
Για τη νουβέλα του Νίκου Δαββέτα «Η δεσμοφύλακας» (εκδ. Πατάκης)
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Μετά τον πατέρα στο Άντρες χωρίς άντρες (2021), ο Νίκος Δαββέτας συνεχίζει να λύνει τους γόρδιους δεσμούς με την οικογένεια, όπως τώρα κάνει με τη μητέρα στη νουβέλα του Η δεσμοφύλακας. Πρόκειται για ένα είδος αυτομυθοπλασίας, όπως πολλά ανάλογα κείμενα της εποχής μας; Είτε είναι είτε όχι, δεν μας ενδιαφέρει απόλυτα πόσο αληθινά είναι όσα λέει ο συγγραφέας και μας αρκεί ότι η λογοτεχνία, ακόμα κι αν αφορμάται από βιωματικά στοιχεία, ακόμα κι αν ενσωματώνει μεγάλες δόσεις πραγματικότητας, καταξιώνεται από τη γλωσσική, την αφηγηματική και την επινοητική της δυναμική. Επομένως, ξεχνάμε τον συγγραφέα Νίκο Δαββέτα και εστιάζουμε στον αφηγητή Νίκο... που βρίσκεται στο πλάι της 89άχρονης μητέρας του.
Στην ουσία, ο γιος έχει να αντιπαλέψει με δύο αντιπάλους, καθένας από τους οποίους έχει τη δική του τραγική υπόσταση: αφενός τα γηρατειά της μητέρας κι αφετέρου την αλλοτινή επαγγελματική της ιδιότητα ως σωφρονιστικής υπαλλήλου.
Τα γηρατειά φλερτάρουν με τον κύριο Alzheimer, την άνοια, την πρόσκαιρη αμνησία, την απώλεια προσανατολισμού, τη μη αναγνώριση των οικείων, την απώλεια ελέγχου των ούρων κ.λπ., με λίγα λόγια τις ποικίλες μορφές εκφυλισμού που κάνουν αγνώριστο τον ηλικιωμένο και τον μετατρέπουν σε ένα ανυπεράσπιστο παιδί. Η γυναίκα δηλαδή που παλιότερα είχε σωματική και πνευματική δύναμη, που υψωνόταν προστάτρια και κηδεμόνας του γιου της, που μπορούσε να παίρνει αποφάσεις και να λειτουργεί αυτοκυρίαρχα, τώρα έχει περιπέσει σε μια αξιολύπητη ώρες ώρες αδυναμία, την αδυναμία του γήρατος και των συνοδών καβαλιέρων του. Για όλα αυτά, ο γιος, κηδεμόνας και προστάτης πλέον της μητέρας, νιώθει οίκτο αλλά και βαθιά υιική συγκίνηση, μια αγάπη που ίσως δεν είχε εκδηλώσει παλιότερα. Αυτό τον παρακινεί να δείξει τη διαρκή μέριμνά του προς την ανήμπορη κηδεμονευόμενή του.
Από την άλλη, υπεισέρχονται στην ψυχή του και στην αφήγηση οι τύψεις για το επάγγελμά της, ως δεσμοφύλακα δηλαδή στις φυλακές Κορυδαλλού. Αυτό στην αριστερή συνείδησή του ήταν όνειδος, μια ντροπή που δεν τον άφηνε να συμφιλιωθεί με τη μητέρα του και να την εντάξει στα περήφανα συστατικά της ζωής του. Κι όμως, αυτό το επάγγελμα ήταν που έθρεψε την οικογένεια ελλείψει πατέρα κι αυτό είναι που δεν στιγμάτισε τη μάνα με κανένα αρνητικό παράσημο, όπως αυτά που, με πλέρια προκατάληψη, νομίζουμε όλοι ότι συνοδεύουν τον φύλακα φυλακών. Εφαπτόμενες σ’ αυτήν την ιδιότητα, βιογραφούνται περιστασιακά κρατούμενες, με τις οποίες η μητέρα είχε συναντηθεί, και βασανισμένες ως επί το πλείστον ψυχές, ώστε να φανεί η δική της στάση, ανθρώπινη και ενίοτε υπονομευτική των εξουσιαστικών μηχανισμών της φυλακής, ειδικά την περίοδο της Χούντας.
Έτσι, αυτό που καταφέρνει απλά και μεστά ο Ν. Δαββέτας είναι να αντιστρέψει τις στερεοτυπικές αντιλήψεις με τις οποίες η κοινωνία, αλλά και ο ίδιος ο αφηγητής, όπως και ο αναγνώστης, έχουν γεμίσει το αρτηριοσκληρωτικό τους μυαλό. Το «σωφρονιστική υπάλληλος» μοιάζει πιο επίσημο και δη πιο ουδέτερο, ενώ το «δεσμοφύλακας» πιο αυστηρό και απωθητικό: ωστόσο, ο τίτλος της νουβέλας δεν διστάζει να διακηρύξει το δεύτερο και να το ντύσει με όλες τις ανθρώπινες αξίες μιας αρχιφύλακα που νοιάζεται για τις κρατούμενές της. Αντίστοιχα, η κομμουνίστρια έγκλειστη θα έπρεπε να δείχνει αλληλεγγύη και ιδεολογική αλληλοβοήθεια στις συγκρατούμενές της, αλλά αυτή αποδεικνύεται εγωιστική εκδικήτρια, ενώ αντίθετα η εξουσία, η «κακή» δηλαδή δεσμοφύλαξ, είναι πιο ανθρώπινη και αλτρουίστρια από τις «αγνές ιδεολόγους».
Η μητέρα ήταν δεσμόφυλακας, αλλά στα γηρατειά της είναι δέσμια της αρρώστιας της, κι ο γιος είναι φρουρός της μάνας και προστάτης της απέναντι στην άνοια, αλλά συνάμα φυλακισμένος, καθώς δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από τη φροντίδα της.
Η αποσπασματικότητα του κειμένου, η αυτοτέλεια των σκηνών, η εναλλαγή ανάμεσα στο παρόν του γήρατος και στο παρελθόν της εργασίας της μητέρας ως σωφρονιστικού υπαλλήλου, το δέσιμο του βιώματος με τη μνήμη, η ενσφήνωση σχολίων και προσωπικών σκέψεων από τον γιο, η λειασμένη γλώσσα που δεν φιλοσοφεί με τον απόμακρο τρόπο του στοχαστή, αλλά ξεδιπλώνει το γκελ των γεγονότων στην ψυχή του αφηγητή, όλα αυτά, αντί να απολογοτεχνίζουν τη νουβέλα, την κάνουν ακόμα πιο επιδραστική.
Θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει να αποκωδικοποιεί την ποιητική του βιβλίου, επιμένοντας λ.χ. στην εναλλαγή ρόλων, που διατρέχει όλο το αφήγημα. Η μητέρα ήταν δεσμόφυλακας, αλλά στα γηρατειά της είναι δέσμια της αρρώστιας της, κι ο γιος είναι φρουρός της μάνας και προστάτης της απέναντι στην άνοια, αλλά συνάμα φυλακισμένος, καθώς δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από τη φροντίδα της. Θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει με άλλους κώδικες και δομές, αλλά η γοητεία του βιβλίου έγκειται σε άρρητα σχήματα, στη συγκίνηση και στην εκπομπή συναισθημάτων, στη σχέση γιου και μητέρας αλλά και στη γραφή που εκλύει ανείπωτα σήματα και υποσυνείδητες φωνές. Σίγουρα πρόκειται για ένα από τα καλύτερα βιβλία του 2025, ένα από τα πιο στοχευμένα στον νου και στην καρδιά του αναγνώστη, που καρφώνει στη συνείδησή μας όλες εκείνες τις ενοχές των παιδιών για όσα θεωρούν ότι δεν έκαναν στους γονείς, όσα δεν αναγνώρισαν σ’ αυτούς και εντέλει όσα δεν αποδέχτηκαν βαθιά μέσα τους.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο πρώτος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Από το τοπικό στο παγκόσμιο» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Άργησα να συνειδητοποιήσω ότι το σώμα της αργά μα σταθερά την εγκατέλειπε. Ό,τι κι αν έκανε παλιά σε λίγα λεπτά, τώρα για την ίδια δουλειά χρειαζόταν τον διπλάσιο ή ακόμα και τον τριπλάσιο χρόνο. Στην αρχή πάλευε μόνη της να βάλει μια τάξη στην εύθραυστη υγεία της, επιστρατεύοντας χάπια, αλοιφές, κολλύρια, παυσίπονα, ελπίζοντας πως τα ύποπτα συμπτώματα θα υποχωρούσαν, οι φλεγμονές θα επιβραδύνονταν, η θολή όραση θα μπορούσε να αποκατασταθεί, η έξαρση των δερματικών θα καταλάγιαζε. Για πόσο άραγε; Έκανα νοερούς υπολογισμούς».
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Νίκος Δαββέτας (Αθήνα 1960), συγγραφέας και κριτικός, εµφανίστηκε στα γράµµατα το 1981 από τις σελίδες του περιοδικού «Διαγώνιος» του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Έχει µέχρι σήµερα εκδώσει δεκατέσσερα βιβλία (επτά ποιητικά, επτά πεζογραφικά).

To μυθιστόρημά του Άντρες χωρίς άντρες (Εκδόσεις Πατάκη, 2020) τιµήθηκε το 2022 µε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήµατος και µε το Βραβείο Ελληνικού Μυθιστορήµατος Athens Prize for Literature. Τέσσερα µυθιστορήµατά του -Το θήραµα, Λευκή πετσέτα στο ρινγκ, Η Εβραία νύφη, Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη- συµπεριλήφθηκαν στις βραχείες λίστες των κρατικών βραβείων· η Εβραία νύφη (Εκδόσεις Πατάκη, νέα, αναθεωρημένη έκδοση, 2019) τιµήθηκε το 2010 µε το βραβείο µυθιστορήµατος της Ακαδηµίας Αθηνών.
Έργα του έχουν µεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Aπό το 2017 διδάσκει Δημιουργική Γραφή στα μεταπτυχιακά προγράμματα του ΕΑΠ.























