
Για το δοκίμιο του Δημήτρη Καράμπελα «Το πνεύμα και το τέρας» (εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από το «Στάλκερ» του Αντρέι Ταρκόφσκι.
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Υπήρξε μια εποχή που οι Θεοί παρατηρούσαν τα γήινα δημιουργήματά τους κι εκείνα αντιζύγιζαν το βλέμμα, χωρίς όμως να παραμελούν τις γήινες προσδοκίες τους, τα ανδραγαθήματα και τις ματαιωμένες τους ελπίδες. Οι Θεοί σταδιακά έδωσαν τη θέση τους σε άλλες πίστεις, όπως η τεχνολογία ή η εξέλιξη, αλλά η ανάγκη του ανθρώπου για τις βεβαιότητες παρέμενε αμετάβλητη. Το ίδιο όμως συνέβαινε και με τη ζωή και τις χθόνιες απαιτήσεις της. Κι όμως, ο άνθρωπος δεν κλήθηκε ποτέ, αν και πολλοί το προσπάθησαν, να επιλέξει μεταξύ των δύο. Το συναμφότερον πάντοτε επικρατούσε, καθότι μεταξύ της αρχέγονης θάλασσας και του κάστρου μεσολαβούσε ένα φράγμα, το οποίο ήταν ταυτόχρονα διαπερατό και στεγανό: η πνευματικότητα, ένας «δίαυλος επικοινωνίας». Κι όμως, έφτασε μια αποφράδα εποχή όπου το διφυές δείχνει να συντρίβεται υπό το βάρος μιας νέας αντίληψης.
Στο δοκιμιακό κείμενό του Το πνεύμα και το τέρας ο Δημήτρης Καράμπελας διαπιστώνει και διατυπώνει φιλοσοφικά την άρση και την ενδεχόμενη κατάργηση του δυισμού που διέκρινε τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, τουλάχιστον έως την έλευση του μεταμοντερνισμού (επιφαινόμενου του ύστερου καπιταλισμού στο διανοητικό επίπεδο) σε αδρές γραμμές. Μέχρι πρόσφατα, οι ανθρώπινες κοινωνίες για πολλούς αιώνες στηρίζονταν, κατά τον συγγραφέα, σε δύο μη αντιθετικούς αλλά αλληλοϋποστηριζόμενους πόλους: το υπερβατικό (η αιωνιότητα, η αλήθεια με τη μορφή της θρησκείας, φυσικών νόμων, βιολογίας) και την πραγματικότητα (το εφήμερο, το τυχαίο, η ζωή).
Εν τω μέσω, γεφυροποιός και συνδετικός κρίκος, αυτό που ο συγγραφέας αποκαλεί πνευματικότητα του ανθρώπου, η οποία διεμβόλιζε τα δύο αντιθετικά στοιχεία, συναρμόζοντάς τα αρμονικά, πότε πατώντας στο ένα και πότε στο άλλο, δίχως όμως να εγκαταλείπει κανένα από το δύο. Η άμεση συνέπεια ήταν πως το υπερβατικό δεν υπερκάλυπτε με την αλαζονεία του αλάθητού του την καθημερινότητα και τις ανάγκες, ενώ αντίστοιχα η πραγματικότητα δεν βάλτωνε στο πεπερασμένο, στο ρητό και πρακτικό, το μη επιδεχόμενο πνευματικής έγερσης. Η αδιατάρακτη αυτή σχέση συνεχιζόταν για αιώνες, αμφοτεροβαρής και ουδέποτε αποκλειστική, μέχρι τη στιγμή που προκλήθηκε ένας διχασμός, μια σχάση, με συνέπεια τον ανεπούλωτο, κατά τον συγγραφέα, διαχωρισμό των σφαιρών των οποίων συγκολλητική ουσία υπήρξε η πνευματικότητα.
Το αποτέλεσμα είναι να αυτονομηθεί ο καθένας πόλος ανακηρύσσοντας τον εαυτό του μοναδικό κάτοχο της αλήθειας, ώστε να διαρραγεί η εύθραυστη ισορροπία – ο συνδετικός κρίκος της πνευματικότητας δέχτηκε ισχυρό πλήγμα, καθώς ο συμβιβασμός μετατράπηκε σε μάχη για την οριστική επικράτηση του υπερβατικού ή της πραγματικότητας. Το συνδετικό μετατράπηκε σε διαζευκτικό και η ρήξη γκρέμισε όλα όσα είχαν με μακραίωνη προσπάθεια κατακτηθεί.
Ο συγγραφέας επιχειρεί να καταδείξει πώς προήλθε το σχίσμα αυτό μέσω παραδειγμάτων από τον χώρο της φιλοσοφίας, της ποίησης, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου (Πασκάλ, Άρεντ, Ντεριντά, Μέλβιλ, Μποντλέρ, Κάφκα, Πίντσον, Ουελμπέκ, Μπέργκμαν, Ταρκόφσκι, Τζάρμους, Λιντς, Τρίερ και Χάνεκε). Τα παραδείγματα χωρίζονται σε δύο μέρη. Στο πρώτο είναι εκείνοι οι δημιουργοί που συνέβαλαν με το έργο τους στην ενίσχυση της πνευματικότητας, επωμιζόμενοι το βάρος να αναδείξουν το συναμφότερον, την άρρηκτη σχέση μεταξύ αλήθειας και ζωής. Την ίδια στιγμή, χάρη στην καλλιτεχνική τους διορατικότητα διαπέρασαν τα στεγανά, αποκαλύπτοντας στο κοινό το επερχόμενο, υποχρεώνοντας τους ερευνητές να αναζητήσουν εκ των υστέρων τα στοιχεία εκείνα που έστρωσαν τον δρόμο για τη νέα εποχή. Ευρισκόμενοι στο μεταίχμιο διείδαν, έστω κι εκούσια, το σχίσμα που θα ακολουθούσε.
Εδώ ξεκινάει το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Ως απόδειξη του πώς οδηγηθήκαμε στην εποχή της διάσπασης, ο Καράμπελας φέρνει ως παράδειγμα έναν συγγραφέα (τον Ουελμπέκ) και δύο σκηνοθέτες (τους Τρίερ και Χάνεκε) «που επιτέθηκαν στους πνευματικούς δεσμούς με πρόθεση να τους αφανίσουν». Χάρη στον «αδίστακτο και πρωτάκουστο κυνισμό» τους, ιδίως στην περίπτωση του Χάνεκε, που με τα «Παράξενα παιχνίδια» κατέστρεψε την παρηγορητική δύναμη της τέχνης, δυναμίτισαν τον ενδιάμεσο χώρο, διακόπτοντας λυσιτελώς τη συνέχεια που για αιώνες συγκρατούσε το δίχτυ ασφαλείας κάτω από την ανθρωπότητα, η οποία προσέβλεπε σ’ αυτήν προκειμένου να κλείσει την ψαλίδα μεταξύ των απολυτοτήτων και της μονομέρειας.
Το βιβλίο κλείνει με την αίσθηση της απώλειας και της ματαιότητας, σαν να παρήλθε πλέον οριστικά η εποχή της συμφιλίωσης
Πλέον, κι αυτή είναι η επωδός, ο συγγραφέας θρηνεί την απουσία της σύγκλισης και της ιαματικής αλληλοπεριχώρησης των δύο συνιστωσών, οι οποίες απαίτησαν τα πρωτεία η μία εις βάρος της άλλης. Η τέχνη προφανώς αφουγκράστηκε το κενό που προέκυψε, εάν μάλιστα δεν το αναπαρήγε εκούσια η ίδια, πάντα κατά τον συγγραφέα. Το βιβλίο κλείνει με την αίσθηση της απώλειας και της ματαιότητας, σαν να παρήλθε πλέον οριστικά η εποχή της συμφιλίωσης – το διαζύγιο είναι τελεσίδικο και η ανθρωπότητα προχωρά διχασμένη και ανάπηρη προς ένα αβέβαιο μέλλον. Η «αμφίβια φύση» του ανθρώπου έχει δεχτεί τη χαριστική βολή και η επιστροφή σε ένα τόπο ρημαγμένο, εάν υποθέσουμε ότι κάποιος επιζητά τον νόστο, είναι αμφίβολη, αφού πλέον η Ιθάκη έχει χαθεί κάτω από τα κύματα και ο Οδυσσέας έχει απομείνει να περιπλανιέται στο άγνωστο.
Η κριτική
Οφείλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Δεν διαθέτω τη φιλοσοφική σκευή προκειμένου να υπεισέλθω κριτικά στον πυρήνα της συλλογιστικής του συγγραφέα. Μπορώ όμως να εκφράσω κάποιες λίγες σκέψεις. Καταρχάς, ο Καράμπελας παίρνει ως δεδομένο την αντίθεση των δύο πόλων, οι οποίοι συνδέονται με εκείνο που ονομάζει πνευματικότητα. Δεν γνωρίζω κατά πόσο στέκει ή πού στηρίζεται το κατά βάση ιδεαλιστικό επιχείρημά του, μολονότι μου ταιριάζει ως οπτική, καίτοι υποψιάζομαι ότι υπεισέρχονται κι άλλοι παράγοντες που πλαισιώνουν το τρίγωνο αυτό, πιθανώς πιο καθοριστικοί.
Βεβαίως, Το πνεύμα και το τέρας είναι ένα βιβλίο που, κατά ομολογία του ίδιου, δεν προτίθεται να προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο σκέψης και κριτικής, πλήρως στεγανοποιημένο και κλειδωμένο
Κατά δεύτερον, κατανοώ την επιφυλακτικότητα του συγγραφέα και την επακόλουθη πεσιμιστική του θέση, αν και θα μου επιτραπεί να θεωρήσω μάλλον αυθαίρετο το όριο εκείνο (δεν κατατίθεται βεβαίως ακριβής χρόνος – πώς θα μπορούσε) κατά το οποίο η τριγωνική σχέση διαρρηγνύεται και ξεκινάει να ξηλώνεται το πλεκτό. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί παραδείγματα καλλιτεχνών που προηγήθηκαν του σχίσματος και κατά κάποιον τρόπο πρόβλεψαν το επώδυνο γεγονός, κυοφορώντας προφητικά στο έργο τους τα μελλούμενα, πριν φτάσει σε εκείνους που υπήρξαν οι καθ’ εαυτούς φορείς της διάλυσης. Και πάλι, όμως, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι επιλέγει εκείνα τα πρόσωπα που θα τεκμηριώσουν τη θέση του, απομονώνοντας επιπλέον στοιχεία από το έργο τους που συγκλίνουν ως προς αυτό. Θεωρώ ότι κι αυτό είναι αναπόφευκτο σε κάθε έργο που αναζητά τομές και οφείλει να τις υποστηρίξει βάσει παραδειγμάτων.
Βεβαίως, Το πνεύμα και το τέρας είναι ένα βιβλίο που, κατά ομολογία του ίδιου, δεν προτίθεται να προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο σκέψης και κριτικής, πλήρως στεγανοποιημένο και κλειδωμένο («Δεν αναζητώ εδώ ένα χαμένο αντικείμενο ούτε γράφω μια ιστορία με μεθοδολογικές αρχές») – περισσότερο πρόκειται για μια καταγραφή σκέψεων για όσους ενδιαφερόμενους, κάτι που είναι και ορθό και ειλικρινές. Στη λογική αυτή, δύο ακόμα σκέψεις: μία αρνητική και μία θετική.
Η αρνητική δεν εντοπίζεται σ’ αυτό που προείπα ως αυθαίρετη αφετηρία, που αναπόφευκτα οδηγεί σε αυθαίρετο συμπέρασμα (κάποιοι, φερ’ ειπείν, θα ισχυριστούν ότι όποτε μετατοπίζεται το κέντρο βάρους, οι διανοούμενοι μιας εποχής ελεεινολογούν όλα εκείνα που τους φαίνονται ανοίκεια, μη δυνάμενοι να αποδεχτούν ότι η μετάβαση αποτελεί μια συνολικά διαφορετική ποιότητα). Ομολογώ ότι μου ταιριάζει η σκέψη του και επομένως αδιαφορώ για την επιστημονικότητά της, ενώ ταυτόχρονα με παραπέμπει στο βιβλίο του Γκάντις (Αγάπη χαίνουσα), όπου ο αφηγητής οικτίρει το χάσμα που επέφερε η «πρόοδος», αναφέροντας μάλιστα κι εκείνος τον Βάλτερ Μπένγιαμιν και την κριτική του (η καταστροφή αυτού που αποκαλούσε «αύρα», δηλαδή του πνευματικού, αλλά και της «μαγείας» με την οποία συνομιλεί διαλεκτικά η τέχνη).
Ενδεικτικά, ξεχώρισα τα εξαιρετικής εμβρίθειας κείμενα για το Μόμπι Ντικ, τη συνολική αποτίμηση των έργων του Κάφκα
Εκείνο που θα προτιμούσα ως αναγνώστης, από πλευράς ύφους, θα ήταν το κείμενο να μην παρασύρεται αχρείαστα σε επιτηδευμένη περιπλοκότητα για να πει συγκεκριμένα πράγματα χάριν εντυπωσιασμού ή γιατί ο αξιόλογος συγγραφέας ευφραίνεται ακούγοντας τον εαυτό του να διηγείται και να καταθέτει τη σύνθετη σκέψη του στο χαρτί. Εντούτοις, το αμάρτημα αυτό είναι σύνηθες στα βιβλία του είδους, τα οποία συχνά συγκαλύπτουν με τη ρητορική τους κάποιες επαναλήψεις ή συμπεράσματα τα οποία πιθανώς να έχρηζαν περαιτέρω ανάλυσης. Αυτό είναι όμως η προσωπική μου, τρόπον τινά, υποκειμενική κριτική.
Η θετική πλευρά -η οποία τελικά υπερισχύει στη συνολική αποτίμηση- σχετίζεται άμεσα με το ότι προσέγγισα το βιβλίο αυτό όχι ως ρέκτης της φιλοσοφίας ή της κοινωνιολογίας, αλλά ως λογοτεχνικός βιβλιοκριτικός και σινεφίλ. Ενδεικτικά, ξεχώρισα τα εξαιρετικής εμβρίθειας κείμενα για το Μόμπι Ντικ, τη συνολική αποτίμηση των έργων του Κάφκα, την ολοκληρωμένη κριτική για τη Συλλογή των 49 στο σφυρί του Πύντσον, καθώς και την εμπεριστατωμένη του προσέγγιση -μέσω του Ουελμπέκ στα Στοιχειώδη σωματίδια-, του σχίσματος που άνοιξε μεταξύ των δύο πόλων. Από κινηματογραφικής πλευράς συνιστώ την υπέροχη και εκτεταμένη ερμηνευτική του συγγραφέα στην «Περσόνα» του Μπέργκμαν, εν συνεχεία στο αριστουργηματικό «Στάλκερ» του Ταρκόφσκι και φυσικά την ενδελεχή ανάλυση των έργων του κορυφαίου σκηνοθέτη του αιώνα μας, Ντ. Λιντς, ως απευθείας απογόνου του Κάφκα.
Και μόνο γι’ αυτά τα κεφάλαια θεωρώ ότι αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο αυτό, ακόμη κι αν κάποιος δεν συμμερίζεται τη γενικότερη συλλογιστική του συγγραφέα, αφού θα απολαύσει την ευρυμάθεια και την επί της ουσίας ανάλυση, κάτι που στην εποχή της καθίζησης αποτελεί από μόνο του ευεργέτημα για τη νόηση.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Διηγήθηκα μια ιστορία στην οποία η αλήθεια και η ζωή έχουν σήμερα την ψευδαίσθηση ότι εφεξής θα τρέφονται η καθεμία από τους δικούς της πόρους. Η αλήθεια, στις διαφορετικές, ανταγωνιστικές εκδοχές της, ονειρεύεται ότι θα κυριαρχήσει παντού, εφαρμόζοντας κατά γράμμα τους μύθους της Βίβλου ή του Κορανίου, ή αποκωδικοποιώντας ολοένα και περισσότερες πληροφορίες του γονιδιώματος, ή υπακούοντας στις τεχνικές των γενετικών αλγόριθμων, συνεχίζοντας να απομυζά και να αναβαθμίζει επ' άπειρον τη ζωή, ως την τελική εξαΰλωσή της. Από την άλλη, η ζωή φαντασιώνεται πως θα μπορούσε να αποδίδει η ίδια νόημα στην ιστορία της, να διαπλάθει μόνη τον εαυτό της, παρόλο που η αυταπάτη αυτή την οδηγεί καθημερινά στην εξάντληση και την κατάθλιψη. Ακόμα κι αν υπήρχε μια αλήθεια πρόθυμη να της τείνει το χέρι, η ζωή δεν θα δεχόταν πια να το πιάσει.
Το Πνεύμα δεν θα επιστρέψει όσο ο άνθρωπος δεν αποδέχεται την αμφίβια, τερατώδη φύση του ·κι όσο δεν αρχίζει ξανά να σκέφτεται σε δυϊκό αριθμό και να ονειρεύεται μεθοριακούς χώρους, παράτολμες συμμείξεις, γαμήλιες ενώσεις. Αλλά και να βρούμε τα κλειδιά του Πνεύματος, θα υπάρχουν άραγε ακόμα η κλειδαριά και το σπίτι που θα το φιλοξενήσει;
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δημήτρης Καράμπελας (Αθήνα, 1972) είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, στην οποία διδάσκει αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό δίκαιο.

Έχει δημοσιεύσει δοκίμια για την ελληνική και ξένη λογοτεχνία και για το δοκίμιο ως είδος.
























