panellinion 3

Για το ντοκιμαντέρ των Σπύρου Μαντζαβίνου και Κώστα Αντάραχα «Πανελλήνιον».

Γράφει ο Ανδρέας Κωσταγεώργος

Εν όψει της επανακυκλοφορήσεως της αριστουργηματικής ταινίας «Πανελλήνιον» στο Διαδίκτυο, που ο δυνητικός θεατής μπορεί να βρει στην πλατφόρμα Ertflix, δεν δύναμαι παρά να αδράξω τούτη την ευκαιρία και να μιλήσω για ένα φιλμ που σημάδεψε θαρρώ μια αξιοσημείωτη μερίδα του σινεφίλ (και όχι μόνο ευελπιστώ) κοινού, περνώντας, παρόλα αυτά, ένεκεν της, ησυχαστικής, αν θέλετε, καταβολής του (σε φιλοσοφικό άξονα) σχετικώς απαρατήρητο απ’ τον μέσο θεατή.

Προλογικά:

Φθινόπωρο, βδομάδες τώρα, μουχλερό απομεσήμερο, μπολιασμένος με αρίφνητη (εγκληματική θα εκτιμούσε τις) ποσότητα πικρής καφεΐνης, αντιπαλεύοντας ένα όψιμο hangover, καπνίζοντας αδηφάγα το φθαρτό τσιμπούκι μου (ένα απ’ τα πολλά, το σιαγμένο – το σεμνά πνευματώδικο) αποφασίζω, ανασαίνοντας τον αέρα μιας ξινόγλυκης αμετανοησίας, να γράψω ένα (ολιγόλεκτο πλην εμβριθές, ελπίζω) κείμενο για τη ταινία ενός φίλου που αγάπησα πολύ, στοχαζόμενος επικράτειες λέξεων και πιρουέτες μαυριδερών νοημάτων που να πυργωθούν εφάμιλλες του περί ου ο λόγος φιλμ, του «Πανελληνίου», του πολυτάλαντου Σπύρου Μαντζαβίνου και του εγκύπτοντος Κώστα Αντάραχα.

Γιατί, και τα δύο αυτά παλικάρια, εντεταγμένοι οργανικώς, άρα αβίαστα, όσο και αμετανόητως, και αυτό είναι το σπουδαίο, στην ημιφανή (και σιγοθνήσκουσα, φευ) επαρχία των νεο-ρομαντικών, δεν φτιάχνουν απλώς ένα φιλμ, τάχατις ντοκιμαντέρ, όπως διάφοροι ισχυρίστηκαν, τούτο θα ήτανε απλουστευτικό,1 μα καταθέτουν, με απαράμιλλη αισθητική τόλμη, την απέριττη ομολογία τους ότι δεν σκιάζονται την Έχιδνα του τωρινού αν-ερωτισμού, πανσύμπασα μητέρα των διαφόρων καλλιτεχνικών τεράτων της νεοελληνικής τέχνης, μηρυκάζοντας στοχαστικά τη μοναξιά, τη βαθιά, αστική μοναξιά, σαν μαυρόασπρη θρυαλλίδα του έρωτα – όχι απλώς, όμως, σαν κινητήρια δύναμη ζωής, κατά τον φροϋδικά παρωχημένο τρόπο, μα πολύ περισσότερο, την αντρική μοναξιά, τη φαεινή απελπισία του καφενειακού μουχρώματος, σαν εκείνο το είδος απελπισμένης μεν, μα σπάνιας ομορφιάς, που, μ’ όλη τη συνεχή ήττα, ανακαλύπτει, φέρνει στην φανερότητα, το λευκό φως που καθιστά την «συνέχιση» μονόδρομο – εκείνη την σπάνια ερωτική δύναμη, που ο Χέμινγουεϊ, με όλον του τον υπαρξιακό ερμητισμό, που άπαντες εμείς οι πεζογράφοι θαυμάσαμε βαθιά, θα αποκαλούσε «grace under pressure».

panellinion 2

Τον Σπύρο Μαντζαβίνο, όπως διεπιστώθη και απ’ το φρεσκοκυκλοφόρητο μυθιστόρημα του Ποδολάτρες, φαίνεται να τον απασχολούν σημαντικά οι διακυμάνσεις του οντολογικού βάθους, καθώς και η απαιτητική του σχέση με το ανάλογο υπονοούμενο ύψος, έτσι που καταπιάνεται, και στο φιλμ τούτο, αλλά και στο βιβλίο του, με ένα παίγνιο οντικών μεγεθών, σαν μεγεθυντικούς φακούς που μας δείχνουν τι θα πει συνύπαρξη. Η φιλοσοφική του καθήλωση επιμένει, τόσο εδώ όσο και εκεί, πως απ’ τη χειρουργική (αισθητική) αναδίφηση στο ρεαλιστικό προϊόν του χθαμαλού προκύπτει η συμβολική εννόηση του υψιπετούς, που ενίσταται στη στατική γκρίνια του σήμερα, καθώς και, με μεγάλο θάρρος, πυργώνει την ατομική ελευθερία – πάντα με την απαραίτητη δόση ενορχηστρωμένης μελαγχολίας.

Ένα εμβληματικό καφέ

Το «Πανελλήνιον» είναι γνωστό σε κάθε καφενόβιο, ακόμα και αν δεν έχει αράξει εκεί, συνηθέστερα λόγω σκακιστικής αμηχανίας – το ιστορικό ουζερί στην Μαυρομιχάλη, που έχει αλλάξει ήδη μια φορά τοποθεσία, ω, θυμάμαι τις ιστορίες του πατέρα μου, όταν πήγαινε να πιει τα ούζα του νεανίας, καταρρακωμένο στο αενάως μεταλλάσσομενο κέντρο της Αθήνας, όπου μαζώνει εκκεντρικούς σκακιστές, που δεν παίζουν απλώς σκάκι μα αντιζυγιάζουν μύριες απόψεις περί παντός επιστητού, που, περί πάντων ορατών τε και αοράτων, συζητάνε με τις ώρες, συμπίνοντας και συμπαίζοντας, ψευτοφιλοσοφώντας για μερικούς, επ-ανακαλύπτοντας τον κόσμο, για άλλους – πιο ρομαντικούς, σαν την προκείμενη σκηνοθετική δυανδρία.

Η ταινία βλέπεται, καταρχάς, σαν ένα άξαφνο φθινόπωρο, που μέσα στην ζυγώνουσα ξαφνικότητα του, εγκυμονείται η αχρονία του, όπως θα διαβαζόταν ίσως ένα ποίημα του Τρακλ, από έναν λυπημένο μαθητή.

Τους καταγοητεύει, φανερά, εκείνη η λανθάνουσα δυναμική, που μεταμορφώνει μια κοινότοπη αερολογία, από «χθαμαλή ψυχογλωσσική συνθήκη», σε υπαρξιακή αναγκαιότητα. Δεν θα έπρεπε να αγνοούμε ότι όταν ο Χάιντεγκερ μιλάει περί του Gerede δεν δίδει ουδέποτε αξιολογική χροιά στην εννοιολόγηση του – όπως διάφοροι αναλυτές έχουν, κατά καιρούς, κατασταλάξει. Το αγγλιστί talk ή ελληνιστί «αερολογείν» του Γερμανού στοχαστή, παρερμηνευμένο πολλάκις, δίνει το κλειδί για να εγκύψουμε αναλυτικά στο φιλμ, και να κατανοήσουμε τα υποβολιμαία νοήματα του – που ναι μεν λιτά (καταχρηστικά), αλλά παραμένουν επίκαιρα και σημαδιακά – γιατί μέσα απ’ τα λιτά στοχασμένο, απ’ το αισθητικά ολιγαρκές, στο παράδειγμα που θα συναντούσαμε σε έναν ώριμο Carver, ενεργοποιείται ο μηχανισμός της έγκριτης φιλοσοφίας.

Όταν ο Χάιντεγκερ αναλύει τη θεμελιακή έννοια του «αερολογείν», ίσως εδώ ευθύνεται η νιτσεϊκή καταβολή, αποφεύγει τις αξιολογικές σταθμίσεις, και, πολύ περισσότερο, ανατέμνει την υπαρξιακή αυτή καθημερινότητα, διαπιστωμένη εδώ και χιλιάδες χρόνια, ως εσωτερική αναγκαιότητα διαιώνισης μιας απελευθερωτικής μοναξιάς – αυτήν την μοναξιά μελετάμε βλέποντας στο Πανελλήνιον.

panellinion kentriki

Η ταινία βλέπεται, καταρχάς, σαν ένα άξαφνο φθινόπωρο, που μέσα στην ζυγώνουσα ξαφνικότητα του, εγκυμονείται η αχρονία του, όπως θα διαβαζόταν ίσως ένα ποίημα του Τρακλ, από έναν λυπημένο μαθητή.

Πίσω απ’ τα κατεβασμένα στόρια του καφενείου, επενεργείται μια άλλη, άγνωστη σε πολλούς πραγματικότητα, ανατριχιαστικά (και ηθελημένα) αόρατη, μια επιμόνως διαρκής πίσω από κεκλεισμένες θύρες πραγματικότητα, αυτή του ατέρμονου σκακιστικού παραληρήματος, απ’ το οποίο μόνον προσχηματικά αφορμούνται οι σκηνοθέτες, όπου εκλεκτοί μέσα στην ζοφερή τους αυθυπαρξία παρίες συν-εκθέτουν την σημασία του να υπάρχεις με ουσία – και πλέκουν το εγκώμιο μάλλον της αληθινής συναλληλίας.

Εφευρίσκοντας ένα ψυχικό καταφύγιο

Ενδεχομένως, το διακύβευμα των δύο νεαρών είναι να αναστραφεί ο θεατής, μέσα απ’ το μικρό κάδρο και Ταρ-ικό, καθαρό ασπρόμαυρο, σε εκείνη τη μυσταγωγική νοητική επαρχία, όπου μια μαζικά παραδεγμένη μοναξιά ομολογείται ως μεταρσιωτική αρετή -και εδώ πέρα, η αρετή αφορά στην ικανότητα-, το βαρύθυμο μα κομψό και μαθημένο, μέσα από ατέλειωτες σκακικές παρτίδες, δύνασθαι του απελπισμένου άντρα όπου μέσα στην απελπισία του βούλεται ταπεινά το υπεράνω.

Καταβεβλημένοι, ίσως ψυχικά ασταθείς άνθρωποι πίσω από σβολωτές σκόνες και καθαρισμένα, αθηναϊκά τζάμια επανασυναρμολογούν τον εαυτό τους, σε μια αξημέρωτη (θυμηθείτε την πρώτη σκηνή, όπου ο καφετζής «εκτοπίζει ειρηνικά» τους δύο εθισμένους σκακιστές) εσωτερική διαμάχη, που αν δεν απολήγει σε μια ειρηνευτική συναλληλία, σίγουρα, μέσα από αντιζηλίες βλεμμάτων και εννοιών, εφευρίσκει μέσα απ’ το καλομελετημένο ψέμα το πλέον αυθόρμητο ψυχικό καταφύγιο!

Μια διαρκής αναμέτρηση 

Ω, ξέμπαρκοι σοφοί, από λησμονημένους δημογέροντες μέχρι ιδεοληπτικούς νεαρούς, από έναν διονυσιακό, μεθοκόπο σολίστ (ο κρίκος της ταινίας, ο γεφυρωτής, θα λέγαμε, της χρωματικής δυαδικότητας, με την οποίαν φλερτάρει το φιλμ) μέχρι έναν τελείως αγνοϊκό με το σκάκι καφετζή γεμάτο ακατέργαστη συγκίνηση και βαθιά νοσταλγική αμετανοησία, οι πρωταγωνιστές του «Πανελληνίου» αναμετρώνται επιμόνως σε ένα σπαραχτικό ασπρόμαυρο, ιδέες έναντι ιδεών, με τον απαραίτητο τρεμουλιαστό κόκκο, σε καμιά περίπτωση επιτηδευμένο, έναν κόκκο στο κάδρο, σαν το τετράγωνο της σκακιέρας, σύμβουλο της νύχτας με φρουρό τον αιώνιο κεραυνό, κατά Νίτσε, με την απέθαντη σκακιέρα αναμεσίς, θαρρείς σαν καροτσάκι μωρού, στα αργοκίνητα εξόχως απλά μέσα στην δραματικότητα τους πλάνα, το νατουραλιστικό ρακόρ και, πάνω απ’ όλα, τη μπόλικη κουβέντα.

(...) γιατί το ίδιο το καφενείο, μας λένε οι σκηνοθέτες, δεν είναι παρά μια σκακιέρα, ένας συμπυκνωτικός του μακρόκοσμου μικρόκοσμος, όπου ψυχογεωγραφικά οικοδομείται αυτό που λέγαμε αλήθεια

Αναμετρώνται ατερμόνως ο ένας με τον άλλον, κινώντας μεθοδικά πούλια ενώ πραγματικά φτύνουν ο ένας στον άλλον «χθαμαλούς στοχασμούς», που η αργή, επίμονη κινηματογράφηση, η παθητική αναπαράσταση, όπου το ντοκιμαντέρ δίνει τη σκυτάλη σε ένα ιδιοφυές μύθευμα, ένα όνειρο μέσα σε όνειρο, κατά Πόε, μεταστοιχειώνει σε κλειδί της προσωπικής ελευθερίας. Σε αυτή τη λασπώδη μοναξιά, όπου παραφροσύνη συμμειγνύεται με μεγαλοφυΐα, όπου το τετριμμένο υπερυψώνεται σε πυργίσκο λαϊκής στην αρχή και μετά ενούσιας αλήθειας, άνθρωποι διαλυμένοι συναγελάζονται (συχνοί οι τσακωμοί) με έτερους παρίες, beautiful losers, όπως γράφει ο Κοέν2, και η κάμερα, στηριγμένη και αργοσαλεύουσα, είναι εκεί για να τους συλλάβει την στιγμή που το καφενείο λαμπυρίζει μέσα στα ξέπνοα μάτια τους σαν νυσταλέο καταφύγιο, και αυτό δεν έχει καμιά σημασία με το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει στη κάθε παρτίδα, αλλά ακριβώς με το ποιος, παίζοντας τη παρτίδα, αναμετράται με τον άλλον, γιατί κάθε καφενειακό περιβάλλον δεν πρόκειται παρά για μια αναμέτρηση, γιατί το ίδιο το καφενείο, μας λένε οι σκηνοθέτες, δεν είναι παρά μια σκακιέρα, ένας συμπυκνωτικός του μακρόκοσμου μικρόκοσμος, όπου ψυχογεωγραφικά οικοδομείται αυτό που λέγαμε αλήθεια, όπως άλλωστε ίσως γινόταν στην Πλατωνική Ακαδημία.

Ένα ασπρόμαυρο πεδίο μάχης

Οι περιστασιακές έγχρωμες «σφήνες», δεν μπορούν παρά να με παρασύρουν σε μια ταρκοφσκική αναλογία∙ αλλά απροσδόκητης χροιάς. Εδώ, το χρώμα και το ασπρόμαυρο δεν συναρμόζουν το ρολόι του χρόνου, πριν-νυν-μετά, ούτε, ίσως, αποτελούν διαφορετικές αποχρώσεις του μνημονικού ιστού, έτσι πως αυτός ξεδιπλώνεται ή τυλίγεται, μα δεν αποτελούν παρά δύο διαφορετικής αλήθειας ψυχόκοσμους. Εδώ η αλήθεια αποτελεί ξέχωρο μέγεθος – ας το δούμε: ένα τετράγωνο δωμάτιο, ψεύτικο αλλά πιο αληθινό, ένα κατ’ ουσίαν τετράγωνο σκακιέρας, καθησυχαστικά ασπρόμαυρο3, όπου μέσα από ψευδείς αερολογίες εκκινείται η ευρετική διαδικασία του αληθινού, όπου μέσα απ’ την αλλεπάλληλη κουβέντα η μοναξιά γίνεται όπλο κατά του εαυτού της και όπου οι λίγοι θαμώνες ανατείνονται σε πεισιθάνατους μεν μα σισύφεια αποφασισμένους προασπιστές του εαυτού τους – στο έγχρωμο, απ’ την άλλη, το ίδιο το μέγεθος γίνεται μη-μέγεθος, όπου η μοναξιά, απελευθερωμένη στην ίδια την αχρονία, εκτείνεται από ένα κίβδηλο καθεστώς αυτονομίας, το ασπρόμαυρο καφενείο, στη ρεαλιστική απελπισία των χαρακτήρων, εκεί που εκλείπει η κουβέντα, η αναμέτρηση, οι παρτίδες, και δεν μένουν παρά στωικά βλέμματα που ενώ νομίζουν ότι κοιτούν τα πάντα, δεν ατενίζουν τίποτα∙ το ασπρόμαυρο είναι αληθινότερο εδώ απ’ την ρεαλιστική αλήθεια.

Τι μένει; Το καταφύγιο, το ασπρόμαυρο πεδίο μάχης, όπου φίλοι και εχθροί ανταλλάσσουν κινήσεις στη σκακιέρα, διακαείς ματιές και απονενοημένες νοσταλγίες.

Είναι το κατεξοχήν καταφύγιο, ενώ η χειροκίνητα κινηματογραφημένη, χρωματιστή πραγματικότητα, με έντονα ζωηρά χρώματα και αδυσώπητο, αλά Super 8, τρεμούλιασμα της ανάλυσης, δεν αποτελεί παρά μια μακρά εμμηνόπαυση, μια «επίσχεση» της εύρεσης, και όταν ο σολίστ πρωταγωνιστής, συγκλονιστική φυσιογνωμία αβυθομέτρητης απελπισίας και συνταρακτικής εξωτερικής διαύγειας, παίζει στο πιάνο τα αλησμόνητα μίνιμαλ πλήκτρα που κάποτε σκαρφίστηκε, στην ίδια διελκυστίνδα παγιδευμένος, ψέμα ως αλήθεια και αλήθεια ως ψέμα, ο μεγάλος Chopin, εκείνη τη στιγμή ξέρουμε ότι με το πιάνο που σωριάζει κατάχαμα ο διονυσιακός Βέντσισλαβ, καταρρέει και η ίδια η «πραγματική πραγματικότητα».

panellinion poster

Τι μένει; Το καταφύγιο, το ασπρόμαυρο πεδίο μάχης, όπου φίλοι και εχθροί ανταλλάσσουν κινήσεις στη σκακιέρα, διακαείς ματιές και απονενοημένες νοσταλγίες.

Μάταια τραγούδια, μάταιες αναμνήσεις, μάταιες θυμοσοφήσεις, όλα αυτά συστατικά μιας υπαρξιακής αλήθειας, τη στιγμή που η σκακιέρα στήνεται, και τα βλέμματα βλέπονται, και οι καφέδες σερβίρονται, και το αλκοόλ σε χτυπάει κατακούτελα, και οι στρατηγικές, είτε είναι του παλαβιάρη Φίσερ ή όποιου περίοπτου και πολυμελετημένου grandmaster, δεν είναι παρά προσχήματα μιας εσωτερικότερης ψυχικής στρατηγικής, της τέχνης-της-ζωής – αλλά μέσα απ’ την τρέλα και τον θάνατο.

* Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΣΤΑΓΕΩΡΓΟΣ είναι πεζογράφος και φοιτητής Ψυχολογίας.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Για τη «Φανταστική περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά και τον αναξιόπιστο κύριο Καπάνταη

Για τη «Φανταστική περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά και τον αναξιόπιστο κύριο Καπάνταη

Κείμενο που βασίστηκε στην ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ημερίδα «Αλέξανδρος Κοτζιάς: ένας σύγχρονός μας» (16 Οκτωβρίου 2026), που διοργανώθηκε από την Εταιρία Συγγραφέων και το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ.

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Ο ήρωας της Φ...

Ρυού Μουρακάμι (1952 - 2026): Ο άλλος Μουρακάμι που έγραψε για τη σκοτεινή όψη του ιαπωνικού θαύματος

Ρυού Μουρακάμι (1952 - 2026): Ο άλλος Μουρακάμι που έγραψε για τη σκοτεινή όψη του ιαπωνικού θαύματος

Για τον Ιάπωνα συγγραφέα Ρυού Μουρακάμι που πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 2026, σε ηλικία 74 ετών, και τη σκοτεινή όψη του οικονομικού θαύματος της Ιαπωνίας. 

Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός

Δεν υπήρξε εξ ίσου διάσημος με τον συνονόματό του Χαρούκι, όμως κατάφερε ...

Κατασκευάζοντας ένα λογοτεχνικό βραβείο: Πέρα από την επικαιρότητα της έκδοσης

Κατασκευάζοντας ένα λογοτεχνικό βραβείο: Πέρα από την επικαιρότητα της έκδοσης

Μια πρόταση για την κατασκευή ενός λογοτεχνικού βραβείου που θα αναγνωρίζει παλαιότερα, παρά πρόσφατα έργα. Ποια είναι η σημασία των βραβεύσεων και ποια τα όρια της λογοτεχνικής αυθεντίας. Κάποιες σκέψεις. Εικόνα: Ο Τζον Μπέρτζερ κατά την απονομή του Μπούκερ.

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Διεθνές Βραβείο Médicis στην Καταλανή Εύα Μπαλταζάρ

Διεθνές Βραβείο Médicis στην Καταλανή Εύα Μπαλταζάρ

Εγκαινιάζοντας τη σεζόν των γαλλικών λογοτεχνικών βραβείων, η κριτική επιτροπή του βραβείου Médicis ανακοίνωσε τους βραβευθέντες στις τρεις κατηγορίες: πεζογραφίας, μεταφρασμένης πεζογραφίας και δοκιμίου, καθώς και το μεγάλο βραβείο. 

Επιμέλεια: Book Press

...
«Το φευγιό»: Εκδήλωση για το μυθιστόρημα της Μαρίας Θεοδοσάκη στη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος

«Το φευγιό»: Εκδήλωση για το μυθιστόρημα της Μαρίας Θεοδοσάκη στη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος

Εκδήλωση για το μυθιστόρημα της Μαρίας Θεοδοσάκη «Το φευγιό» (εκδ. Αρμός) στη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος στη Σητεία.

Επιμέλεια: Book Press

Την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026, στις 20:30, οι εκδόσεις Αρμός διοργανώνουν εκδήλωση γ...

Η Λατινική Αμερική, το ποδόσφαιρο, οι γυναίκες: Μεγάλη εκδήλωση για το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο

Η Λατινική Αμερική, το ποδόσφαιρο, οι γυναίκες: Μεγάλη εκδήλωση για το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο

Την Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2026, στις 7 μ.μ., οι εκδόσεις Μεταίχμιο και η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο Book Press διοργανώνουν εκδήλωση αφιερωμένη στον σπουδαίο συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο. © Mariela De Marchi Moyano / Flickr

Επιμέλεια: Book Press ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ζακ Λε Γκοφ [Jacques Le Goff] «Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» (μτφρ. Ελευθερία Ζέη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Νοεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόλη και δημοκρατία;

...
«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη «αλλά|ΖΩ – από την λέξη στην πράξη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Key Books.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόσες φορές έχεις πει στον εαυτό σου ότι θέλε...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 7 Οκτωβρίου 1849, πέθανε στη Βαλτιμόρη ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe). Γιατί, περισσότερα από εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά, συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του και τρία καλά βιβλία του που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωρ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ