
Για τη συλλογή συνεντεύξεων «Έρνεστ Χέμινγουεϊ: Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις» (μτφρ. Χρήστος Καψάλης, εκδ. Key Books).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Τα φώτα της δημοσιότητας τυφλώνουν· η φήμη προηγείται του ανθρώπου· οι αστικοί μύθοι, κάποιες φορές, ελάχιστη σχέση έχουν με τον πρωταγωνιστή τους. Πράγματα που θεωρούμε ότι γνωρίζουμε για ένα δημόσιο πρόσωπο, στην ουσία τους είναι αποκυήματα της φαντασίας που μικρό αντίκρισμα έχουν στην πραγματικότητα. Στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ συνέβησαν όλα τα παραπάνω και ίσως πολλά περισσότερα.
Είτε γιατί έπεσε ο ίδιος στην παγίδα της φιλαρέσκειας είτε γιατί οι συγκαιρινοί του τον εξύψωσαν σε ένα βάθρο, αναγκάζοντάς τον να υποδυθεί έναν ρόλο που ξεπερνούσε τη συγγραφική του ιδιότητα, το αποτέλεσμα ήταν αυτό και όχι άλλο: ο άνθρωπος Έρνεστ ταυτίστηκε τόσο πολύ με τον συγγραφέα-δημοσιογράφο-κυνηγό-γόη Χέμινγουεϊ, που στο τέλος δεν ήταν διακριτό ποιος ήταν ποιος.
Το μυστήριο
Ο μοναδικός που θα μπορούσε να ξεδιαλύνει το μυστήριο (ή την παρεξήγηση) ήταν ο ίδιος ο Χέμινγουεϊ. Μόνο που στην τελευταία περίοδο της ζωής του, τότε που τα μεγάλα ρεπορτάζ στα πεδία των μαχών ή τα σπουδαία ανδραγαθήματα είχαν τελειώσει και του είχε μείνει μόνο η ουσία, ήτοι το γράψιμο, εκείνη την περίοδο προσπάθησε με νύχια και με δόντια να την προστατεύσει από τα φώτα της δημοσιότητας. Αποκλεισμένος, με τη θέλησή του, στο Σαν Φραντσίσκο ντε Πάουλα, ένα προάστιο της Αβάνας, μαζί με τη τέταρτη και τελευταία γυναίκα του, Μέρι, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να γράφει, να διαβάζει, να πίνει ήσυχος τα ποτά του, να αναρρώνει από το σφοδρό ατύχημα που είχε με ένα αεροπλάνο το 1954, και ουσιαστικά να διάγει μια ζωή ερημίτη.

Ο άλλοτε ηφαιστειώδης «Πάπα Χένρι» των αμερικανικών γραμμάτων, που σκόρπισε αφειδώλευτα τον εαυτό του, εκείνη την περίοδο θα προτιμούσε να είναι ένας αγρότης, να συνομιλεί με τους ντόπιους, που τον έλεγαν «Ο μεγάλος», και να μην έχει άλλες έγνοιες από τις αμιγώς λογοτεχνικές. Φυσικά, οι δημοσιογράφοι τον κυνηγούσαν ακόμη και τότε, όμως ήταν τόσο ακριβοθώρητος που σπάνια κατάφερναν να αποσπάσουν τη συναίνεσή του. Οι τέσσερις συνεντεύξεις που περιέχονται στην παρούσα έκδοση (δύο το 1954 και δύο το 1958) συνιστούν ένα θαύμα. Οι περισσότερες ήταν πιο πολύ φιλικές συζητήσεις και λιγότερο προγραμματισμένες συνεντεύξεις. Ως την ύστατη στιγμή, ο Χέμινγουεϊ στέκεται κριτικά στην περαιτέρω έκθεση του ιδιωτικού του βίου.
Όταν οι δημοσιογράφοι Τζόρτζ Πλίμπτον (The Paris Review), Ρόμπερτ Μάνινγκ (Atlantic Monthly), Λόιντ Λόκχαρντ (The Toronto Star) και Ρόμπερτ Έμετ Τζίνα (Esquire) προσπαθούν να θραύσουν το κουκούλι μέσα στο οποίο έχει μπει, καταλαβαίνουν πως οι προσπάθειές τους δεν γίνεται να τελεσφορήσουν.
Δουλευτής των λέξεων
Όχι, ο Χέμινγουεϊ δεν είναι αυτό που περίμεναν ή που ο μύθος είχε φιλοτεχνήσει γι’ αυτόν. Αποδεικνύεται πως είναι ένας ακάματος δουλευτής των λέξεων. Τους λέει πως ξυπνάει πάρα πολύ πρωί για να γράψει, καθώς δεν θεωρεί πως το βράδυ μπορεί να δουλέψει σωστά. Ακολουθεί τη ρουτίνα του απαρέγκλιτα σαν καλός εργάτης. Γράφει επί ώρες, αλλά η παραγωγή του είναι μετρημένη. Αν καταφέρει να συλλέξει 1.000 λέξεις μέσα στην ημέρα, τότε θεωρεί πως κάτι έκανε.
Επίσης, όταν γράφει δεν πίνει καθόλου, διαλύοντας τον μύθο πως ένας άντρας σαν αυτόν δεν χαμπαριάζει από τα τερτίπια του αλκοόλ και μπορεί να το τιθασεύσει όποτε θέλει. Γενικώς, βρίσκεται σε φάση αλκοολικής καταστολής. Δίπλα του η Μέρι στέκεται αγέρωχος βράχος. Όταν βλέπει ότι οι δημοσιογράφοι πάνε να τον στριμώξουν είναι εκεί για να στρέψει τη συζήτηση αλλού. Επίσης, είναι ο φύλακας άγγελός του σε κάθε παρεκτροπή που ενδέχεται να υποπέσει.
Ο Χέμινγουεϊ είναι ακόμη πιο φειδωλός όταν του ζητούν να μιλήσει για την ουσία της τέχνης του. Τους απαντάει στερεότυπα πως όταν μιλάς για το γράψιμο, το ευτελίζεις. Ο ίδιος αρνείται πεισματικά να εμφανίσει τα ενδότερα της γραφής του. Λέει πως δεν χρειάζεται να το κάνει διότι τα ίδια τα έργα μιλούν από μόνα τους. Κάθε επιπλέον υποσημείωση του συγγραφέα μόνο κακό κάνει στο έργο.
Τα πρόσωπα
Ούτε σε φοβερές αποκαλύψεις για πρόσωπα και καταστάσεις προβαίνει. Τάσσεται υπέρ του παλιόφιλού του, Έζρα Πάουντ, όσο κι αν διαφωνεί με τις πολιτικές του απόψεις του. Θεωρεί, ωστόσο, πως πρέπει να τον αφήσουν ελεύθερο να επιστρέψει στο σπίτι του στην Ιταλία. Δηλώνει ένθερμος αναγνώστης του Τζόις, τον οποίο χρησιμοποιεί και ως ιδανικό παράδειγμα συγγραφέα που δεν χρειάστηκε να μιλήσει για το έργο του, καθώς γνώριζε πως αυτό είναι υπέρτερο των σχολίων που θα έκανε εκ των υστέρων.
Πάλι, η μόνη του καταφυγή θα είναι το γράψιμο. Τίποτα άλλο δεν του δίνει χαρά να συνεχίσει τη μέρα του στη μακρινή Αβάνα, το ησυχαστήριό του.
Είναι φανερό πως ο Χέμινγουεϊ βρίσκεται σε μια φάση της ζωής του που έχει αλλάξει δραστικά τις συνήθειές του. Οι δημοσιογράφοι τον περιγράφουν ως έναν άντρα με ιερατικό πρόσωπο, πυκνό άσπρο μούσι, γιγαντόσωμο, αλλά και γεμάτο πληγές από τις διάφορες περιπέτειές του. Φυσικά, παραμένει λάτρης του ψαρέματος και του κυνηγιού, όταν μπορεί πίνει ένα-δύο ποτήρια κρασί, συναγελάζεται με τους ντόπιους, λέει ιστορίες από την παλιά εποχή, και όταν θα καταλάβει πως ξεφεύγει από το όριο που έχει θέσει, αυτομάτως κλείνεται μέσα του σαν στρείδι. Πάλι, η μόνη του καταφυγή θα είναι το γράψιμο. Τίποτα άλλο δεν του δίνει χαρά να συνεχίσει τη μέρα του στη μακρινή Αβάνα, το ησυχαστήριό του.
Ένας παππούς με πνεύμα εφήβου και λεπτή φωνή που δεν ταιριάζει με τη βαριά σωματοδομή του.
Άλλοτε κυνικός, άλλοτε μειλίχιος, πολύ συχνά πνευματώδης, έντονα κρυψίνους, αλλά πάντα καλός οικοδεσπότης, ο Χέμινγουεϊ δεξιώνεται τους δημοσιογράφους στο κονάκι του, ακόμη κι όταν τους αρνείται μια συνέντευξη. Το σπίτι του είναι πακτωμένο από βιβλία, ορισμένα από αυτά σπάνιες εκδόσεις, ενώ οι θεματικές τους ποικίλουν: από γεωγραφία έως πολιτική και λογοτεχνία. Σουβενίρ από όλο τον κόσμο, δόντια ζώων και μικροαντικείμενα κατακλύζουν το σπίτι του, ενώ εκείνος περιφέρεται ξυπόλητος και απλά ντυμένος. Ένας παππούς με πνεύμα εφήβου και λεπτή φωνή που δεν ταιριάζει με τη βαριά σωματοδομή του.
Η βαριά κουρτίνα
Μας προσφέρει κάτι αυτό το βιβλίο; Σίγουρα τραβάει τη βαριά κουρτίνα που πάντα κάλυπτε το πρόσωπο του Χέμινγουεϊ. Μας τον κάνει πιο ανθρώπινο, πιο απτό. Έτσι που δεν είναι περιβεβλημένος με τη βαριά λεοντή του ονόματός του, φαντάζει πιο γήινος, πιο καθημερινός.
Αξίζει, άραγε, αυτή η μορφή απομυθοποίησης; Όσο αξίζει και η μυθοποίηση, θα έλεγε κανείς. Στην τελική, αυτό που πάντα μένει είναι το έργο ενός εκάστου των συγγραφέων. Όλα τα άλλα είναι λαϊκή κατανάλωση, που στις μέρες μας έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει. Ας μην ξεχνάμε πως ο Χέμινγουεϊ έζησε σε μια εποχή που παρήγαγε πολλούς σπουδαίους συγγραφείς, οι οποίοι, όντως, μυθοποιήθηκαν από τον απλό κόσμο. Κάτι τέτοιο στις μέρες μας φαντάζει από απίθανο έως αδύνατο.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.






















