
Για η μελέτη των Ίαν Νταντ (Ian Dunt) και Ντόριαν Λίνσκι (Dorian Lynskey) «Η ιστορία μιας ιδέας: Φασισμός» (μτφρ. Κωστής Πανσέληνος, εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Ο Μουσολίνι και οι μελανοχίτωνες στην Πορεία προς τη Ρώμη.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Για τι πράγμα μιλάμε στις μέρες μας όταν μιλάμε για φασισμό; Υπάρχουν ενδείξεις πως κάποιες από τις κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές που συναντάμε στο κατώφλι του 21ου αιώνα προσομοιάζουν με εκείνες του μεσοπολέμου, εντούτοις φτάνει αυτή η πρωτοεπίπεδη παρατήρηση για να μας επιτρέψει να χρησιμοποιούμε την έννοια του φασισμού αβρόχοις ποσί;
Η μελέτη των Ίαν Νταντ και Ντόριαν Λίνσκι (αμφότεροι δημοσιογράφοι) αποτελεί ένα καλό έναυσμα για να θυμηθούμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανδρώθηκε ο φασισμός, ποιοι ήταν οι βασικοί του πυλώνες, πού στηρίχθηκε και ποια ήταν η εξέλιξή του μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Σε αντίθεση με τους λοιπούς «ισμούς» που κυριάρχησαν στον 20ό αιώνα, ο φασισμός είναι ο μόνος που αποδείχθηκε χρονικά περιορισμένος (άρα ουσιαστικά θνησιγενής) και κυρίως δεν στηρίχθηκε σε ένα ιδεολογικό εποικοδόμημα. Πνευματικά κενός και συνεχώς μεταβαλλόμενος, όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, ο φασισμός δεν στηρίχθηκε ποτέ στη λογική, αλλά στο συναίσθημα για να συνεγείρει φανατικούς. Επειδή ακριβώς δεν γίνεται να διακρίνει κανείς μια συνεκτική ιδεολογία στον φασισμό, για να γίνουν διακριτά τα χαρακτηριστικά του πρέπει να εξεταστούν οι πράξεις των καθεστώτων που στηρίχθηκαν πάνω του. Το βιβλίο αναφέρεται εκτενώς σε δύο μορφές φασισμού που προκάλεσαν τη δίνη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Μουσολίνι και Χίτλερ
Η πρώτη εκδοχή είναι του Μουσολίνι και η δεύτερη (σαφώς πιο αδυσώπητη) του Χίτλερ. Μπορεί στο συλλογικό φαντασιακό αυτοί οι δύο να ταυτίζονται ως προς το μέγεθος της καταστροφής που προκάλεσαν στην παγκόσμια κοινότητα, εντούτοις υπάρχουν ευδιάκριτες διαφορές στο πώς ανέγνωσαν το εγκόλπιο του φασισμού. Εμπνευσμένος από τον Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούτσιο, ο Μουσολίνι, που σε νεαρή ηλικία είχε ταχθεί στην πλευρά του σοσιαλισμού, αμέσως μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου εμπότισε τη σκέψη του με το νεοπαγές κίνημα του εθνικισμού, το οποίο μαθηματικά τον οδήγησε στον φασισμό. Η ειδοποιός διαφορά ήταν η ολοένα αυξανόμενη χρήση της βίας έναντι των πολιτικών επιχειρημάτων.
Η επιτυχία των μελανοχιτώνων του το 1922 είναι αυτή που θα γίνει πηγή έμπνευσης για τον Χίτλερ. Εκμεταλλευόμενος την οικονομική ανέχεια, την πολιτική αναταραχή, αλλά και το αίσθημα αδικίας που έτρεφε στα φυλλοκάρδια της η γερμανική κοινωνία μετά την ήττα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θεμελίωσε το ναζιστικό κόμμα, που πολύ σύντομα από περιφερειακή δύναμη, έγινε η βασική -και μόνη- δομή εξουσίας. Οι συγγραφείς μάς υπενθυμίζουν πως ο Μουσολίνι ποτέ δεν αποδέχθηκε τους μαζικούς θανάτους που προκάλεσαν οι ναζί, απέρριπτε την ευγονική, ενώ θεωρούσε τον Χίτλερ έναν μανιακό τύπο. Ακόμη και στην οικονομική πολιτική τους διέφεραν, καθώς ο Ιταλός φασίστας δεν δίστασε να ακολουθήσει ακόμη και κεϊνσιανές πολιτικές, σε αντίθεση με τον Χίτλερ που ήταν υπέρμετρα συγκεντρωτικός ακόμη και στα ταμεία της χώρας.
Στις άλλες χώρες
Ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο του βιβλίου έχει να κάνει με την επέκταση του φασισμού εκτός της Ιταλίας και της Γερμανίας. Στην πραγματικότητα, ελάχιστες είναι οι χώρες στις οποίες εισχώρησε βαθιά αυτή η μάστιγα. Η Γαλλία ενέδωσε μέσω της κυβέρνησης του Βισύ, ενώ η Αγγλία, μέσω του Όσβαλντ Μόσλεϊ, απέκτησε μια μικρή φασιστική ορμή που γρήγορα αναχαιτίσθηκε. Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, δεν γίνεται να μην αναφερθεί η γνωστή Κου Κλουξ Κλαν, η οποία έφτασε στην κορύφωσή της στις αρχές της δεκαετίας του ’20 και, όντως, εξέχουσες φυσιογνωμίες της αμερικανικής κοινωνίας αποδέχθηκαν τη ρητορική μίσους που εξέπεμπε.
Το σύστημα απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής προέκυψε από φασιστικές ιδέες.
Το πρόβλημα με πολλά από αυτά τα κινήματα ήταν ότι προσπάθησαν να εξάγουν τον φασισμό αντί να καλλιεργήσουν τη δική τους εκδοχή, τη στιγμή που ο φασισμός ήταν εγγενώς εθνικιστικός, επομένως έπρεπε να καλλιεργηθεί οργανικά. Φασιστικά καθεστώτα είμαστε σε θέση να διακρίνουμε σε διάφορα σημεία του χάρτη: από τη Βραζιλία έως το Ιράν κι από την Κίνα έως τη Βολιβία. Το σύστημα απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής προέκυψε από φασιστικές ιδέες. Ο Φράνκο στη Ισπανία συχνά αποκαλείται φασίστας, αλλά οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι δεν ταιριάζει απόλυτα στον ορισμό: ενώ ο Φράνκο δανείστηκε φασιστικές μεθόδους και ήταν βάναυσα καταπιεστικός απέναντι στον λαό του, λαχταρούσε τη σταθερότητα και την τάξη. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας σταθερά καθολικός μοναρχικός που πραγματοποίησε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο ήταν σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτο.
Φαινόμενο του Μεσοπολέμου
Ο φασισμός ήταν σε μεγάλο βαθμό ένα φαινόμενο της μεσοπολεμικής εποχής. Έκτοτε, λίγα αυταρχικά καθεστώτα πλησιάζουν τον ορισμό του φασισμού. Συμπεριλαμβανομένης της Αργεντινής του Περόν, της Λιβύης υπό τον Καντάφι, της Χιλής του Πινοσέτ και του Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν. Παρεμπιπτόντως, το καθεστώς του Σαντάμ είναι ό,τι το πιο κοντινό σε αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει κλασικό φασισμό.
Η Σερβία υπό τον Μιλόσεβιτς πλησιάζει επίσης τις αρχές του ναζισμού, με τη γενοκτονία που προκάλεσε την περίοδο του πολέμου με την Κροατία. Στη σύγχρονη εποχή, μια λαϊκιστική δεξιά αναβίωση έχει κάνει τον φασισμό ξανά επίκαιρο, αλλά η οριοθέτηση μεταξύ των δύο είναι σημαντική. Τα περισσότερα από αυτά τα κινήματα καθοδηγούνται από συνωμοσιολογικές θεωρίες και εθνικιστικό ζήλο, αλλά τείνουν να μην έχουν τις εξαιρετικά αυταρχικές τάσεις. Αντιθέτως αγωνίζονται στις κάλπες, όπως κάνει το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία για πάνω από δύο δεκαετίες (ανεπιτυχώς μέχρι στιγμής).
Ο Πούτιν και ο Τραμπ
Σύμφωνα με τους αναλυτές, η Ρωσία του Πούτιν πλησιάζει ολοένα και περισσότερο στο φαινόμενο του φασισμού, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται στη χώρα αρκετοί θιασώτες του Χίτλερ. Μονοκράτορας, με κρυφές πρακτικές που πολλές φορές δεν έχουν καμία σχέση με δημοκρατικές πρακτικές, με εκκαθαρίσεις αντιφρονούντων και με πολεμική ρητορική, ο Πούτιν θα μπορούσε (αν οι συγκυρίες τον ευνοούσαν) να απαιτήσει και να πραγματώσει τον ζωτικό χώρο που επαγγελλόταν ο Χίτλερ, για λογαριασμό της Μεγάλης Ρωσίας που έχει στο μυαλό του.
Παρά την ασαφή γλώσσα του, δεν έχει ποτέ αποδεχτεί τη δημοκρατική νομιμότητα των εκλογών του 2020. Η δεύτερη θητεία του στο Οβάλ γραφείο είναι ένα παράδειγμα του τι ζημιά μπορεί να προκαλέσει στη δημοκρατία ένας φαύλος πολιτικός.
Εν τω μεταξύ, ο αγαπημένος του συνομιλητής, Ντόναλντ Τραμπ, φέρει κι αυτός πολλά από τα χαρακτηριστικά του φασισμού: βίαιη ρητορική, επίκληση μιας πολιτικής συνωμοσίας που μόνο αυτός ως ισχυρός άνδρας μπορεί να διαλύσει, συγκεντρώσεις βασισμένες σε σύμβολα και συνθήματα. Εντούτοις, υπολείπεται του φασιστικού ορισμού από άλλες απόψεις. Η οπτική του είναι συγκεκριμένα απομονωτική, μια παράδοση του «Πρώτα η Αμερική», που υπάρχει εδώ και έναν αιώνα και περισσότερο. Παρ' όλα αυτά, οι φασιστικές του τάσεις επιβεβαιώθηκαν μετά την προσπάθειά του να υπονομεύσει τη δημοκρατία στο αποτυχημένο πραξικόπημα της 6ης Ιανουαρίου. Παρά την ασαφή γλώσσα του, δεν έχει ποτέ αποδεχτεί τη δημοκρατική νομιμότητα των εκλογών του 2020. Η δεύτερη θητεία του στο Οβάλ γραφείο είναι ένα παράδειγμα του τι ζημιά μπορεί να προκαλέσει στη δημοκρατία ένας φαύλος πολιτικός.
Νεφελώδης φύση
Η νεφελώδης φύση του φασισμού πηγάζει από την απουσία πνευματικής παράδοσης. Είναι πολύ περισσότερο ριζωμένος στο συναίσθημα και την παρόρμηση, είναι μια διάθεση που μπορεί να μεταδοθεί στον πληθυσμό μαζικά εάν το πολιτικό έδαφος είναι το κατάλληλο. Ως αποτέλεσμα, κάθε εκδοχή του έχει τις δικές της ιδιορρυθμίες και μπορεί να διαφωνούμε για το αν ένα καθεστώς είναι εντελώς φασιστικό, αλλά μπορούμε να μιλήσουμε για τις φασιστικές τάσεις μέσα σε ένα δεδομένο κίνημα ή άτομο.
Ως επιθετικός προσδιορισμός ο φασισμός ίσως έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά στον δημόσιο λόγο, καθώς εκτοξεύεται άκριτα σε όσους δεν είναι αρεστοί κι όχι σε εκείνους που είναι πραγματικά επικίνδυνοι για τη δημοκρατία. Αυτό το βιβλίο, σε μετάφραση του Κωστή Πανσέληνου, ξεδιαλύνει αρκετές από τις λανθασμένες απόψεις που συχνά έχουμε, διαλύοντας μύθους και ενισχύοντας την ευαισθησία μας απέναντι σε αληθινά φασιστικές πρακτικές που σε βάθος χρόνου (και πάντα υπό συνθήκες) ενδέχεται να αποτελέσουν σοβαρό τροχοπέδη στη δημοκρατική ενδυνάμωση, στην οποία ομνύει η πλειοψηφία των πολιτών στη Δύση.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τους συγγραφείς
Ο Ian Dunt (Ίαν Νταντ) εργάστηκε για πολλά χρόνια στην καρδιά του Γουέστμινστερ ως συντάκτης του politics.co.uk.

Σήμερα αρθρογραφεί στην εφημερίδα i, είναι ο συγγραφέας του μπεστ σέλερ How Westminster works… and why it doesn’t, συμπαρουσιάζει το podcast Origin Story και συμμετέχει σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές πολιτικές εκπομπές.
Ο Dorian Lynskey (Ντόριαν Λίνσκι) γράφει για τη μουσική, τον κινηματογράφο, την πολιτική και τα βιβλία σε πολλά μέσα ενημέρωσης.

Έχει γράψει τα βιβλία 33 revolutions per minute, Everything must go, και το The ministry of truth, το οποίο ήταν στη λίστα για τα βραβεία Baillie Gifford και Orwell. Συμπαρουσιάζει το podcast Origin Story.
























