
Για το αφήγημα της Βάσιας Τζανακάρη «Γεννιέται ο κόσμος» (εκδ. Καστανιώτη). Κεντρική εικόνα: η Λόρα Ντερν και ο Νίκολας Κέιτζ στην «Ατίθαση καρδιά» του Ντέιβιντ Λιντς.
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Η ερωτική επιθυμία στο μεγαλύτερο μέρος της κλασικής λογοτεχνίας της Δύσης παρουσιάζεται σταθερά μέσα από την οπτική των ανδρών. Οι γυναίκες σε αυτά τα βιβλία είναι συνήθως οι εξυμνημένες μούσες, μπροστά στη θέα των οποίων ο νεαρός άνδρας, χτυπημένος από τα βέλη του έρωτα, γογγύζει γεμάτος πάθος τον ερωτικό του θαυμασμό. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί φυσικά ο Βέρθερος του Γκαίτε. Υπάρχουν βεβαίως και οι εξαιρέσεις. Ήδη ο Σαίξπηρ, η κορωνίδα της δυτικής λογοτεχνίας, είχε εξερευνήσει τη γυναικεία επιθυμία σε αρκετά έργα του, όπως ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, ο Τρωίλος και η Χρυσηίδα κ.ά.
Εκτός του σαιξπηρικού παραδείγματος υπάρχουν κι άλλα σπουδαία κλασικά έργα που αποτυπώνουν με ρηξικέλευθη ενάργεια τη γυναικεία επιθυμία. Εμβληματικότερο παράδειγμα αποτελεί η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, αλλά και η Άννα Καρένινα του Τολστόι. Φυσικά και στα δύο έργα αποτυπώνονται εξίσου και οι κοινωνικές αγκυλώσεις της εποχής, συχνά με αντιδραστικό τρόπο.
Όπως και να ‘χει, οι συγγραφείς που καταπιάνονται με τον έρωτα ως φαινόμενο υπαρξιακό, έρχονται πάντοτε αντιμέτωποι με αυτή τη μεγάλη παράδοση της ανδρικής ματιάς (the male gaze) που έχει κρυσταλλώσει την αντίστοιχη γλώσσα και τα αντίστοιχα σύμβολα.
Βεβαίως τα παραπάνω έργα είναι γραμμένα από άνδρες, συνεπώς η «ατόφια» αποτύπωση της γυναικείας επιθυμίας μπορεί να ξεδιπλωθεί στην ολότητά της κυρίως μέσα από τις γυναίκες συγγραφείς: οι αδερφές Μπροντέ και η Τζέιν Ώστεν είναι οι τρανταχτές εκπρόσωποι αυτή της οπτικής. Στην περίπτωση των γυναικών συγγραφέων υπήρξαν πάντως και ισχυρές επικρίσεις που προσπάθησαν να υποβαθμίσουν την αξία της λογοτεχνίας τους σε υποείδος. Όπως και να ‘χει, οι συγγραφείς που καταπιάνονται με τον έρωτα ως φαινόμενο υπαρξιακό, έρχονται πάντοτε αντιμέτωποι με αυτή τη μεγάλη παράδοση της ανδρικής ματιάς (the male gaze) που έχει κρυσταλλώσει την αντίστοιχη γλώσσα και τα αντίστοιχα σύμβολα.
Η Βάσια Τζανακάρη, στο βιβλίο της Γεννιέται ο κόσμος (εκδ. Καστανιώτη), επιλέγει να αποτυπώσει τη γυναικεία επιθυμία, σε πρώτο πρόσωπο, με ρυθμό που σε ορισμένα σημεία συντάσσεται σε μια χαριτωμένη μίξη πεζού και ποιητικού, ενώ σε άλλα φορτώνεται με έναν ίσως υπερβολικό συναισθηματισμό, που φαίνεται να αγκαλιάζει και όλα τα κλισέ που συνεπάγονται από την εκφορά του. Η ανδρική φιγούρα υπάρχει εδώ –σε αντίθεση με την παραδοσιακή θέση του άνδρα ως υποκείμενο– ως το αντικείμενο του πόθου, ενώ η γυναίκα λαμβάνει τον ρόλο του πλάσματος με συνείδηση, δεν αφήνεται πλήρως στην ενστικτώδη εμπειρία, αλλά μονολογεί και εντέλει αφηγείται. Δηλαδή, δεν εγκαταλείπει την εαυτή της πλήρως στο βίωμα, αλλά στέκεται παράμερα και το συνειδητοποιεί, διαβάζοντας τα προσφερόμενα σημαινόμενα μέσα από αυτό. Ούσα λοιπόν η αφηγήτρια, γίνεται αναπόφευκτα και ο αντικειμενικός παρατηρητής της σχέσης, τη μορφοποιεί, την πλάθει και την αναλύει, ενώ, συχνά, διαβλέπει/φοβάται και το τέλος της.
Ο σφοδρός πόθος των άλλων, άλλωστε, πάντα εμπεριέχει κάτι το κωμικό για το τρίτο υποκείμενο − στην προκειμένη περίπτωση τον αναγνώστη.
Η φορτωμένη συναισθήματος γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας καταλήγει σε σημεία σε κωμικά ολισθήματα μιας μάλλον συνειδητά κλισέ εικονοποιίας, όπως για παράδειγμα στη σελίδα πενήντα όπου μια φωτογραφία του εραστή κάνει την αφηγήτρια να τον παρομοιάσει με σημαία, απαθανατίζοντας τη «γαλανόλευκη έπαρσή του», έκφραση που μπορεί να παραπέμψει τόσο σε μια επαναπροσέγγιση της ανδρικής αρρενωπότητας όπως έχει εκφραστεί παραδοσιακά στην Ελλάδα, ως απότοκο της ενθικοπατριωτικής ταυτότητας, όσο και σε μια παθητική αποδοχή της φαλλικής αλαζονείας. Ο σφοδρός πόθος των άλλων, άλλωστε, πάντα εμπεριέχει κάτι το κωμικό για το τρίτο υποκείμενο − στην προκειμένη περίπτωση τον αναγνώστη.
Ωστόσο, τα ίδια ακριβώς γνωρίσματα αποτελούν παράλληλα και μια φεμινιστική πράξη καθώς αναβαθμίζουν αυτή τη βαθιά προσωπική σφαίρα, αυτόν τον συναισθηματισμό που έχει κάποιες φορές χαρακτηριστεί με μια τάση υποβάθμισης ως «γυναικείος», σε λογοτεχνία αξιώσεων.
Εδώ δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε αναπόφευκτα τον Ρολάν Μπαρτ. Στα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου, ο Μπαρτ αποδομεί τον έρωτα ως ένα θραυσματικό, σχαστικό και βαθιά υποκειμενικό γεγονός, μια εμπειρία άκρως μοναχική και εγκεφαλική που συχνά δεν κοινωνείται ποτέ στην ολότητά της προς το αγαπημένο πλάσμα. Απλά περιστατικά, όπως η εναρκτήρια σκηνή στο βιβλίο της Τζανακάρη, όπου ο εραστής της προσφέρει μια σακούλα με πορτοκάλια, καταλήγουν να εγγράφονται σε ένα ευρύτερο νόημα, που μεταφράζεται στο αφήγημα του ερωτικού φαινομένου.
Aυτό άλλωστε συμβαίνει και στα Πάθη του νεαρού Βέρθερου, το βασικό λογοτεχνικό έργο με το οποίο ο Μπαρτ αναλύει το ερωτικό βίωμα ως πολιτιστικό φαινόμενο: ο Βέρθερος, τη δεύτερη φορά που συναντά τη Λόττε, την βλέπει περιτριγυρισμένη από τα μικρά αδέρφια της στα οποία μοιράζει ψωμί. Αυτή η προσφορά, το δώρο (le cadeau), γίνεται και στις δύο περιπτώσεις αντιληπτό στον ερωτευμένο παρατηρητή (τον Βέρθερο και την ανώνυμη ηρωίδα της Τζανακάρη) ως μια ανιδιοτελής πράξη που φανερώνει την καλοσύνη και τις φροντιστικές ιδιότητες του αγαπημένου πλάσματος. Το «ερωτικό αντικείμενο του πόθου» αναγκαστικώς, για να επέλθει η επιτέλεση του αφηγηματικού έρωτα, εξιδανικεύεται και επενδύεται με θετικές ιδιότητες.
Αυτό το βλέπουμε και σε άλλο κεφάλαιο, όταν ο άνδρας περιγράφεται ως «καλός γιος», που βέβαια οι υποχρεώσεις του προς τους γονείς και τα αδέρφια του τον κάνουν να λείπει από την ερωτική εστία. Εδώ ξεδιπλώνεται σε όλο το εύρος της και η ερωτική φετιχοποίηση. Σε κάθε απουσία (absence) του άλλου, ο χρόνος επιμηκύνεται, το υποκείμενο περιέρχεται σε κατάσταση προσμονής (attente), η ηρωίδα καταφεύγει σε εύκαιρες λύσεις: μια ζακέτα που κουβαλάει το άρωμα του εραστή την ονομάζει «δέρμα» και αποφασίζει να τη φορά μέχρι εκείνος να επιστρέψει.
Οι δύο ήρωες του Φλωμπέρ στο τελευταίο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημά του είναι δύο παράφοροι σημειολόγοι, δύο εμμονικοί εγκυκλοπαιδιστές που αναλώνονται σε μια άσκοπη καταλογογράφηση των πάντων, του κόσμου ολόκληρου, όπως ακριβώς και το ερωτευμένο υποκείμενο...
Όπως αναφέρει και ο Μπαρτ «ο ερωτικός λόγος δεν είναι διαλεκτικός, κάνει κύκλους σαν ατελεύτητος ονειροδείκτης, σαν εγκυκλοπαίδεια του συναισθηματικού πολιτισμικού γίγνεσθαι», ενώ καταλήγει παρενθετικά σε μια σπουδαία παρατήρηση: «στον ερωτευμένο υπάρχει κάτι από τους Μπουβάρ και Πεκισσέ». Οι δύο ήρωες του Φλωμπέρ στο τελευταίο ανολοκλήρωτο μυθιστόρημά του είναι δύο παράφοροι σημειολόγοι, δύο εμμονικοί εγκυκλοπαιδιστές που αναλώνονται σε μια άσκοπη καταλογογράφηση των πάντων, του κόσμου ολόκληρου, όπως ακριβώς και το ερωτευμένο υποκείμενο που συγκεντρώνει όλον αυτόν τον πακτωλό των αδιάφορων λεπτομερειών γύρω από ένα πλάσμα που μόνο για κείνο σημαίνει τόσα όσα σημαίνει, και που καταλήγει να εξυψώνει σε λογοτεχνικό ήρωα.
Το βιβλίο της Τζανακάρη είναι ένα τρυφερό ερωτικό αφήγημα με έμφαση στον λόγο και την ποίηση, όπως αφήγημα είναι και το ίδιο το φαινόμενο του έρωτα.
*Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και κριτικός.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Βάσια Τζανακάρη γεννήθηκε στις Σέρρες το 1980. Σπούδασε αγγλική γλώσσα και φιλολογία στο ΑΠΘ και μετάφραση-μεταφρασεολογία στο ΕΚΠΑ. Έχει γράψει δύο μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων, ένα βιβλίο για παιδιά και έχει συμμετάσχει σε συλλογικά έργα. Με το πρώτο της βιβλίο, Έντεκα Μικροί Φόνοι: Ιστορίες εμπνευσμένες από τραγούδια του Nick Cave (2008), ήταν υποψήφια για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Το τελευταίο της βιβλίο, Αδελφικό, ήταν υποψήφιο για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού Ο Αναγνώστης, το Athens Prize of Literature του περιοδικού (δε)κατα και το βραβείο πεζογραφίας του περιοδικού Κλεψύδρα. Είναι βραβευμένη μεταφράστρια και έχει μεταφράσει έργα των Virginia Woolf, Margaret Atwood, Nick Cave, Ian Rankin κ.ά. Το Γεννιέται ο κόσμος είναι το έκτο της βιβλίο.
























