
Για το δοκίμιο των Νίκου Γιαννίκα και Νίκου Ν. Μάλλιαρη «Ο πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά – Η πολιτισμική διάσταση της εισβολής στην Ουκρανία» (εκδ. Μάγμα).
Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης
Μέχρι την έκδοση αυτού εδώ του βιβλίου, η ελληνική εκδοτική παραγωγή μάς είχε συνηθίσει σε έργα για το Ουκρανικό που μιλούσαν για πόλεμο του ΝΑΤΟ, δια αντιπροσώπου, με τη Ρωσία και στα οποία θαυμαζόταν η «πυγμή» του Πούτιν. Πολύ πρόσφατα ένα τέτοιο «πουτινικό» βιβλίο στην παρουσίασή του ενθουσίασε παράγοντες που έχουν ταλαιπωρήσει τη χώρα με τον εθνικισμό τους και απ’ ό,τι φαίνεται θα εξακολουθήσουν να τον ταλαιπωρούν. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι μόνο ο εθνικιστικός «πατριωτισμός» που στηρίζει τον Πούτιν στα εγκλήματα του στην Ουκρανία όσο και στη χώρα του, είναι και πολλά τμήματα της Αριστεράς που θέλγονται από τον αντιδυτικισμό του. Το παρουσιαζόμενο βιβλίο στέκεται κόντρα σ’ αυτό το ρεύμα. Σημασία έχει όμως το ότι στέκεται απέναντι από αριστερή «ανθρωπολογική σκοπιά». Και αυτό αυξάνει το ειδικό του βάρος.
Οι δυο συγγραφείς μοιράζονται τις ιδέες μιας αναρχικής Αριστεράς, θα μπορούσα να πω απλουστεύοντας, αρκετά, τον ιδεολογικά πλούσιο κόσμο τους. Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του Νίκου Γιαννίκα, ενώ στο λογαριασμό του Νίκου Ν. Μάλλιαρη, ο οποίος είναι και συνιδρυτής των εκδόσεων Μάγμα, έχουν καταγραφεί και άλλα βιβλία. Ο Νίκος Γιαννίκας και ο Νίκος Ν. Μάλλιαρης είναι μέλη της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Πρόταγμα». Οι δυο συγγραφείς υποστηρίζουν την άμεση δημοκρατία. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να θεωρούν πως αυτό που οι ίδιοι ονομάζουν «φιλελεύθερες ολιγαρχικές δημοκρατίες», τουλάχιστον μέχρι σήμερα, δεν είναι χούντες, όπως υποστηρίζουν πολλοί από πλευράς των πολλαπλών Αριστερών.
Οι συγγραφείς βλέπουν μια διφυία στις δυτικές κοινωνίες. «Πρόκειται για ένα αντιφατικό μείγμα δημοκρατικών στοιχείων από μια μεριά, τόσο σ’ επίπεδο κοσμοαντίληψης και κοινωνικών πρακτικών όσο και σ’ επίπεδο θεσμικών και πολιτειακών κατακτήσεων, και στοιχείων κυριαρχίας, από την άλλη» (σ.26). Και το προχωρούν αυτό ένα βήμα παρακάτω. Θεωρούν πως, όσον αφορά στις ελευθερίες έκφρασης και διαφωνίας, οι δυτικές χώρες είναι, ακόμα, «παράδεισοι ελευθερίας». Και καλούν για υπεράσπιση ως «κόρη οφθαλμών» αυτών των ελευθεριών. Αυτή τους η θέση τούς καθοδηγεί στο να τάσσονται «χωρίς μεν αλλά» στο πλευρό του Ζελένσκι και του ουκρανικού λαού, στον αγώνα που κάνουν για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας τους.
Σε πολλά σημεία του βιβλίου καταρρίπτεται το ψευδοεπιχείρημα του Πούτιν πως η Ρωσία «εισήλθε» στην Ουκρανία για να αποτρέψει την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ και για να ανατρέψει τους φιλοναζί που κυβερνούν τη χώρα.
Γράφουν όμως και κατά του κρυμμένου φιλοπουτινισμού του δήθεν «φιλειρηνικού» κινήματος, το οποίο βλέπει μόνο τον αμερικανικό και δυτικό ιμπεριαλισμό και όχι τον ρωσικό αυτοκρατορισμό και τον επεκτατικό αυταρχισμό πολλών μη δυτικών καθεστώτων. Απορρίπτουν, έτσι, κάθε απολιτική αντίθεση σε κάθε πόλεμο. Κατά τους συγγραφείς, το Ουκρανικό είναι έκφραση της προσπάθειας του ρωσικού πουτινικού επεκτατισμού σε μια χώρα και σ’ ένα λαό που δεν τους αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτόνομης ύπαρξης. Σε πολλά σημεία του βιβλίου καταρρίπτεται το ψευδοεπιχείρημα του Πούτιν πως η Ρωσία «εισήλθε» στην Ουκρανία για να αποτρέψει την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ και για να ανατρέψει τους φιλοναζί που κυβερνούν τη χώρα. «Επιχειρήματα» καραμέλες στο στόμα όλων όσοι ζητούν τον τερματισμό του πολέμου γενικά, και όχι την απελευθέρωση της Ουκρανίας από τη ρωσοπουτινική εισβολή. Πουτινικά γλειφιτζούρια που δυστυχώς γλύφουν όχι μόνο οι ακροδεξιοί αλλά και πολλοί αριστεροί.
Κατά της σχολής του ρεαλισμού και της θεωρίας του πολέμου
Οι δυο συγγραφείς στρέφουν τα πυρά τους και κατά της σχολής του ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις, της απολυτοποίησης της γεωπολιτικής και της θεωρίας του πολέμου (βλέπε Παναγιώτης Κονδύλης). Θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες οι διεθνείς και κρατικοί παράγοντες στις διεθνείς σχέσεις ποτέ δεν κατευθύνονται από τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, αλλά μόνο από τα συμφέροντα και κυρίως από τον ορθολογικό υπολογισμό της σχέσης κόστους-οφέλους. Κατά τους συγγραφείς, οι υποστηρικτές αυτών των ρευμάτων έλκονται από την ασυνείδητη γοητεία που ασκεί η κυριαρχία και η ωμή βία στις διεθνείς σχέσεις, καταστάσεις που γι’ αυτούς τους υποστηρικτές είναι απολύτως ορθολογικές και αναμενόμενες.
Η αποτυχία του Πούτιν στην Ουκρανία οφείλεται στην επικράτηση αυτών των ανορθολογισμών στην όλη επιχείρησή του.
Οι δυο συγγραφείς υποστηρίζουν πως «ο άνθρωπος δεν είναι ένας ορθολογικός homo economicus και η ιστορία, ειδικά μάλιστα η στρατιωτική ιστορία, κυριαρχείται από τον ανορθολογισμό, με τις συμπεριφορές των εκάστοτε δρώντων να καθορίζονται κυρίως από τους φόβους και τις εμμονές τους….» (σ. 150). Η αποτυχία του Πούτιν στην Ουκρανία οφείλεται στην επικράτηση αυτών των ανορθολογισμών στην όλη επιχείρησή του. Κι αν ξενίζει η λέξη «αποτυχία» αυτή συνίσταται στ’ ότι η επιδίωξη του Πούτιν δεν ήταν απλά να καταλάβει κάποια εδάφη με «φιλορωσικούς» πληθυσμούς ή να αποκλείσει την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ, αλλά η κατάλυση της Ουκρανίας ως κυρίαρχου και αυτόνομου έθνους. «Κατόρθωσε», γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, το εντελώς αντίθετο. Το ουκρανικό έθνος συσπειρώθηκε γύρω από τον Ζελένσκι, ακόμη και αυτοί που δεν τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα. Ενώ στο ΝΑΤΟ ανέλπιστα μπήκαν δυο χώρες, η Σουηδία και η Φιλανδία, που μέχρι τότε ούτε καν το σκέπτονταν. Οι δυο συγγραφείς δεν το κρύβουν, παρά τις μερικές αμφιβολίες και ενστάσεις τους για τον Ζελένσκι, τάσσονται στο πλευρό του, γιατί αν μη τι άλλο, αυτός σε αντίθεση με τις πουτινικές -και όχι μόνο- ανοησίες περί κυριαρχίας των ναζί στη χώρα, ποτέ δεν παραβίασε τις δημοκρατικές αρχές. «Η Ουκρανία πλέον συνιστά θεματοφύλακα των συγκεκριμένων δυτικών αξιών και, πιο συγκεκριμένα, της δυτικής χειραφετητικής κληρονομιάς που εμείς υπερασπιζόμαστε» (σ. 30).

Η ανθρωπολογική προσέγγιση
Μεγαλύτερη ακόμη σημασία έχει πως στην ανάλυσή τους, οι δυο συγγραφείς εκτός της κριτικής στη ρεαλιστική σχολή, που εντέλει δικαιολογεί την πουτινική εισβολή, σε πρώτο πλάνο θέτουν τη σημασία της ανθρωπολογικής προσέγγισης των διεθνών σχέσεων, της πολιτισμικής δηλαδή διάστασης των. Η έλλειψη ανθρωπολογικής ματιάς οδήγησε τους αναλυτές της ρωσικής κοινωνίας σε μεγάλα σφάλματα. «Στην πραγματικότητα η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία συνιστά έμμεσο σύμπτωμα ενός πολύ ευρύτερου προβλήματος της αργής ανθρωπολογικής αποσύνθεσης του δυτικού πολιτισμού, η οποία σταδιακά υπονομεύει την οικονομική, στρατιωτική και, συνεπώς, γεωπολιτική ισχύ των δυτικών κοινωνιών» (σ. 25). Αυτή η προσέγγιση τούς οδηγεί και στο να μην είναι αντίθετοι στον προετοιμαζόμενο εξοπλισμό της Δυτικής Ευρώπης. Με εφαλτήριο αυτή την ανθρωπολογική προσέγγιση οι δυο συγγραφείς αναλύουν και τον τραμπισμό. Σ’ αυτόν οι πολιτικές δεν στηρίζονται σε κάποιο δήθεν ορθολογικό σχέδιο, αλλά στις φιλίες, ορέξεις, διαθέσεις, κερδοσκοπικές προσδοκίες, εμμονές και αντιπάθειες του Ηγέτη. «Ο τραμπισμός δεν διαθέτει σχέδιο και συνεκτική ιδεολογία· συνιστά μονάχα μια κοντόθωρη επίθεση σε κάθε είδους κοινωνικό κεκτημένο και θεσμικό αντίβαρο» (σ. 34). Εξ ου και η συμπάθεια του Τραμπ για τους «ισχυρούς ηγέτες».
Η υπονόμευση της ανθρωπολογίας -και όχι η γεωγραφία, όπως διάφοροι ρηχοί αναλυτές όπως ο Τιμ Μάρσαλ ισχυρίζονται- απειλεί τις δυτικές ελευθερίες.
Είναι ακριβώς η ανθρωπολογική αποσύνθεση των δυτικών κοινωνιών, όπου ο πολιτισμός και οι ιδέες υποχωρούν για χάρη του τέχνο-καπιταλισμού, που σταδιακά υπονομεύει τις δυτικές δημοκρατίες και αυτή την υποχώρηση την εκμεταλλεύονται αναθεωρητικές δυνάμεις, όπως η Ρωσία. Η υπονόμευση της ανθρωπολογίας -και όχι η γεωγραφία, όπως διάφοροι ρηχοί αναλυτές όπως ο Τιμ Μάρσαλ ισχυρίζονται- απειλεί τις δυτικές ελευθερίες. Αλλά αν στις δυτικές κοινωνίες οι ανθρωπολογικές αξίες αποσυντίθενται, η ανθρωπολογική διαύγασή τους εξηγεί τους λόγους της καθυστέρησης της ρωσικής κοινωνίας. Το οργανωμένο έγκλημα, σε συνεργασία με το κράτος, η οικονομική υπανάπτυξη, η κρατική μαφιόζικη οικονομία, το σύμπλεγμα κατωτερότητας σε συνδυασμό με την αίσθηση ενός αυτοκρατορικού παρελθόντος και μεγαλείου, ο αντιδυτικισμός και ο ιστορικός αναθεωρητισμός, ο ευρασιανισμός και ο πανσλαβισμός, ο ιστορικός μικρομεγαλισμός έχουν ανθρωπολογικές ρίζες.
Όλες όμως οι κοινωνίες μπορούν να γίνουν δυτικές. Αλλά και όλες οι δυτικές κοινωνίες μπορούν να γίνουν μη δυτικές.
Ακόμη, η παθητικότητα του πληθυσμού, η παρακμή του εργατικού ήθους και της πολιτειακής αρετής, η απουσία δημιουργικής ενέργειας είναι στοιχεία της ανθρωπολογικής πραγματικότητας της ρωσικής κοινωνίας. Θα μου επιτρέψετε εδώ να έχω κάποιες ενστάσεις, αν όλα αυτά εξετάζονται α-ιστορικά. Οι δυο συγγραφείς όμως αποφεύγουν αυτό το λάθος και προστρέχουν στη ρωσική ιστορία για να βρουν τις ρίζες αυτών των συμπεριφορών και φαινομένων. Γενικώς, όμως, κατά τους συγγραφείς, τα ανθρωπολογικά όρια των μη δυτικών κοινωνιών δεν τούς επιτρέπουν να ξεπεράσουν τις δυτικές. Τα ανθρωπολογικά όρια «δεν τους επιτρέπουν να επιτελέσουν τους αναγκαίους κοινωνικούς, οικονομικούς και κοσμοθεωρητικούς μετασχηματισμούς για να μπορέσουν να καλύψουν την απόστασή τους από τη Δύση….» (σ. 80). Και αυτά τα όρια κατά τους ίδιους είναι «ο δυναμισμός, η εργατικότητα, η επινοητικότητα, η ικανότητα στοιχειώδους αυτόνομης δράσης, η εφευρετικότητα, η τεχνική κατάρτιση, η διαχειριστική μαεστρία» (σ. 81-82) που βρίσκει κανείς στις δυτικές κοινωνίες. Θεωρώ πως δεν είναι μόνο τα ανθρωπολογικά όρια, αλλά και η ιστορία που δεν επιτρέπει στις μη δυτικές κοινωνίες να γίνουν δυτικές. Όλες όμως οι κοινωνίες μπορούν να γίνουν δυτικές. Αλλά και όλες οι δυτικές κοινωνίες μπορούν να γίνουν μη δυτικές. Θα συμφωνήσω πάντως με τους συγγραφείς πως οι ρωσικές αποτυχίες, ακόμη και οι στρατιωτικές, έχουν τη βάση τους σ’ αυτά τα ρωσικά ανθρωπολογικά-πολιτισμικά όρια. Φυσικά και στις ιστορικές ορίζουσες.
Το παρόν και το μέλλον
Οι δυτικές κοινωνίες πλέον έχουν μεγάλα ανθρωπολογικά κενά. Ένα νέο οικονομικό ήθος εμφανίζεται, όπου από τη μια η κατανάλωση εξακολουθεί να είναι ο υπέρτατος στόχος, αλλά από την άλλη εκλείπουν οι προϋποθέσεις γι’ αυτήν την κατανάλωση, λόγω της υποχώρησης των αρχών της εργατικότητας και της καινοτομίας για χάρη του καθαρά αρπακτικού και πειρατικού καπιταλισμού, ο οποίος κατευθύνεται από την παρασιτική οικονομική λογική του εύκολου μεγάλου κέρδους. Η πτωτική τάση του ρυθμού παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία δεν ακολουθεί την ανάπτυξη της πληροφορικής και της αυτοματοποίησης, λόγω της απουσίας υλικής επαναστατικής τεχνολογικής καινοτομίας, η ανισομέρεια μεταξύ επενδύσεων και της απόδοσής τους, η μείωση των αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων και οι επιπτώσεις τους στο περιβάλλον, η δομική συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου οδηγούν τις δυτικές κοινωνίες σε αυταρχικά μονοπάτια. Το συμπέρασμά τους δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία. «Κατά τα φαινόμενα οι δημοκρατικές κοινωνίες -των οποίων η ισχύς θα βαίνει φθίνουσα- θα μοιραστούν τον κόσμο με παρακμάζοντα αυταρχικά καθεστώτα με αυτοκρατορική νοοτροπία και αναθεωρητικές βλέψεις που τρέφουν φαντασιώσεις μεγαλείου και αποδέχονται μόνο τα όρια που τους θέτει η ωμή δύναμη» (σ. 198). Όλα αυτά αντανακλώνται και στον κόσμο των ιδεών, όπου αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος κοσμοθεωρητικά και φιλοσοφικά ρεύματα όπως η αντί-woke ατζέντα, ο μεταμοντερνισμός, η ρητορεία της Άκρας Δεξιάς.
Εξ ου και αυτοί οι ολοκληρωτισμοί παρουσιάζουν τη Δύση ως παρακμιακή, επειδή υποστηρίζει τη θηλυπρέπεια των ΛΟΑΤΚΙ και τους «εισβολείς» μετανάστες.
Οι συγγραφείς αναζητούν τις αντίρροπες και εναλλακτικές δυνάμεις. Εδώ εντοπίζεται το πιο αδύναμο σημείο τους. Αλλά ποιος αλήθεια είναι «δυνατός» σ’ αυτό το σημείο μετά το 1989; Πάντως, όλες αυτές οι αδυναμίες που οι ίδιοι παρατηρούν στις δυτικές κοινωνίες θα επιταχυνθούν και θα ενταθούν, αν ο Πούτιν βγει νικητής στρατιωτικά ή διπλωματικά από το ουκρανικό μέτωπο. Όλοι οι ολοκληρωτισμοί, όπως αυτός του Πούτιν, θυσιάζουν κάθε ορθολογικότητα, ακόμη και αν αυτή είναι εργαλειακή, σε ανορθόλογους ιδεολογικούς σκοπούς. Εξ ου και αυτοί οι ολοκληρωτισμοί παρουσιάζουν τη Δύση ως παρακμιακή, επειδή υποστηρίζει τη θηλυπρέπεια των ΛΟΑΤΚΙ και τους «εισβολείς» μετανάστες.
Η προσέγγιση των δυο συγγραφέων είναι πολλαπλά ωφέλιμη, αν διαβαστεί προσεκτικά και σε βάθος από την ελληνική πληθυντική Αριστερά και τους αριστερούς, αλλά και από κάθε πολίτη που αγαπά τη δημοκρατία. Ο πλούτος των ιδεών τους αποτελεί σημαντική βοήθεια προς όλους αυτούς. Ομολογώ πως δεν γνώριζα το περιοδικό «Πρόταγμα» και εντυπωσιάστηκα απ’ όσα αποσπάσματα απ’ αυτό διάβασα στο βιβλίο. Ήξερα βεβαίως πως υπάρχουν και πολύ σοβαροί αναρχικοί στη χώρα μας, πέραν αυτών που σπάνε μάρμαρα στην Πλατεία Συντάγματος και είναι οι μόνοι τους οποίους παρουσιάζουν τα ΜΜΕ. Στο βιβλίο, η σκέψη αυτών των αναρχικών και αριστερών αναδεικνύεται σ’ όλο της το μέγεθος. Βεβαίως και αυτοί οι αναρχικοί και αριστεροί οφείλουν να ξέρουν πως στην ίδια γραμμή με αυτούς, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον όσον αφορά το Ουκρανικό, αλλά και το πρωτείο των ελευθεριών και της δημοκρατίας, κινούνται και πολλοί σοσιαλδημοκράτες. Πράγμα που δεν φαίνεται και πολύ στο εξαιρετικό αυτό βιβλίο.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το νέο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Με άλλα λόγια, όσο και αν στην Ευρώπη κυριαρχούν, πλέον, στην καλύτερη περίπτωση, νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, οι οποίες ευνοούν το οικονομικό σκέλος της διαδικασίας ολιγαρχικοποίησης, εμείς θα πρέπει να την υπερασπιζόμαστε ως τον τόπο που μας επιτρέπει ακόμα να αντιμαχόμαστε αυτές τις δυνάμεις, παλεύοντας για τον δημοκρατικό αυτομετασχηματισμό των κοινωνιών μας, δίχως να καταλήγουμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε ψυχιατρικά άσυλα ή δολοφονημένοι» (σ. 29).
Δυο λόγια για τους συγγραφείς
Ο Νίκος Γιαννίκας γεννήθηκε το 1982 στην Αρκαδία. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Πρόταγμα» από το 2015. Ο Πόλεμος από ανθρωπολογική σκοπιά είναι το πρώτο του βιβλίο.
Ο Νίκος Ν. Μάλλιαρης γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Πρόταγμα» και συνιδρυτής των εκδόσεων Μάγμα. Από τις τελευταίες κυκλοφορεί το βιβλίο του Ελευθερία, εθελοδουλία, ασημαντότητα. Με αφορμή δύο πολεμικές για τον Καστοριάδη (2022). Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Μάγμα και Πρόταγμα.
























