panellinion 3

Για το ντοκιμαντέρ των Σπύρου Μαντζαβίνου και Κώστα Αντάραχα «Πανελλήνιον».

Γράφει ο Ανδρέας Κωσταγεώργος

Εν όψει της επανακυκλοφορήσεως της αριστουργηματικής ταινίας «Πανελλήνιον» στο Διαδίκτυο, που ο δυνητικός θεατής μπορεί να βρει στην πλατφόρμα Ertflix, δεν δύναμαι παρά να αδράξω τούτη την ευκαιρία και να μιλήσω για ένα φιλμ που σημάδεψε θαρρώ μια αξιοσημείωτη μερίδα του σινεφίλ (και όχι μόνο ευελπιστώ) κοινού, περνώντας, παρόλα αυτά, ένεκεν της, ησυχαστικής, αν θέλετε, καταβολής του (σε φιλοσοφικό άξονα) σχετικώς απαρατήρητο απ’ τον μέσο θεατή.

Προλογικά:

Φθινόπωρο, βδομάδες τώρα, μουχλερό απομεσήμερο, μπολιασμένος με αρίφνητη (εγκληματική θα εκτιμούσε τις) ποσότητα πικρής καφεΐνης, αντιπαλεύοντας ένα όψιμο hangover, καπνίζοντας αδηφάγα το φθαρτό τσιμπούκι μου (ένα απ’ τα πολλά, το σιαγμένο – το σεμνά πνευματώδικο) αποφασίζω, ανασαίνοντας τον αέρα μιας ξινόγλυκης αμετανοησίας, να γράψω ένα (ολιγόλεκτο πλην εμβριθές, ελπίζω) κείμενο για τη ταινία ενός φίλου που αγάπησα πολύ, στοχαζόμενος επικράτειες λέξεων και πιρουέτες μαυριδερών νοημάτων που να πυργωθούν εφάμιλλες του περί ου ο λόγος φιλμ, του «Πανελληνίου», του πολυτάλαντου Σπύρου Μαντζαβίνου και του εγκύπτοντος Κώστα Αντάραχα.

Γιατί, και τα δύο αυτά παλικάρια, εντεταγμένοι οργανικώς, άρα αβίαστα, όσο και αμετανόητως, και αυτό είναι το σπουδαίο, στην ημιφανή (και σιγοθνήσκουσα, φευ) επαρχία των νεο-ρομαντικών, δεν φτιάχνουν απλώς ένα φιλμ, τάχατις ντοκιμαντέρ, όπως διάφοροι ισχυρίστηκαν, τούτο θα ήτανε απλουστευτικό,1 μα καταθέτουν, με απαράμιλλη αισθητική τόλμη, την απέριττη ομολογία τους ότι δεν σκιάζονται την Έχιδνα του τωρινού αν-ερωτισμού, πανσύμπασα μητέρα των διαφόρων καλλιτεχνικών τεράτων της νεοελληνικής τέχνης, μηρυκάζοντας στοχαστικά τη μοναξιά, τη βαθιά, αστική μοναξιά, σαν μαυρόασπρη θρυαλλίδα του έρωτα – όχι απλώς, όμως, σαν κινητήρια δύναμη ζωής, κατά τον φροϋδικά παρωχημένο τρόπο, μα πολύ περισσότερο, την αντρική μοναξιά, τη φαεινή απελπισία του καφενειακού μουχρώματος, σαν εκείνο το είδος απελπισμένης μεν, μα σπάνιας ομορφιάς, που, μ’ όλη τη συνεχή ήττα, ανακαλύπτει, φέρνει στην φανερότητα, το λευκό φως που καθιστά την «συνέχιση» μονόδρομο – εκείνη την σπάνια ερωτική δύναμη, που ο Χέμινγουεϊ, με όλον του τον υπαρξιακό ερμητισμό, που άπαντες εμείς οι πεζογράφοι θαυμάσαμε βαθιά, θα αποκαλούσε «grace under pressure».

panellinion 2

Τον Σπύρο Μαντζαβίνο, όπως διεπιστώθη και απ’ το φρεσκοκυκλοφόρητο μυθιστόρημα του Ποδολάτρες, φαίνεται να τον απασχολούν σημαντικά οι διακυμάνσεις του οντολογικού βάθους, καθώς και η απαιτητική του σχέση με το ανάλογο υπονοούμενο ύψος, έτσι που καταπιάνεται, και στο φιλμ τούτο, αλλά και στο βιβλίο του, με ένα παίγνιο οντικών μεγεθών, σαν μεγεθυντικούς φακούς που μας δείχνουν τι θα πει συνύπαρξη. Η φιλοσοφική του καθήλωση επιμένει, τόσο εδώ όσο και εκεί, πως απ’ τη χειρουργική (αισθητική) αναδίφηση στο ρεαλιστικό προϊόν του χθαμαλού προκύπτει η συμβολική εννόηση του υψιπετούς, που ενίσταται στη στατική γκρίνια του σήμερα, καθώς και, με μεγάλο θάρρος, πυργώνει την ατομική ελευθερία – πάντα με την απαραίτητη δόση ενορχηστρωμένης μελαγχολίας.

Ένα εμβληματικό καφέ

Το «Πανελλήνιον» είναι γνωστό σε κάθε καφενόβιο, ακόμα και αν δεν έχει αράξει εκεί, συνηθέστερα λόγω σκακιστικής αμηχανίας – το ιστορικό ουζερί στην Μαυρομιχάλη, που έχει αλλάξει ήδη μια φορά τοποθεσία, ω, θυμάμαι τις ιστορίες του πατέρα μου, όταν πήγαινε να πιει τα ούζα του νεανίας, καταρρακωμένο στο αενάως μεταλλάσσομενο κέντρο της Αθήνας, όπου μαζώνει εκκεντρικούς σκακιστές, που δεν παίζουν απλώς σκάκι μα αντιζυγιάζουν μύριες απόψεις περί παντός επιστητού, που, περί πάντων ορατών τε και αοράτων, συζητάνε με τις ώρες, συμπίνοντας και συμπαίζοντας, ψευτοφιλοσοφώντας για μερικούς, επ-ανακαλύπτοντας τον κόσμο, για άλλους – πιο ρομαντικούς, σαν την προκείμενη σκηνοθετική δυανδρία.

Η ταινία βλέπεται, καταρχάς, σαν ένα άξαφνο φθινόπωρο, που μέσα στην ζυγώνουσα ξαφνικότητα του, εγκυμονείται η αχρονία του, όπως θα διαβαζόταν ίσως ένα ποίημα του Τρακλ, από έναν λυπημένο μαθητή.

Τους καταγοητεύει, φανερά, εκείνη η λανθάνουσα δυναμική, που μεταμορφώνει μια κοινότοπη αερολογία, από «χθαμαλή ψυχογλωσσική συνθήκη», σε υπαρξιακή αναγκαιότητα. Δεν θα έπρεπε να αγνοούμε ότι όταν ο Χάιντεγκερ μιλάει περί του Gerede δεν δίδει ουδέποτε αξιολογική χροιά στην εννοιολόγηση του – όπως διάφοροι αναλυτές έχουν, κατά καιρούς, κατασταλάξει. Το αγγλιστί talk ή ελληνιστί «αερολογείν» του Γερμανού στοχαστή, παρερμηνευμένο πολλάκις, δίνει το κλειδί για να εγκύψουμε αναλυτικά στο φιλμ, και να κατανοήσουμε τα υποβολιμαία νοήματα του – που ναι μεν λιτά (καταχρηστικά), αλλά παραμένουν επίκαιρα και σημαδιακά – γιατί μέσα απ’ τα λιτά στοχασμένο, απ’ το αισθητικά ολιγαρκές, στο παράδειγμα που θα συναντούσαμε σε έναν ώριμο Carver, ενεργοποιείται ο μηχανισμός της έγκριτης φιλοσοφίας.

Όταν ο Χάιντεγκερ αναλύει τη θεμελιακή έννοια του «αερολογείν», ίσως εδώ ευθύνεται η νιτσεϊκή καταβολή, αποφεύγει τις αξιολογικές σταθμίσεις, και, πολύ περισσότερο, ανατέμνει την υπαρξιακή αυτή καθημερινότητα, διαπιστωμένη εδώ και χιλιάδες χρόνια, ως εσωτερική αναγκαιότητα διαιώνισης μιας απελευθερωτικής μοναξιάς – αυτήν την μοναξιά μελετάμε βλέποντας στο Πανελλήνιον.

panellinion kentriki

Η ταινία βλέπεται, καταρχάς, σαν ένα άξαφνο φθινόπωρο, που μέσα στην ζυγώνουσα ξαφνικότητα του, εγκυμονείται η αχρονία του, όπως θα διαβαζόταν ίσως ένα ποίημα του Τρακλ, από έναν λυπημένο μαθητή.

Πίσω απ’ τα κατεβασμένα στόρια του καφενείου, επενεργείται μια άλλη, άγνωστη σε πολλούς πραγματικότητα, ανατριχιαστικά (και ηθελημένα) αόρατη, μια επιμόνως διαρκής πίσω από κεκλεισμένες θύρες πραγματικότητα, αυτή του ατέρμονου σκακιστικού παραληρήματος, απ’ το οποίο μόνον προσχηματικά αφορμούνται οι σκηνοθέτες, όπου εκλεκτοί μέσα στην ζοφερή τους αυθυπαρξία παρίες συν-εκθέτουν την σημασία του να υπάρχεις με ουσία – και πλέκουν το εγκώμιο μάλλον της αληθινής συναλληλίας.

Εφευρίσκοντας ένα ψυχικό καταφύγιο

Ενδεχομένως, το διακύβευμα των δύο νεαρών είναι να αναστραφεί ο θεατής, μέσα απ’ το μικρό κάδρο και Ταρ-ικό, καθαρό ασπρόμαυρο, σε εκείνη τη μυσταγωγική νοητική επαρχία, όπου μια μαζικά παραδεγμένη μοναξιά ομολογείται ως μεταρσιωτική αρετή -και εδώ πέρα, η αρετή αφορά στην ικανότητα-, το βαρύθυμο μα κομψό και μαθημένο, μέσα από ατέλειωτες σκακικές παρτίδες, δύνασθαι του απελπισμένου άντρα όπου μέσα στην απελπισία του βούλεται ταπεινά το υπεράνω.

Καταβεβλημένοι, ίσως ψυχικά ασταθείς άνθρωποι πίσω από σβολωτές σκόνες και καθαρισμένα, αθηναϊκά τζάμια επανασυναρμολογούν τον εαυτό τους, σε μια αξημέρωτη (θυμηθείτε την πρώτη σκηνή, όπου ο καφετζής «εκτοπίζει ειρηνικά» τους δύο εθισμένους σκακιστές) εσωτερική διαμάχη, που αν δεν απολήγει σε μια ειρηνευτική συναλληλία, σίγουρα, μέσα από αντιζηλίες βλεμμάτων και εννοιών, εφευρίσκει μέσα απ’ το καλομελετημένο ψέμα το πλέον αυθόρμητο ψυχικό καταφύγιο!

Μια διαρκής αναμέτρηση 

Ω, ξέμπαρκοι σοφοί, από λησμονημένους δημογέροντες μέχρι ιδεοληπτικούς νεαρούς, από έναν διονυσιακό, μεθοκόπο σολίστ (ο κρίκος της ταινίας, ο γεφυρωτής, θα λέγαμε, της χρωματικής δυαδικότητας, με την οποίαν φλερτάρει το φιλμ) μέχρι έναν τελείως αγνοϊκό με το σκάκι καφετζή γεμάτο ακατέργαστη συγκίνηση και βαθιά νοσταλγική αμετανοησία, οι πρωταγωνιστές του «Πανελληνίου» αναμετρώνται επιμόνως σε ένα σπαραχτικό ασπρόμαυρο, ιδέες έναντι ιδεών, με τον απαραίτητο τρεμουλιαστό κόκκο, σε καμιά περίπτωση επιτηδευμένο, έναν κόκκο στο κάδρο, σαν το τετράγωνο της σκακιέρας, σύμβουλο της νύχτας με φρουρό τον αιώνιο κεραυνό, κατά Νίτσε, με την απέθαντη σκακιέρα αναμεσίς, θαρρείς σαν καροτσάκι μωρού, στα αργοκίνητα εξόχως απλά μέσα στην δραματικότητα τους πλάνα, το νατουραλιστικό ρακόρ και, πάνω απ’ όλα, τη μπόλικη κουβέντα.

(...) γιατί το ίδιο το καφενείο, μας λένε οι σκηνοθέτες, δεν είναι παρά μια σκακιέρα, ένας συμπυκνωτικός του μακρόκοσμου μικρόκοσμος, όπου ψυχογεωγραφικά οικοδομείται αυτό που λέγαμε αλήθεια

Αναμετρώνται ατερμόνως ο ένας με τον άλλον, κινώντας μεθοδικά πούλια ενώ πραγματικά φτύνουν ο ένας στον άλλον «χθαμαλούς στοχασμούς», που η αργή, επίμονη κινηματογράφηση, η παθητική αναπαράσταση, όπου το ντοκιμαντέρ δίνει τη σκυτάλη σε ένα ιδιοφυές μύθευμα, ένα όνειρο μέσα σε όνειρο, κατά Πόε, μεταστοιχειώνει σε κλειδί της προσωπικής ελευθερίας. Σε αυτή τη λασπώδη μοναξιά, όπου παραφροσύνη συμμειγνύεται με μεγαλοφυΐα, όπου το τετριμμένο υπερυψώνεται σε πυργίσκο λαϊκής στην αρχή και μετά ενούσιας αλήθειας, άνθρωποι διαλυμένοι συναγελάζονται (συχνοί οι τσακωμοί) με έτερους παρίες, beautiful losers, όπως γράφει ο Κοέν2, και η κάμερα, στηριγμένη και αργοσαλεύουσα, είναι εκεί για να τους συλλάβει την στιγμή που το καφενείο λαμπυρίζει μέσα στα ξέπνοα μάτια τους σαν νυσταλέο καταφύγιο, και αυτό δεν έχει καμιά σημασία με το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει στη κάθε παρτίδα, αλλά ακριβώς με το ποιος, παίζοντας τη παρτίδα, αναμετράται με τον άλλον, γιατί κάθε καφενειακό περιβάλλον δεν πρόκειται παρά για μια αναμέτρηση, γιατί το ίδιο το καφενείο, μας λένε οι σκηνοθέτες, δεν είναι παρά μια σκακιέρα, ένας συμπυκνωτικός του μακρόκοσμου μικρόκοσμος, όπου ψυχογεωγραφικά οικοδομείται αυτό που λέγαμε αλήθεια, όπως άλλωστε ίσως γινόταν στην Πλατωνική Ακαδημία.

Ένα ασπρόμαυρο πεδίο μάχης

Οι περιστασιακές έγχρωμες «σφήνες», δεν μπορούν παρά να με παρασύρουν σε μια ταρκοφσκική αναλογία∙ αλλά απροσδόκητης χροιάς. Εδώ, το χρώμα και το ασπρόμαυρο δεν συναρμόζουν το ρολόι του χρόνου, πριν-νυν-μετά, ούτε, ίσως, αποτελούν διαφορετικές αποχρώσεις του μνημονικού ιστού, έτσι πως αυτός ξεδιπλώνεται ή τυλίγεται, μα δεν αποτελούν παρά δύο διαφορετικής αλήθειας ψυχόκοσμους. Εδώ η αλήθεια αποτελεί ξέχωρο μέγεθος – ας το δούμε: ένα τετράγωνο δωμάτιο, ψεύτικο αλλά πιο αληθινό, ένα κατ’ ουσίαν τετράγωνο σκακιέρας, καθησυχαστικά ασπρόμαυρο3, όπου μέσα από ψευδείς αερολογίες εκκινείται η ευρετική διαδικασία του αληθινού, όπου μέσα απ’ την αλλεπάλληλη κουβέντα η μοναξιά γίνεται όπλο κατά του εαυτού της και όπου οι λίγοι θαμώνες ανατείνονται σε πεισιθάνατους μεν μα σισύφεια αποφασισμένους προασπιστές του εαυτού τους – στο έγχρωμο, απ’ την άλλη, το ίδιο το μέγεθος γίνεται μη-μέγεθος, όπου η μοναξιά, απελευθερωμένη στην ίδια την αχρονία, εκτείνεται από ένα κίβδηλο καθεστώς αυτονομίας, το ασπρόμαυρο καφενείο, στη ρεαλιστική απελπισία των χαρακτήρων, εκεί που εκλείπει η κουβέντα, η αναμέτρηση, οι παρτίδες, και δεν μένουν παρά στωικά βλέμματα που ενώ νομίζουν ότι κοιτούν τα πάντα, δεν ατενίζουν τίποτα∙ το ασπρόμαυρο είναι αληθινότερο εδώ απ’ την ρεαλιστική αλήθεια.

Τι μένει; Το καταφύγιο, το ασπρόμαυρο πεδίο μάχης, όπου φίλοι και εχθροί ανταλλάσσουν κινήσεις στη σκακιέρα, διακαείς ματιές και απονενοημένες νοσταλγίες.

Είναι το κατεξοχήν καταφύγιο, ενώ η χειροκίνητα κινηματογραφημένη, χρωματιστή πραγματικότητα, με έντονα ζωηρά χρώματα και αδυσώπητο, αλά Super 8, τρεμούλιασμα της ανάλυσης, δεν αποτελεί παρά μια μακρά εμμηνόπαυση, μια «επίσχεση» της εύρεσης, και όταν ο σολίστ πρωταγωνιστής, συγκλονιστική φυσιογνωμία αβυθομέτρητης απελπισίας και συνταρακτικής εξωτερικής διαύγειας, παίζει στο πιάνο τα αλησμόνητα μίνιμαλ πλήκτρα που κάποτε σκαρφίστηκε, στην ίδια διελκυστίνδα παγιδευμένος, ψέμα ως αλήθεια και αλήθεια ως ψέμα, ο μεγάλος Chopin, εκείνη τη στιγμή ξέρουμε ότι με το πιάνο που σωριάζει κατάχαμα ο διονυσιακός Βέντσισλαβ, καταρρέει και η ίδια η «πραγματική πραγματικότητα».

panellinion poster

Τι μένει; Το καταφύγιο, το ασπρόμαυρο πεδίο μάχης, όπου φίλοι και εχθροί ανταλλάσσουν κινήσεις στη σκακιέρα, διακαείς ματιές και απονενοημένες νοσταλγίες.

Μάταια τραγούδια, μάταιες αναμνήσεις, μάταιες θυμοσοφήσεις, όλα αυτά συστατικά μιας υπαρξιακής αλήθειας, τη στιγμή που η σκακιέρα στήνεται, και τα βλέμματα βλέπονται, και οι καφέδες σερβίρονται, και το αλκοόλ σε χτυπάει κατακούτελα, και οι στρατηγικές, είτε είναι του παλαβιάρη Φίσερ ή όποιου περίοπτου και πολυμελετημένου grandmaster, δεν είναι παρά προσχήματα μιας εσωτερικότερης ψυχικής στρατηγικής, της τέχνης-της-ζωής – αλλά μέσα απ’ την τρέλα και τον θάνατο.

* Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΣΤΑΓΕΩΡΓΟΣ είναι πεζογράφος και φοιτητής Ψυχολογίας.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η δαρβινική Θεωρία της Εξέλιξης σήμερα: Πώς προσλαμβάνεται, πώς διαστρεβλώνεται, πώς εμπλουτίζεται από τις σύγχρονες εξελίξεις στην επιστήμη

Η δαρβινική Θεωρία της Εξέλιξης σήμερα: Πώς προσλαμβάνεται, πώς διαστρεβλώνεται, πώς εμπλουτίζεται από τις σύγχρονες εξελίξεις στην επιστήμη

Τι δείχνει πραγματικά η Θεωρία της Εξέλιξης του Καρόλου Δαρβίνου; Γιατί μέχρι σήμερα αμφισβητείται από διάφορες ομάδες; Ποια είναι η σύγχρονη εκδοχή της και πώς η διαδικασία επηρεάζεται από το αστικό περιβάλλον; Κάποιες σκέψεις. Εικόνα: Wikipedia. 

Γράφει ο Αντώνης Γ...

«Σεφέρης και Καμύ» του Γιάννη Κιουρτσάκη – Αναζητώντας τη μυστική πηγή φωτός που επιμένει να αναβλύζει

«Σεφέρης και Καμύ» του Γιάννη Κιουρτσάκη – Αναζητώντας τη μυστική πηγή φωτός που επιμένει να αναβλύζει

Κάποιες σκέψεις για τη μελέτη «Σεφέρης και Καμύ: Ζήτημα φωτός» (εκδ. Πατάκη) του Γιάννη Κιουρτσάκη, αλλά και για το σύνολο του έργου του. 

Γράφει ο Νίκος Αλιάγας

Κάποιοι συγγραφείς περνούν μια ολόκληρη ζ...

Μεταφραστική ιδεολογία, σχέσεις ισχύος και η αξιολόγηση του ξένου

Μεταφραστική ιδεολογία, σχέσεις ισχύος και η αξιολόγηση του ξένου

Πώς κρίνεται η μεταφραστική ποιότητα; Είναι προτιμότερη μια μετάφραση που επιλέγει να διασώσει την «ξενότητα» του πρωτοτύπου ή μια εξομαλυντική προσέγγιση με στόχο ένα κείμενο που «ρέει»; Κάποιες σκέψεις, με αφορμή τη σύγκριση της μετάφρασης του Μάικλ Χόφμαν και του Αλέξανδρου Κυπριώτη, στα αγγλικά και στα ελλη...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Ο Γιώργης Χαριτάτος μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική του συλλογή «Πρώτη ύλη» (εκδ. Βακχικόν).

Επιμέλεια: Book Press

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν; Ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;

...
«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Ζησιμόπουλου «Καύση τελεία και παύλα» (εκδ. Νίκας). Εικόνα: Ο πίνακας του Χάινριχ Φούγκερ «Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στην ανθρωπότητα».

Γράφει ο Γιώργος Βέης

«Ποια χέρια σφίγγουν το τιμόνι;/ Δεν είναι τ...

«Η αφήγηση της φιλοσοφίας» των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Θεοδωρακέα – Χαρτογραφώντας την περιπέτεια των ιδεών και των εννοιών

«Η αφήγηση της φιλοσοφίας» των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Θεοδωρακέα – Χαρτογραφώντας την περιπέτεια των ιδεών και των εννοιών

Για το βιβλίο ιστορίας της φιλοσοφίας των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Ι. Θεοδωρακέα «Η αφήγηση της φιλοσοφίας. Μια κοινωνική ιστορία τής δυτικής σκέψης – τόμος Α΄:  Αρχαία φιλοσοφία» (εκδ. Αλεξάνδρεια). Εικόνα: Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης στον πίνακα του Ραφαήλ «Η σχολή των Αθηνών».

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη. ...

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β' μέρος με 33 ποιήματα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...
Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Λίγα λόγια για τον Τόμας Μαν (1875-1955) και τις νέες εκδόσεις των έργων του με αφορμή την «απελευθέρωση» των συγγραφικών του δικαιωμάτων, μετά τη συμπλήρωση 70 ετών από τον θάνατό του, το 1955. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ