
Για το μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς (Julian Barnes) «Αναχωρήσεις» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο).
Γράφει η Κέλλυ Πάλλα
Ο τίτλος του ύστερου βιβλίου του Τζούλιαν Μπαρνς διεγείρει τον αναγνώστη καταφέρνοντας όμως αρκετά περισσότερα από όσα αρχικά υπόσχεται: μας αποχαιρετά μετά από μια εύφορη συγγραφική σταδιοδρομία 44, περίπου, χρόνων ενεργοποιώντας όλα τα ισχυρά χαρτιά της αυτομυθοπλασίας. Με άλλα λόγια, ο αφηγητής είναι πρωτοπρόσωπος, συγγραφέας, έχει το όνομα του πραγματικού Τζούλιαν Μπαρνς και παίζει διαρκώς μαζί μας το μεταμοντερνιστικό παιχνίδι τού «Μάντεψε ποια στοιχεία του κειμένου είναι πραγματικά και ποια μυθοπλαστικά».
Έτσι, διαβάζοντας τις Αναχωρήσεις του παρακολουθούμε τη ρευστότητα των λογοτεχνικών ειδών σε πλήρη ανάπτυξη, αφού η αφήγηση μεταπηδά από μια ιστορία έρωτα, χωρισμού και επανασύνδεσης στην αυτοσκόπευση της συγγραφικής διαδικασίας και από εκεί στη διανοητική και ψυχολογική διερεύνηση των παντοειδών αναχωρήσεων αυτού του κόσμου.
Ο Μπαρνς αναγνωρίζεται πίσω από κάθε τυπωμένη λέξη του βιβλίου, γιατί ποτέ δεν χάνει το φλεγματικό γλωσσικό ύφος της βρετανικής του καταγωγής, ακόμη και όταν μιλά, σε πειστικά εξομολογητικό τόνο, για την αναχώρηση των βιωμάτων μας με το κύλισμα του χρόνου, την αναχώρηση των αναμνήσεων λόγω γήρατος και την αναχώρηση από τη ζωή μετά από την τελική μας μάχη με τον θάνατο.
Πρόκειται για μια ιστορία, φαινομενικά τουλάχιστον, χαλαρά δομημένη, αφού η χωροχρονική διερεύνηση της αρχής-μέσης-τέλους των περιστατικών που αναπαριστά δεν είναι τόσο σημαντική, αλλά εκεί που ξεκινά αφήγηση ενός γεγονότος ξαφνικά εμφανίζεται ένας στοχασμός ή μια λογοτεχνική παραπομπή κι αλλού πάλι μια προσωπική εξομολόγηση μπορεί να διακοπεί από μια σύντομη ανεξάρτητη αφήγηση.
Αφήγηση σε πέντε μέρη
Το πρώτο μέρος έχει τον παιγνιώδη τίτλο «I am», μια αναφορά στη γνωστή φράση της Παλαιάς Διαθήκης και ταυτόχρονα παραπομπή στο ακρωνύμιο ΙΑΜ, δηλαδή του αντίστοιχου αγγλικού επιστημονικού όρου για την «Ακούσια Αυτοβιογραφική Ανάμνηση», αφορμή για να αποτίσει φόρο τιμής στον μεγάλο Μαρσέλ Προυστ, τις περίφημες μαντλέν του και τη λειτουργία της μνήμης. Έτσι, από το αθέλητο ξύπνημα των αναμνήσεων με αφορμή ένα ταπεινό γευστικό γεγονός, ο Μπαρνς διολισθαίνει σε ένα σχόλιο για τη εξασθένιση της μνημονικής ισχύος, που την αντιλαμβάνεται ως απώλεια της ανθρώπινης ταυτότητας και του εαυτού, καθώς τα γηρατειά επελαύνουν ακάθεκτα στη ζωή όλων μας και για του λόγου το αληθές ο Μπαρνς επικαλείται βιώματα δικά του και των γύρω του.
Και κάπου εκεί και για να καταπιαστεί με το θέμα των αναχωρήσεων των φίλων και των εραστών της ζωής μας, μπαίνει στο δεύτερο μέρος, με τίτλο «Η αρχή της ιστορίας», και αφηγείται τη φιλία του με ένα αγόρι, τον Στήβεν, και ένα κορίτσι την Τζιν, από τα φοιτητικά τους χρόνια, οι οποίοι ερωτεύονται, φτάνουν στα πρόθυρα του γάμου και χωρίζουν ανοίγοντας στις επόμενες δεκαετίες νέους (αποτυχημένους) ερωτικούς κύκλους. Μετά από αυτόν τον χωρισμό ο συγγραφέας χάνει από τη ζωή του και τα δύο μέλη του ζευγαριού, τα οποία αναχωρούν αφήνοντας ένα κενό στο αφήγημα της νεανικής του ζωής.
Στο τρίτο μέρος, το «Διαχειρίσιμο», βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για τη διάγνωση μιας διαχειρίσιμης μορφής καρκίνου του αίματος, η οποία, από τη στιγμή που τη λαμβάνει, τον εισάγει στην τροχιά της ιδιωτικής αργής αναχώρησής του από τη ζωή.
Εκείνο που κάνει το βιβλίο άξιο ανάγνωσης είναι η παντελής έλλειψη δέους μπροστά στο Τέλος, έλλειψη θυμού για την εμφάνιση των επάλληλων γεροντικών ασθενειών, έλλειψη φόβου με την απώλεια του νεανικού σφρίγους στο μυαλό και το σώμα των άλλων και για του εαυτού και την οριστική παύση κάθε συγγραφικής απόπειρας.
Στο τέταρτο μέρος, «Το τέλος της ιστορίας», ο Μπαρνς ξανασυναντά τον νεανικό του φίλο, ώριμο άνδρα πια, μαθαίνει τα διατρέξαντα στη ζωή του τις δεκαετίες που είχαν μεσολαβήσει και αναλαμβάνει να επανενώσει το παλιό ζευγάρι, αφού ο Στήβεν τού αποκαλύπτει ότι δεν ευτύχισε στον πρώτο του γάμο, γιατί δεν ξεπέρασε ποτέ την παλιά αγαπημένη. Έτσι, τους βοηθά να ξαναβρεθούν και πράγματι οι δύο ενήλικες οδηγούνται σε έναν, φαινομενικά τουλάχιστον, κατασταλαγμένο γάμο. Σύντομα, το ζευγάρι οδηγείται σε διαζύγιο, η Τζιν δηλώνει απεγνωσμένη ότι «η ευτυχία δεν με κάνει ευτυχισμένη», η φιλία των τριών κλονίζεται μέχρι διαλύσεως, ο άνδρας γερνά πιο εσωστρεφής από πριν και η γυναίκα χάνει σταδιακά τη μνήμη και ουσιαστικά την ταυτότητά της. Ο Τζούλιαν, που αρχικά δεσμεύτηκε να μην μεταφέρει ποτέ την ιστορία τους στο χαρτί, νιώθει πλέον ελεύθερος να καταπατήσει τους όρκους σιωπής και να μας μεταφέρει την ιστορία τους. Ο αφηγητής απομένει μόνος με τον γέρικο σκύλο του ζευγαριού, στον οποίο βλέπει το εαυτό του σαν σε καθρέφτη αναλογιζόμενος τις προσωπικές του ευθύνες στην επανένωση, τον γάμο και το διαζύγιο των παλιών του φίλων.
Το πέμπτο μέρος, «Πηγαίνοντας στο πουθενά», καταλαμβάνει εκείνο το μέρος της ζωής του που, αφού παρακολουθήσει τις αναχωρήσεις των σημαντικών του προσώπων της ζωής του, μπαίνει και ο ίδιος αρχικά σε σταδιακή αναχώρηση της μνήμης του και στη συνέχεια στη βραδεία πορεία του καρκίνου του προς το μεγάλο πουθενά, όπως αντιλαμβάνεται τον επερχόμενο θάνατό του.
Σκέψεις και ιδέες
Ο Μπαρνς καταφέρνει με τον αναγνωρίσιμό του τρόπο να ενσφηνώσει στις χαραμάδες μιας ασήμαντης, ίσως, ερωτικής ιστορίας ποικίλους στοχασμούς: για τις ερωτικές σχέσεις, τη φιλία, τη λειτουργία της μνήμης, τη συνειδητοποίηση της απώλειά της, αλλά για και τη συγγραφική διαδικασία, τις καλλιτεχνικές ματαιοδοξίες, των τρόπων διαχείρισης των σημειώσεων που θα καταλήξουν σε τυπωμένο βιβλίο, τη σχέση του συγγραφέα με τους άλλους συγγραφείς, με τη φήμη του και τους αναγνώστες του, τέλος για την προσωπική του αναμέτρηση με έναν καρκίνο που δεν τον σκοτώνει, αλλά συνυπάρχει μαζί του και φυσικά τον θάνατο της γυναίκας του, η οποία αναχώρησε πρώτη, αλλά παραμένει σταθερά ωσεί παρούσα στη μοναχική ζωή του.
Με αφορμή το θέμα του θανάτου, ο Μπαρνς δεν ξεχνά να κάνει διαδοχικές σκέψεις για την πληρότητα της ζωής, για το τι είναι ευτυχία, τη σημασία της καλλιτεχνικής υστεροφημίας και να δηλώσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ή καλύτερα, για την προσωπική του αποχή από κάθε θρησκευτική ενατένιση
Εκείνο που κάνει το βιβλίο άξιο ανάγνωσης είναι η παντελής έλλειψη δέους μπροστά στο Τέλος, έλλειψη θυμού για την εμφάνιση των επάλληλων γεροντικών ασθενειών, έλλειψη φόβου με την απώλεια του νεανικού σφρίγους στο μυαλό και το σώμα των άλλων και για του εαυτού και την οριστική παύση κάθε συγγραφικής απόπειρας. Με αφορμή το θέμα του θανάτου, ο Μπαρνς δεν ξεχνά να κάνει διαδοχικές σκέψεις για την πληρότητα της ζωής, για το τι είναι ευτυχία, τη σημασία της καλλιτεχνικής υστεροφημίας και να δηλώσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ή καλύτερα, για την προσωπική του αποχή από κάθε θρησκευτική ενατένιση, υπενθυμίζοντας ότι οι θρησκείες ευθύνονται για την επισυσσώρευση ενοχών στους πιστούς και αυτοχαραχτηριζόμενος συχνά πυκνά αγνωστικιστής-άθεος.
Όλα τα παραπάνω συγκροτούν ένα έντεχνο μεταμοντερνιστικό πάτσγουροκ, όπου οι απαιτήσεις για σφιχτή πλοκή έχουν ατονίσει, η γλώσσα και η μυθοπλασία σχολιάζουν τον εαυτό τους και η διακειμενικότητα, από την εποχή του Γκαίτε μέχρι τους σύγχρονούς μας συγγραφείς, δίνει και παίρνει. Ο αργόσυρτος ρυθμός με τον οποίο ο Μπαρνς στις τελευταίες εξήντα πέντε σελίδες ουσιαστικά αποχαιρετά τον αναγνώστη του, οι χαριτωμένοι αφηγηματικοί μαίανδροι περί της συγγραφικής και προσωπικής του πορείας, καθιστούν ολοφάνερο ότι ο συγγραφέας δυσκολεύεται να τελειώσει το λογοτεχνικό του ταξίδι και καθυστερεί όσο περισσότερο μπορεί το αντίο πριν την εθελούσια συγγραφική του αναχώρηση.
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι κανείς ποτέ δεν πέρασε άσχημα διαβάζοντας τα ευφυή, ανάλαφρα μα χωρίς ίχνος ρηχότητας μυθιστορήματα του Τζούλιαν Μπαρνς, ακόμα και όταν αυτός χαριεντίζεται φιλάρεσκα με τον αναγνώστη του.
*Η ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ είναι φιλόλογος και μυθιστοριογράφος
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τζούλιαν Μπαρνς (Julian Barnes) είναι ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς. Γεννημένος το 1946, σπούδασε Νομικά και Γαλλική Φιλολογία στην Οξφόρδη.

Ήταν τρεις φορές υποψήφιος για το Βραβείο Μπούκερ για τα μυθιστορήματα Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ (1984), England, England (1998) και Άρθουρ & Τζoρτζ (2005). Στην τέταρτη υποψηφιότητά του για το ίδιο βραβείο αναδείχθηκε νικητής για το μυθιστόρημά του με τίτλο Ένα κάποιο τέλος (2011).
Έχει τιμηθεί με το βραβείο Ε. Μ. Forster (1986), το βραβείο David Cohen για τη συνεισφορά του στη λογοτεχνία (2011) και το Jerusalem Prize for the Freedom of the Individual in Society (2022).
























