
Για το μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου «Vor - Πέρα από τον νόμο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Γράφει ο Γεώργιος Πελεκούδας
Τη Σοφία, ως αναγνώστης, τη γνώρισα πριν αρκετά χρόνια με τα μυθιστορήματα «Απόψε δεν έχουμε φίλους» και «Χορεύουν οι ελέφαντες». Ιδιαίτερα και αξιόλογα έργα, κάποια από όλα αυτά που την καθιέρωσαν στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, αλλά, ασφαλώς, δεν είναι τα μόνα. Είναι πολυγραφότατη αλλά και βραβευμένη συγγραφέας. Εξέφρασε συγγραφικά και λογοτεχνικά σημαντικά θέματα, βιώματα και προβληματισμούς ∙ ενδεικτικά να σας αναφέρω το βιβλίο της «Καλά και σήμερα: Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος» (Μεταίχμιο, 2015) το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας ως έργο που προάγει το διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά θέματα. Έργα της μεταφράστηκαν στα αγγλικά αλλά και στα εβραϊκά. Έχει συγγράψει, επίσης, βιβλία για τη διδασκαλία της Δημιουργικής Γραφής που απευθύνονται τόσο σε εκπαιδευτικούς, αλλά και στο ευρύ κοινό που ενδιαφέρεται για τη συγγραφή.
Τα έργα της κ. Νικολαϊδου χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, δεν επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο, δεν παγιδεύεται σε μανιέρες. Το τελευταίο, χρονικά έργο, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο, μπορεί, τουλάχιστον θεματολογικά, να χαρακτηριστεί χωρίς προηγούμενο. Τι εννοώ; Η πρωτοτυπία αφορά το θέμα που πραγματεύεται, αλλά η έκπληξη για τον μέσο αναγνώστη ξεκινά ήδη από τον τίτλο VOR ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ…
Ποιοι είναι οι VOR; H περιέργεια του αναγνώστη ικανοποιείται ∙ διαπιστώνει ότι πρόκειται για μια εγκληματική οργάνωση με διεθνή δράση. Οι καταβολές της τοποθετούνται στα κουλάγκ του Στάλιν και τα μέλη της θεωρούνταν αντικαθεστωτικοί. Πρόκειται για μια οργάνωση όχι τόσο γνωστή όσο η μαφία. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για τους VOR V Zakone, κλέφτες με τιμή ή εκτός νόμου – δεν εξοντώνουν αθώους, δεν κλέβουν φτωχούς , δεν υπηρετούν στο στρατό, δεν κάνουν οικογένεια, απορρίπτουν συνεργασία με το κράτος.
Έχουμε να κάνουμε μια οργάνωση που έχει χτίσει μια «αυτοκρατορία» με όλα τα προσοδοφόρα είδη εμπορίου και λαθρεμπορίου της εποχής μας… ο νοών νοείτω!
Η δράση και τα «παράσημα» των μελών της αποδεικνύονται από τα τατουάζ που φέρουν τα μέλη της οργάνωσης στο σώμα τους. Αν παρατηρήσει κάποιος το εξώφυλλο του βιβλίου και το συνδυάσει στη συνέχεια με την ανάγνωση θα καταλάβει ότι το ίδιο το εξώφυλλο αποτελεί κομμάτι της αφήγησης ∙ απεικονίζονται τα τατουάζ των Βόρι, δηλωτικά της θέσης τους και προσδιοριστικά της ζωής τους, ένα είδος βιογραφικού τους.
Με βάση τα παραπάνω η έκπληξη για τους αναγνώστες συνεχίζεται: το θέμα – η δράση της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης- μοναδικό στην ελληνική λογοτεχνία ∙ η συγγραφέας καταπιάνεται με ένα πρωτότυπο, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα, θέμα, αλλά θα έλεγε και κάποιος και λίγο αγχωτικό για την ίδια τη γράφουσα, αφού την επικαιρότητα απασχολεί κατά καιρούς η συγκεκριμένη οργάνωση. Υπάρχει, λοιπόν, ένα δυνατό πάτημα στην πραγματικότητα, ταυτόχρονα αποτελεί μια ιστορία που δεν έχει ειπωθεί μέχρι τώρα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Ορμώμενη, λοιπόν, η συγγραφέας από την εν λόγω οργάνωση αναδεικνύει καταστάσεις που διαχρονικά καθορίζουν τον άνθρωπο: η εξουσία και το χρήμα, η πολιτική και ο ρόλος όλων αυτών στη διαμόρφωση της ζωής των κοινωνιών και σήμερα αλλά και διαχρονικά.
Οι κύριοι χαρακτήρες του κειμένου ποικίλλουν - πρόσωπα με ετερόκλητα χαρακτηριστικά.
Οι κύριοι χαρακτήρες του κειμένου ποικίλλουν - πρόσωπα με ετερόκλητα χαρακτηριστικά. Από τη μία πλευρά τα μέλη των Βόρι από τη Ρωσία, ο αρχηγός με το προσωνύμιο «Πατερούλης» ένα χωριατόπαιδο από τη ρωσική που ανελίχθηκε στην ιεραρχία του εγκλήματος με κάθε μέσο στην εποχή της κατάρρευσης του υπαρκτού Σοσιαλισμού, ο διάδοχος του, ο «Ανιψιός» με την βραχεία αρχηγία, το «Θηρίο», ο σωματώδης και λιγομίλητος, δεξί χέρι της ηγεσίας και ο «Κινέζος», ο άριστος γνώστης της τεχνολογίας, ο μόνος που δε φέρει τατουάζ στο σώμα του, ενδεικτικό ίσως της νέας εποχής. Καθοριστικότατος και ο ρόλος του Ρώσου δημοσιογράφου, Λεβ Σιντόροβ που αποτυπώνει τη δημοσιογραφία ως κομμάτι της εξουσίας αλλά και της διαφθοράς ενός μεγάλου κράτους. Δίπλα σε αυτούς η εκπρόσωπος του νομικού κόσμου της Θεσσαλονίκης, παρουσιάζεται και με ένα προσωνύμιο- δηλωτικό τη συμπεριφοράς; Η «Ύαινα».
Η «άλλη» πλευρά: οι αστυνομικοί της Θεσσαλονίκης έμπειροι και νεότεροι αστυνομικοί, ο καθένας με την προσωπική του ιστορία να τον συνοδεύει αφοσιώνονται στο κυνήγι του «εισαγόμενου» εγκλήματος. Άνθρωποι μεσόκοποι που τους δένει το επάγγελμα και η παλιά προσέγγιση της δίωξης της παρανομίας ∙ οι αστυνόμοι Στύλος και Κεχίδης, άνθρωποι της διπλανής πόρτας να συνυπάρχουν με τη νέα γενιά των μορφωμένων αστυνομικών που είναι γνώστες της τεχνολογίας: ο Μιχάλης, η Χριστίνα Σουάτζε, αλλά μαζί με αυτούς και ένας διεφθαρμένος αστυνομικός.
Κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερος είναι ο τρόπος σκιαγράφησης των χαρακτήρων, αφού για κάθε ένα από τα πρόσωπα που παρουσιάζονται στην αφήγηση δίνεται μια κατατοπιστική αναδρομή στο παρελθόν του, ενώ οι ιστορίες των ανθρώπων δίνονται παράλληλα με την αφήγηση. Η συγγραφέας προσεγγίζει τους χαρακτήρες μέσα από ιδιαίτερες καταστάσεις της ζωής τους. Παίρνοντας για παράδειγμα την πλευρά της αστυνομίας: ο αστυνόμος Κεχίδης, ο Τμηματάρχης, φροντίζει τον αδελφό του, άτομο εκ γενετής με φυσική αδυναμία, τηρώντας την υπόσχεση που έδωσε στη μητέρα του, ο Μιχάλης ορφανός από γονείς μεγάλωσε με τους παππούδες, η Χριστίνα Σουάτζε είναι κόρη μετανάστη από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες ο οποίος κατέφυγε στην Ελλάδα για να γλυτώσει από την εγκληματική οργάνωση και τώρα η κόρη του βρίσκεται στο κυνήγι αυτής της οργάνωσης.
Η συγγραφέας, λοιπόν, αντιμετωπίζει με κατανόηση τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες και τους παρουσιάζει πάνω στη δράση, στην ένταση της καθημερινότητάς τους.
Η συγγραφέας, λοιπόν, αντιμετωπίζει με κατανόηση τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες και τους παρουσιάζει πάνω στη δράση, στην ένταση της καθημερινότητάς τους. Τα πρόσωπα έχουν τα σκοτεινά τους σημεία αλλά και τις καλές τους στιγμές. Υπερτερούν οι ανδρικοί χαρακτήρες αλλά καθοριστικός είναι και ο ρόλος των γυναικών. Γενικότερα, οι χαρακτήρες φωτίζονται ποικιλοτρόπως ∙ ενδεικτικά για να αποτυπώσει τον τρόπο σκέψης του αστυνομικού ονόματι Στύλου η συγγραφέας τον παρουσιάζει να λέει «το κρέας με κάνει να σκέφτομαι» και η γυναίκα του, η Ουρανία, γεμίζει το ψυγείο με κάθε λογής κρέατα. Μόνο θετική, λοιπόν, χαρακτηρίζεται η παράλληλη παρουσίαση της ιστορίας των ανθρώπων και η ανάμειξη των ηλικιών και των γενεών τόσο στους μεν όσο και στους δε. Εμφανής η διάθεση της Σοφίας να προσεγγίσει και την ανθρώπινη διάσταση των χαρακτήρων, αστυνομικών και μη. Γι’ αυτό και τα πρόσωπα δεν παρουσιάζονται μονοδιάστατα, δεν φαίνεται να υπερτερεί ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς τους και σε καμία περίπτωση δεν γίνεται φανερή κάποια προσπάθεια διαχωρισμού αυτών σε καλούς και κακούς.
Η αφήγηση λαμβάνει χώρα από τη Μόσχα μέχρι τη Θεσσαλονίκη, αλλά και το Παρίσι, το Μονακό, τις Κάνες, την Τιφλίδα. Κυρίως, παρατηρούμε την προσπάθεια διείσδυσης της οργάνωσης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη μέσω Θεσσαλονίκης που φαντάζει ένας φιλόξενος, για τους νεοφερμένους, τόπος. Ο τρόπος αφήγησης είναι ιδιαίτερα ελκυστικός για τον σύγχρονο αναγνώστη - οι αφηγηματικές επιλογές μάς παραπέμπουν σε ένα κινηματογραφικό τρόπο απόδοσης του περιεχομένου. Είναι εντατικός, δεν πρόκειται για μία αργή αφήγηση φορτωμένη με λεπτομέρειες που συχνά κουράζουν, είναι ο κατάλληλος τρόπος αφήγησης για μια ιστορία που εξελίσσεται διαρκώς. Σαν να έχουμε μονταρισμένες σκηνές από μια ταινία και η μία διαδέχεται την άλλη. Οι πράξεις των χαρακτήρων, εξηγούνται στην πορεία της αφήγησης. Το αξιοσημείωτο είναι ότι δεν υπάρχουν σκηνές έντονης δράσης, αλλά διαφαίνεται η εσωτερική δράση των ηρώων. Οι διάλογοι είναι σύντομοι, αλλά με χαρακτηριστικές σιωπές των πρωταγωνιστών.
Ειδολογικά η κατάταξη του μυθιστορήματος δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Έχει στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Παρουσιάζει έγκλημα άλλα δεν έχει γρίφο για τη διαλεύκανση του, διαθέτει στοιχεία περιπέτειας, κατασκοπίας, αλλά και δικαστικού θρίλερ. Συναντά κάποιος πολλά στοιχεία από τη ζωή, από την κοινωνία. Τελικά, η αυστηρή κατηγοριοποίησή του δεν είναι απαραίτητη. Μυθιστόρημα ∙ η ίδια η συγγραφέας το κατατάσσει εκεί, στην μεγάλη ομπρέλα του μυθιστορήματος.
Το τέλος της αφήγησης είναι απροσδόκητο, δημιουργεί το στοιχείο της έκπληξης στον αναγνώστη, αλλά και προβληματισμούς. Αυτός που κινεί σε μεγάλο βαθμό τα νήματα δεν είναι στις «επιλογές» του αναγνώστη- υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης που εξηγείται όμως στον αναγνώστη πολύ απλά.
Είναι βιβλίο που θα κάνει αξιόλογη πορεία, όπως και τα προηγούμενα, ίσως αποτελέσει και την απαρχή συγκεκριμένης θεματολογίας στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Αξίζει, πραγματικά να διαβαστεί τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη γραφή του.
* Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΕΛΕΚΟΥΔΑΣ είναι φιλόλογος-συγγραφέας.