβάνουν την ηδύτητά του. Το ποιητικό υποκείμενο κατοικεί μέσα στον έρωτα του αγαπημένου της προσώπου, δίχως να επηρεάζεται από τον εξωτερικό θόρυβο. Ο έρωτας μοιάζει να έρπει μέσα στις φλέβες της που η ίδια ψηλαφίζει ευλαβικά. Η ροή του αίματος που αναμειγνύεται με εκείνη του αγαπημένου προσώπου επαναλαμβάνεται στη συλλογή. Το σμίξιμο είναι τόσο δυναμικό που οι δύο ψυχές εφάπτονται απόλυτα δημιουργώντας μία ομοούσια και αδιαίρετη.
Σώμα, θάνατος, φαντάσματα
Το σώμα μετέχει και αυτό στο κυνήγι του έρωτα. Η καρδιά θέλει να βγει απ’ το σώμα, να πετάξει, να φτάσει κοντά στο ερωτικό αντικείμενο. Τα χέρια ξεκολλούν απ’ το σώμα, μεταμορφώνονται σε πεταλούδα που περιτριγυρίζει τον αγαπημένο. Είναι τέτοια η ένταση του συναισθήματος που η ποιητική φωνή όταν βρίσκεται κοντά σ’ αυτόν που αγαπά μοιάζει εγκλωβισμένη και νιώθει ελάχιστα ελεύθερη, όταν εισέρχεται στη δίνη των λέξεων, που τις χρησιμοποιεί ακριβώς για να εγκλωβιστεί ακόμα περισσότερο στα δίχτυα του έρωτα· να εξαντληθεί, να αναλωθεί, να εξανεμιστεί εκούσια για χάρη του. Και είναι αυτή η ίδια δίνη που την ωθεί να κάνει κάτι που δεν έχει ξαναγίνει, κάτι υπέροχο που δεν έχει ακόμη συμβεί, να φτιάξει κάτι μεγαλοπρεπές και σημαντικό.
Άλλωστε, συχνά το αγαπημένο πρόσωπο εμφανίζεται ως φάντασμα (όχι με την τρομακτική ή απόκοσμη διάσταση) ή ως άλως φωτός στην ποιητική γλώσσα της Στόρνι.
Είναι ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο η Στόρνι εισαγάγει τον θάνατο μέσα στον ύμνο αυτόν για τον έρωτα. Σαν να πρόκειται για τη μόνη προοπτική που απομένει δίχως αυτόν ή η απουσία του οδηγεί απαρέγκλιτα στο τέλος. Μια ακόμα ενδιαφέρουσα στιγμή είναι η πρόσληψη από την ίδια την ποιήτρια αυτών των γραπτών της. «Γράφω αυτές τις αράδες σαν μία μάντισσα, καθ’ υπαγόρευση μυστηριωδών όντων που μου αποκαλύπτουν τις σκέψεις τους. Χρόνο δεν έχω για να τις βάλω σε τάξη. Σκοντάφτουν και πέφτουν στο χέρι μου δίνοντας σάλτα μεγάλα. Τρέμω και με φόβο γεμίζω». (σ. 34) Δεν είναι λίγες οι φορές που στη σιωπή βρίσκουν τρόπο και εισβάλλουν σκέψεις στο μυαλό της ποιήτριας που την οδηγούν σε μειωμένη προσοχή, σύγχυση ή συναισθηματική αστάθεια με την έννοια ότι η σκέψη της εμμονικά γυρνά γύρω από το αντικείμενο του πόθου της δημιουργώντας συχνά ρήξη με το πραγματικό και λογικό. Άλλωστε, συχνά το αγαπημένο πρόσωπο εμφανίζεται ως φάντασμα (όχι με την τρομακτική ή απόκοσμη διάσταση) ή ως άλως φωτός στην ποιητική γλώσσα της Στόρνι.
Η ποιήτρια χρησιμοποιεί το περιβάλλον -κοινωνικό και φυσικό- για να μπολιάσει την ποιητική του έρωτα. Έτσι, παρελαύνουν ο ουρανός, τα άστρα, τα δέντρα, τα τριαντάφυλλα, το δάσος, τ΄ αγέρι, η στέγη, το δωμάτιο, τα σπίτια, η πόλη, η θάλασσα, τα κύματα, τα ψάρια, ο κήπος, τα μυρμήγκια, η λεμονιά, ο ήλιος, η μικρή σκυλίτσα που «πατάει τα μπροστινά της πόδια στα γόνατά μου και με κοιτάζει παράξενα./ Κι εγώ τη ρωτάω: μήπως ξέρεις κι εσύ πως τον αγαπώ;» (σ. 38), το σιγανό ψιθύρισμα των φύλλων της αυλής καθώς σουρουπώνει (σ. 38), τα έντομα, η στέρνα, και πολλά ακόμα και όλα για να περιγράψουν όσα μπορεί να συγκρατήσει μια ανάσα, όσα συμπαρασύρει η γητειά του έρωτα, η προσμονή και η απουσία του. Ορισμένες φορές η ποιητική φωνή αποφεύγει τη συνάντηση με το ερωτικό αντικείμενο, την κατά πρόσωπο αντιμετώπισή του, αποφεύγει να διαρρήξει τον πέπλο του ονείρου φοβούμενη μήπως το χάσει ή μήπως σκίσει την τελευταία φωτεινή ανάμνηση που εκείνο της χάρισε. Κι άλλες φορές θέλει να το αναγκάσει να μείνει κοντά της φορτώνοντάς το με το έρμα του πόνου της.
Δισταγμοί
Επιθυμητή και αναγκαία η περιπλάνηση από ψυχή σε ψυχή στο ποτάμι που παρασέρνει σκέψεις και συναισθήματα, που παίρνει μακριά το αγαπημένο πρόσωπο με την ποιητική φωνή όλο και να το γυρεύει και να μην το βρίσκει. Την ατέρμονη περιπλάνηση στον έρωτα η Στόρνι τη ντύνει με λυρισμό. «Το φως με πλήγωνε όπως με άγγιζε, και τα μάτια ενός παιδιού δίνανε κίνηση στο ποτάμι των δακρύων που το στήθος μου θέριευε» (σ. 43). Άλλοτε, η ατολμία νικά και ακόμη και τις στιγμές εκείνες που όλες οι προϋποθέσεις πληρούνται για την ευόδωση του έρωτα, κάτι συγκρατεί την ποιήτρια, την ακινητοποιεί. «Καθισμένοι σ’ ένα παγκάκι -πόσες ώρες;- δεν τολμούσα να σου πιάσω τα χέρια. Στο πουλόβερ των ανοιξιάτικων ρούχων μου πέσανε, εντέλει, τα δάκρυά μου, βαριά. Το πλεχτό σιωπηλά τα τράβηξε μέσα του, εκεί ακριβώς, στο μέρος της καρδιάς» (σ. 44).
Έτσι, οι διακριτές γραμμές μεταξύ ευτυχίας και πίκρας, αγάπης και μίσους, περηφάνιας και ντροπής καθίστανται αδρές. Τα όρια παραμένουν ρευστά στον έρωτα που χαρίζει τόσο άγρια χαρά όσο και άγρια λύπη.
Αυτός ο δισταγμός επιτείνει, ενίοτε, την τραχύτητα της ορμής του έρωτα. Την ποιητική φωνή πληγώνει η ίδια ανάγκη που τη ζωογονεί. Ο ίδιος έρωτας που της χαρίζει πνοή, μπορεί να την υποβάλλει στην ανοχή άφατου πόνου, σε μια πραγματική ψυχική αυτοθυσία, προκειμένου να τον περισώσει. «Όμως για τη δική σου ευγενή συγχώρεση, άκου, εγώ θα υπέφερα την πιο τρομερή ασθένεια που θα υπέφερες, το μεγαλύτερο όνειδος που πάνω σου θα ʼπεφτε, την πιο αχανή έρημο που θα σου επέβαλλαν» (σ. 45). Έτσι, οι διακριτές γραμμές μεταξύ ευτυχίας και πίκρας, αγάπης και μίσους, περηφάνιας και ντροπής καθίστανται αδρές. Τα όρια παραμένουν ρευστά στον έρωτα που χαρίζει τόσο άγρια χαρά όσο και άγρια λύπη.
Η Αλφονσίνα Στόρνι, παρά την τεταμένη συναισθηματική φύση της, έχει γνώση του φευγαλέου τού έρωτα. Βυθομετρά τις συνέπειες της απώλειάς του. «Ξέρω πως μια μέρα θα φύγεις. Ξέρω πως μες στο νερό, και νεκρή και εύχαρις εξ αιτίας της ψυχής σου η φλόγα μου, είναι σαν κάποιο τέρας που ζυγώνει στην όχθη και τρομάζει τα πελιδνά της χρυσόψαρα» (σ. 48). Εντούτοις, επιμένει να κουνά το λίκνο του έρωτα με άγρια τρυφερότητα. Θωπεύει το φάσμα του έρωτα χωρίς να το βλέπει, χωρίς να το ακούει, χωρίς να το αγγίζει, παρά μονάχα έχοντας στο μυαλό της την ιδέα του. Και αυτήν την ιδέα την πλάθει με τα χέρια της δίνοντάς μας μια ποίηση ακατέργαστη, αχειροποίητη.
*Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδ. Μετρονόμος, 2025).
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Αλφονσίνα Στόρνι γεννήθηκε στις 29 Μαΐου 1892 σε ένα μικρό ιταλόφωνο χωριό της Ελβετίας. Είναι το τρίτο παιδί της οικογένειας, η οποία το 1901 εγκαθίσταται στην πόλη Ροσάριο. Το 1906 πεθαίνει ο πατέρας της. Η Alfonsina κάνει διάφορες δουλειές για τα προς το ζην και έρχεται σε επαφή με κοινωνικά κινήματα.
Ξεκινά και γράφει από το 1907. Τα πρώτα της γραπτά δεν σώζονται. Το 1912 μετακομίζει μόνη της στο Μπουένος Άιρες και λίγους μήνες μετά γεννά εκτός γάμου τον γιο της Alejandro. Σε ένα ασφυκτικά πατριαρχικό περιβάλλον, δουλεύει σκληρά για να τον μεγαλώσει και, παράλληλα, αναγνωρίζεται ως σημαντική πνευματική προσωπικότητα της εποχής της. Οι μάχες που δίνει σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο έχουν κόστος στην ψυχική της υγεία. Είναι πρωτοπόρος και ανατρεπτική, σπάει στερεότυπα και μιλά ανοιχτά για τα ζητήματα του έρωτα και του (γυναικείου) φύλου σε εποχές που κάτι τέτοιο φάνταζε αδιανόητο.

Η πρώτη της ποιητική συλλογή εκδίδεται το 1916 με τον τίτλο La inquietud del rosal. Ακολουθούν πολλές ακόμα που την καθιερώνουν στη λογοτεχνία και απογειώνουν τη φήμη της. Συνδέεται φιλικά με σημαίνουσες μορφές του λατινοαμερικάνου μοντερνισμού, που έχουν ως οδηγό τον Rubén Darío, ενώ ιδιαίτερα σημαντική και καταλυτική για τη ζωή της είναι και η γνωριμία της με τον συγγραφέα Horacio Quiroga, με τον οποίο συνδέεται και ερωτικά. Το 1927 επιχειρεί να συστηθεί στο ευρύ κοινό ως θεατρική συγγραφέας χωρίς όμως επιτυχία. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930 η αναγνώρισή της φτάνει στο απόγειό της, ωστόσο συγκλονίζεται από τη διάγνωση καρκίνου του στήθους (1935) και την αυτοκτονία του Quiroga (1936).
Φτάνει στα όρια τής ψυχικής κατάρρευσης και τα τελευταία χρόνια της ζωής της σημαδεύονται από την ψυχική και σωματική οδύνη. Από τις 19 Οκτώβρη του 1938 βρίσκεται σε κάποιο ξενοδοχείο της Μαρ ντε Πλάτα, σε ένα υποτιθέμενο ταξίδι ξεκούρασης. Το ξημέρωμα της 25ης Οκτωβρίου, σε ηλικία 46 ετών, από τον πανύψηλο κυματοθραύστη του Club Argentino de Mujeres, ρίχνεται στα νερά της θάλασσας, βάζοντας τέλος στη ζωή της.
























