
Για το βιβλίο του Χρήστου Μεράντζα «Σιωπηλοί ήρωες – Σπαράγματα εθνικής ταυτότητας στον δημόσιο χώρο της πόλης των Ιωαννίνων» (εκδ. Πεδίο). Εικόνα: «Ο Εσάτ Πασάς παραδίδων τα Ιωάννινα εις τον νικητήν Κωνσταντίνον την 21η Φεβρουαρίου 1913», Παράδοση Ιωαννίνων, χρωμολιθογραφία.
Γράφει ο Στέφανος Τσιόδουλος
Το πρόσφατο βιβλίο του Χρήστου Μεράντζα με τον τίτλο Σιωπηλοί ήρωες. Σπαράγματα εθνικής ταυτότητας στον δημόσιο χώρο της πόλης των Ιωαννίνων (εκδ. Πεδίο) συνιστά μια ιδιαίτερα σημαντική, πρωτότυπη και θεωρητικά άρτια συμβολή στη μελέτη του δημόσιου χώρου των Ιωαννίνων ως πεδίου συγκρότησης της συλλογικής μνήμης και της εθνικής ταυτότητας. Η μελέτη διακρίνεται όχι μόνο για τον πλούτο της τεκμηρίωσης, αλλά και για την ικανότητά της να συνδέει την τοπική ιστορία των Ιωαννίνων με ευρύτερα ζητήματα πολιτισμικής μνήμης, ιδεολογίας και εξουσίας.
Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του συγγραφέα είναι ότι, διερευνώντας τη δημόσια γλυπτική, αποφεύγει τόσο την απλή ιστορική καταγραφή όσο και μια στενά αισθητική προσέγγιση των γλυπτών της πόλης των Ιωαννίνων. Αντίθετα, αξιοποιεί με δημιουργικό τρόπο εργαλεία της ιστορίας, της ανθρωπολογίας και της σημειωτικής, προκειμένου να αναδείξει τον δημόσιο χώρο ως πεδίο ιδεολογικής διαπραγμάτευσης. Τα γλυπτά δεν αποτελούν ουδέτερα καλλιτεχνικά αντικείμενα· αντίθετα, συγκροτούν σημεία όπου συμπυκνώνονται σημασίες, μέσα από τα οποία επιλέγονται και προβάλλονται συγκεκριμένες εκδοχές του παρελθόντος. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών και ιδεολογικών στοχεύσεων.
Η πόλη μετατρέπεται έτσι σε ένα «αρχιπέλαγος μνημών», όπου κάθε μνημείο λειτουργεί ως σημείο συγκέντρωσης ιστορικών, πολιτικών και πολιτισμικών σημασιών. Η μνήμη, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι απλώς αναπαράσταση, αλλά ενεργός δύναμη που διαμορφώνει τη συνείδηση, οργανώνει τον χώρο και καθορίζει τα όρια του «ανήκειν».
Κεντρικό ερώτημα του βιβλίου είναι κατά πόσο ο δημόσιος χώρος αναπαράγει μια ενιαία, εθνοκεντρική αντίληψη της ιστορίας και σε ποιο βαθμό επιτρέπει την παρουσία διαφορετικών ιστορικών εμπειριών και ταυτοτήτων. Η απάντηση που προκύπτει είναι σύνθετη: από τη μία πλευρά, διαπιστώνεται η κυριαρχία μιας εθνικής θεώρησης της μνήμης, οργανωμένης γύρω από πρότυπα ηρωισμού, θυσίας και αντίστασης· από την άλλη, αναδεικνύονται ρωγμές και αντιφάσεις, μέσα από τις οποίες επανέρχεται ο σύνθετος ιστορικός χαρακτήρας της πόλης, καθώς και η μνήμη της μακραίωνης συνύπαρξης διαφορετικών κοινοτήτων και πολιτισμικών παραδόσεων.
Όπως αναφέρεται αναλυτικά, ο Εσάτ Πασάς επέλεξε να παραδώσει την πόλη χωρίς καταστροφές, αποτρέποντας την εκδήλωση βίας και λεηλασιών. Η στάση αυτή τον διαφοροποιεί από το στερεότυπο του «εχθρού» και τον καθιστά φορέα μιας διαφορετικής ηθικής και πολιτικής στάσης.
Η θεωρητική αυτή προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη ερμηνευτική δύναμη μέσα από τις επιμέρους περιπτώσεις που εξετάζει ο συγγραφέας. Στο πλαίσιο αυτό, οι τρεις επιλεγμένες ενότητες -«Εσάτ Πασάς», «Άγιος Γεώργιος», «τέμενος Ναμάζ Γκιάχ»- λειτουργούν ως χαρακτηριστικά παραδείγματα διαφορετικών τρόπων διαχείρισης της μνήμης: αναγνώριση, ιδεολογική ενσωμάτωση και διαγραφή.
Εσάτ Πασάς: η πολιτική της ετερότητας και τα όρια της ανεκτικότητας
Η μορφή του Εσάτ Πασά αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και αμφιλεγόμενα παραδείγματα στο βιβλίο, καθώς ενσαρκώνει τη δυνατότητα μιας διαφορετικής ανάγνωσης της ιστορίας. Πρόκειται για έναν Οθωμανό αξιωματούχο, ο οποίος, παρά τη θέση του ως εκπροσώπου της κυρίαρχης δύναμης, καταγράφεται στη συλλογική μνήμη ως πρόσωπο που συνδέθηκε με μια πολιτική μετριοπάθειας και σεβασμού προς τους κατοίκους της πόλης. Όπως αναφέρεται αναλυτικά, ο Εσάτ Πασάς επέλεξε να παραδώσει την πόλη χωρίς καταστροφές, αποτρέποντας την εκδήλωση βίας και λεηλασιών. Η στάση αυτή τον διαφοροποιεί από το στερεότυπο του «εχθρού» και τον καθιστά φορέα μιας διαφορετικής ηθικής και πολιτικής στάσης.
Η μεταγενέστερη απόφαση ονοματοδοσίας οδού στο όνομά του αποτυπώνει μια προσπάθεια αναγνώρισης αυτής της ιδιαιτερότητας. Η πόλη φαίνεται να επιχειρεί, έστω και διστακτικά, να ενσωματώσει στη συλλογική της μνήμη μια ιστορική μορφή που δεν εντάσσεται στο κυρίαρχο εθνικό σχήμα. Η πράξη αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη μιας πιο ώριμης, διαπολιτισμικής συνείδησης.
Ο Εσάτ Πασάς λειτουργεί, επομένως, ως ένα κρίσιμο παράδειγμα για τη μελέτη της σχέσης μνήμης και ετερότητας. Η αναγνώριση ή η απόρριψή του δεν αφορά μόνο ένα ιστορικό πρόσωπο, αλλά αντανακλά βαθύτερες στάσεις απέναντι στη διαφορετικότητα και τη δυνατότητα συνύπαρξης.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι εδώ η συμβολή του Μεράντζα, καθώς, εξετάζοντας μια ιστορική μορφή που δεν εντάσσεται εύκολα στις καθιερωμένες εθνικές ερμηνείες της ιστορίας, θέτει υπό αμφισβήτηση παγιωμένες αντιλήψεις για το παρελθόν. Με νηφαλιότητα και ιστορική ευαισθησία, αναδεικνύει τις αντιφάσεις της συλλογικής μνήμης και θέτει κρίσιμα ερωτήματα γύρω από τα όρια της ανεκτικότητας και της ιστορικής συνύπαρξης. Ωστόσο, η εξέλιξη της υπόθεσης αποκαλύπτει τα όρια αυτής της προσέγγισης. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν και η τελική μετονομασία του δρόμου δείχνουν ότι η αποδοχή της ετερότητας παραμένει εύθραυστη. Η ανάδυση εθνικά φορτισμένων αντιδράσεων επαναφέρει μια μονοσήμαντη αντίληψη της ιστορίας, στην οποία ο «διαφορετικός» δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως ισότιμο υποκείμενο.
![]() |
|
Ο Εσάτ Πασάς |
Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει μια βασική αντίφαση: ενώ η ιστορική πραγματικότητα είναι σύνθετη και πολυδιάστατη, η συλλογική μνήμη τείνει να την απλοποιεί, προκειμένου να εξυπηρετήσει την ανάγκη για σαφή και σταθερά ταυτοτικά σχήματα. Ο Εσάτ Πασάς λειτουργεί, επομένως, ως ένα κρίσιμο παράδειγμα για τη μελέτη της σχέσης μνήμης και ετερότητας. Η αναγνώριση ή η απόρριψή του δεν αφορά μόνο ένα ιστορικό πρόσωπο, αλλά αντανακλά βαθύτερες στάσεις απέναντι στη διαφορετικότητα και τη δυνατότητα συνύπαρξης.
Ο νεομάρτυρας άγιος Γεώργιος: η μνήμη του τραύματος και η κατασκευή της θυσίας
Σε αντίθεση με την περίπτωση του Εσάτ Πασά, όπου η ετερότητα τίθεται στο επίκεντρο, η μορφή του νεομάρτυρα αγίου Γεωργίου εντάσσεται πλήρως στο κυρίαρχο σχήμα σύζευξης εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας, στο οποίο η πίστη και η εθνική συνείδηση παρουσιάζονται ως αδιάσπαστες. Στο πλαίσιο αυτό, ο νεομάρτυρας λειτουργεί ως σύμβολο θυσίας και αντίστασης. Η παρουσία του στον δημόσιο χώρο δεν είναι απλώς θρησκευτική. Όπως προκύπτει από τη συνολική προβληματική του έργου, οι μορφές των νεομαρτύρων εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική μνημειοποίησης του τραύματος. Η θυσία μετατρέπεται σε θεμελιώδες στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας, ενώ η μνήμη του μαρτυρίου λειτουργεί ως μέσο ηθικής δικαίωσης της κοινότητας.
Η έμφαση στο τραύμα και τη θυσία συμβάλλει στη συγκρότηση μιας ταυτότητας που βασίζεται στην αντίθεση με ομάδες εκτός της χριστιανικής κοινότητας. Οι ομάδες αυτές παρουσιάζονται ως φορείς απειλής, ενώ η κοινότητα ορίζεται μέσα από την αντίσταση απέναντί τους.
Η διαδικασία αυτή έχει σημαντικές συνέπειες. Από τη μία πλευρά, ενισχύει τη συνοχή της κοινότητας, προσφέροντας πρότυπα ταύτισης και αξίες που ενοποιούν το συλλογικό σώμα. Από την άλλη, όμως, περιορίζει την πολυφωνία της ιστορικής ερμηνείας, καθώς προκρίνει συγκεκριμένα γεγονότα και πρόσωπα, παραμερίζοντας άλλες ιστορικές εκδοχές.
Η έμφαση στο τραύμα και τη θυσία συμβάλλει στη συγκρότηση μιας ταυτότητας που βασίζεται στην αντίθεση με ομάδες εκτός της χριστιανικής κοινότητας. Οι ομάδες αυτές παρουσιάζονται ως φορείς απειλής, ενώ η κοινότητα ορίζεται μέσα από την αντίσταση απέναντί τους. Η λογική αυτή ενισχύει μια δυαδική αντίληψη του κόσμου, όπου οι διαφορές μετατρέπονται σε αντιθέσεις. Ο άγιος Γεώργιος, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μια θρησκευτική μορφή, αλλά ένα κεντρικό στοιχείο της ιδεολογικής συγκρότησης της μνήμης. Η παρουσία του τόσο στον δημόσιο χώρο όσο και στον δημόσιο λόγο της πόλης υποδηλώνει τη σημασία που έχει η μνήμη του μαρτυρίου του στη συγκρότηση της ταυτότητας.
Το τέμενος Ναμάζ Γκιάχ και η απαλλοτρίωση των οθωμανικών νεκροταφείων: η πολιτική της λήθης
Η τρίτη ενότητα μετατοπίζει την προσοχή από την αναπαράσταση της μνήμης στη διαγραφή της. Η περίπτωση του τεμένους Ναμάζ Γκιάχ και των οθωμανικών νεκροταφείων αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η πόλη διαχειρίστηκε το οθωμανικό της παρελθόν, όχι μέσω της ενσωμάτωσης, αλλά μέσω της απομάκρυνσης.
Η περίπτωση του Ναμάζ Γκιάχ και των νεκροταφείων αναδεικνύει, επομένως, τη σημασία της λήθης ως πολιτικής πρακτικής. Η λήθη δεν είναι απλώς απουσία μνήμης, αλλά ενεργός διαδικασία επιλογής, μέσα από την οποία καθορίζεται τι αξίζει να διατηρηθεί και τι να ξεχαστεί.
Όπως τεκμηριώνεται στο βιβλίο, η νεωτερική ανασυγκρότηση της πόλης συνοδεύτηκε από πρακτικές που στόχευαν στην εξάλειψη των υλικών ιχνών της οθωμανικής παρουσίας. Τα νεκροταφεία απαλλοτριώθηκαν, τα μνημεία καταστράφηκαν ή εγκαταλείφθηκαν και ο χώρος απέκτησε νέα νοηματοδότηση σύμφωνα με εθνικά πρότυπα. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν ουδέτερη. Αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής που επιδίωκε τη συγκρότηση μιας ομοιογενούς εθνικής ταυτότητας. Η παρουσία της οθωμανικής μνήμης θεωρήθηκε εμπόδιο σε αυτή τη διαδικασία και, ως εκ τούτου, έπρεπε να περιοριστεί ή να εξαφανιστεί. Η διαγραφή αυτή, όμως, δεν είναι ποτέ πλήρης. Όπως δείχνει η επιβίωση ορισμένων μνημείων και η επανεμφάνιση της οθωμανικής μνήμης μέσω του τουρισμού και της πολιτισμικής ανάδειξης, το παρελθόν συνεχίζει να επηρεάζει το παρόν. Η μνήμη, ακόμη και όταν καταστέλλεται, επανέρχεται με διαφορετικούς τρόπους.
Η περίπτωση του Ναμάζ Γκιάχ και των νεκροταφείων αναδεικνύει, επομένως, τη σημασία της λήθης ως πολιτικής πρακτικής. Η λήθη δεν είναι απλώς απουσία μνήμης, αλλά ενεργός διαδικασία επιλογής, μέσα από την οποία καθορίζεται τι αξίζει να διατηρηθεί και τι να ξεχαστεί.
Συνολικά συμπεράσματα: προς μια κριτική κατανόηση της μνήμης
Οι τρεις ενότητες που εξετάστηκαν συγκροτούν ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο, μέσα από το οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο δημόσιος χώρος της πόλης λειτουργεί ως πεδίο ιδεολογικής διαπραγμάτευσης. Η μνήμη, όπως αναδεικνύεται στο βιβλίο, δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Επιλέγεται, οργανώνεται και αναπαράγεται με τρόπους που εξυπηρετούν συγκεκριμένες πολιτικές και πολιτισμικές στοχεύσεις. Τα γλυπτά, τα μνημεία και οι παρεμβάσεις στον χώρο λειτουργούν ως εργαλεία αυτής της διαδικασίας.
Η πόλη των Ιωαννίνων, με μακρά ιστορία συνύπαρξης διαφορετικών κοινοτήτων, προσφέρει ένα ιδανικό πεδίο για μια τέτοια προσέγγιση. Το ζητούμενο δεν είναι η επιβολή μιας ενιαίας ιστορικής εκδοχής, αλλά η αναγνώριση της πολυφωνίας και η δυνατότητα συνύπαρξης διαφορετικών μνημονικών παραδόσεων.
Η περίπτωση του Εσάτ Πασά αναδεικνύει τη δυσκολία αποδοχής της ετερότητας. Ο Άγιος Γεώργιος αναδεικνύει τη σημασία της θυσίας και του τραύματος στη συγκρότηση της ταυτότητας. Το Ναμάζ Γκιάχ αποκαλύπτει τις πρακτικές διαγραφής της μνήμης. Μέσα από αυτά τα παραδείγματα, το βιβλίο μάς καλεί να επανεξετάσουμε τη σχέση μας με το παρελθόν και να αναζητήσουμε πιο σύνθετους και πολυδιάστατους τρόπους κατανόησης της ιστορίας. Αυτό ακριβώς αποτελεί και τη μεγάλη αξία του βιβλίου: ότι δεν περιορίζεται σε μια τοπική ιστορική καταγραφή, αλλά μετατρέπεται σε μια ουσιαστική παρέμβαση για τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες διαχειρίζονται τη μνήμη, την ταυτότητα και την ετερότητα. Ο Χρήστος Μεράντζας προσφέρει ένα έργο υψηλής επιστημονικής ποιότητας, το οποίο συνδυάζει ιστορική τεκμηρίωση, θεωρητική διείσδυση και κριτικό στοχασμό.
Η πόλη των Ιωαννίνων, με μακρά ιστορία συνύπαρξης διαφορετικών κοινοτήτων, προσφέρει ένα ιδανικό πεδίο για μια τέτοια προσέγγιση. Το ζητούμενο δεν είναι η επιβολή μιας ενιαίας ιστορικής εκδοχής, αλλά η αναγνώριση της πολυφωνίας και η δυνατότητα συνύπαρξης διαφορετικών μνημονικών παραδόσεων. Σε τελική ανάλυση, το βιβλίο δεν αφορά μόνο στο παρελθόν της πόλης, αλλά και το μέλλον της, στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να θυμόμαστε, να λησμονούμε και να συνυπάρχουμε.
*Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΣΙΟΔΟΥΛΟΣ είναι Αναπληρωτής καθηγητής Σχολής Καλών Τεχνών Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Χρήστος Δ. Μεράντζας είναι Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, όπου διδάσκει ιστορία των πολιτισμών. Έχει δημοσιεύσει εκτενώς για την πολιτισμική ιστορία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, για την περιβαλλοντική αισθητική και το σώμα στη νεωτερικότητα (οκτώ βιβλία και τρεις μονογραφίες σε συνεργασία), καθώς και πλήθος άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά που καλύπτουν θέματα από την πολιτισμική ιστορία του σώματος, του χρόνου και του τοπίου έως την πολιτιστική διαχείριση.

Το 2013 του απονεμήθηκε το βραβείο για την καλύτερη ακαδημαϊκή εργασία του Μετσόβιου Κέντρου Διεπιστημονικής Έρευνας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Υπήρξε ο επιστημονικά υπεύθυνος για το ερευνητικό έργο με τον τίτλο «Το Εικονικό Μουσείο», που χρηματοδοτήθηκε από το Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση (2015), καθώς και διαχειριστής του ερευνητικού προγράμματος In-NovaMusEUm στο πλαίσιο του Προγράμματος «Πολιτισμός 2014-2020» της Δημιουργικής Ευρώπης (2016-2018). Είναι συνεργάτης (επιβλέπων διπλωματικών εργασιών) του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.
























