
Σκέψεις για το είδος της «βιογραφίας»: πώς εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια, γιατί δεν έχει μεγάλη απήχηση στην Ελλάδα και πώς συγγενεύει με τη «βιομυθοπλασία»; Πώς μπορεί να αποδοθεί η προσωπικότητα ενός ανθρώπου, όταν είναι «ασύλληπτη όπως το ουράνιο τόξο», κατά τη Βιρτζίνια Γουλφ; Στην κεντρική εικόνα, η Βιρτζίνια Γουλφ.
Γράφει ο Μάκης Καραγιάννης
Σε αντίθεση με τις αυτοβιογραφικές σπουδές, και παρά την έκρηξη της λογοτεχνικής θεωρίας των τελευταίων δεκαετιών, η βιογραφία παρέμεινε ο φτωχός συγγενής των πολιτισμικών σπουδών. Η θεωρητική αυτή αμηχανία είχε ως συνέπεια η κριτική και η θεωρία της βιογραφίας, διαπλέοντας τα κύματα του δομισμού, του μεταδομισμού ή των φεμινιστικών σπουδών, να παραμένουν με τα παραδοσιακά απλοϊκά εργαλεία της προθετικότητας του βιογράφου, της αντικειμενικότητας ή της αλήθειας. Ή όπως συμπυκνώνεται στην «αφηγηματική σύμβαση» του Philippe Lejeune: «Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια και μόνον την αλήθεια».1
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στις λογοτεχνικές σπουδές μια στροφή με νέες προσεγγίσεις στην υποτιμημένη θεωρία της βιογραφίας και της βιογραφικής κριτικής. Όχι μόνο με μεταμοντέρνες οπτικές, για την αποσαφήνιση εννοιών όπως η υποκειμενικότητα, το βιογραφείν, η «πραγματικότητα», αλλά και με τον Νέο Ιστορικισμό. Τη στροφή δηλαδή της ιστορικής επιστήμης από την μακρά διάρκεια στη μικροϊστορία, τις γραφές της ζωής και τη συνεξέταση λογοτεχνίας και ιστορίας, δίνοντας έμφαση στα πολιτισμικά συμφραζόμενα της εποχής.
Τότε, η αυλική ποίηση και τα «belles lettres», που πατρονάρονταν και χρηματοδοτούνταν από τους ευγενείς, έδωσαν τη θέση τους στη λογοτεχνία και ο λόγιος στον λογοτέχνη.
Η βιογραφία ως λογοτεχνικό είδος έχει μια μεγάλη παράδοση. Ξεκινάει από τους Παράλληλους βίους του Πλούταρχου, τους μεσαιωνικούς «βίους αγίων» και τα συναξάρια, τις βιογραφίες της βικτωριανής Αγγλίας και της Γαλλίας, και φτάνει ως τις μέρες μας, όπου ανταγωνίζεται άλλα λογοτεχνικά είδη. Η σύγχρονη βιογραφία μαζί με το μυθιστόρημα έχουν την αφετηρία τους στον 17o και 18ο αιώνα, στις μνημειώδεις αλλαγές της Δυτικής Ευρώπης με τον Διαφωτισμό και τη Βιομηχανική Επανάσταση, που ανέδειξαν τη φιλελεύθερη κοινωνία και οικονομία και εδραίωσαν την ατομικότητα. Τότε, η αυλική ποίηση και τα «belles lettres», που πατρονάρονταν και χρηματοδοτούνταν από τους ευγενείς, έδωσαν τη θέση τους στη λογοτεχνία και ο λόγιος στον λογοτέχνη. Η τυπογραφία και η αγορά δημιούργησαν αφ’ ενός το πρότυπο του επαγγελματία συγγραφέα που ζει από τα βιβλία του, όπως ο Σάμιουελ Τζόνσον στην Αγγλία ή ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ στη Γαλλία και αφ’ ετέρου το κοινό των αναγνωστών που άρχισε να στρέφει μαζικά την προσοχή του από θρησκευτικά φυλλάδια στις ιστορίες που έγραφαν συγγραφείς όπως ο Ντάνιελ Ντεφόε ή ο Σάμιουελ Ρίτσαρντσον. Κάτω από τα ανάδυση των εμβληματικών μυθιστορημάτων όπως ο Ροβινσώνας Κρούσος ή βιογραφιών όπως Ο βίος του Σάμιουελ Τζόνσον (1791) του James Boswell, προβάλλει η ανάδυση της ατομικότητας και του αυτόνομου υποκειμένου που διεκδικεί τον δικό του λόγο για τον κόσμο.
Στις αγγλοσαξονικές χώρες και σε εμάς
Στις αγγλοσαξονικές χώρες πρόκειται για «βιομηχανία» με μεγάλη παράδοση και λαμπρό παρόν. Οι βιογραφίες μεγάλων ονομάτων συνήθως φέρνουν στην επιφάνεια σκανδαλιστικές λεπτομέρειες της προσωπικής τους ζωής και αποτελούν τα καλύτερα μπεστ σέλερ. Ο Τέρι Ίγκλετον, με το χιούμορ που τον διακρίνει, εξηγεί αυτή την παράξενη μανία για βιογραφίες λέγοντας ότι οι άγγλοι ενδιαφέρονται λιγότερο για τις ιδέες και περισσότερο για τις σεξουαλικές συνήθειες.
Στην Ελλάδα δεν είχε μεγάλη απήχηση και πρόκειται για ένα σχετικά παραμελημένο είδος. Η ελληνική βιβλιογραφία είναι σχετικά μικρή και ο θεωρητικός στοχασμός περιορισμένος. Παρόλο που στην ελληνική γραμματολογία μπορεί να βρει κανείς απομνημονεύματα των αγωνιστών του ’21, όπως του Μακρυγιάννη και του Κασομούλη, και αρκετές βιογραφίες και μυθιστορηματικές βιογραφίες, όπως Ο κοσμοκαλόγερος του Μιχαήλ Περάνθη για τον Παπαδιαμάντη ή σύγχρονες όπως αυτή του Ρόντερικ Μπίτον για τον Σεφέρη, το είδος δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερα με εξαίρεση τα τελευταία χρόνια. Ως ένα βαθμό η έλλειψη επιστημονικών βιογραφιών αποδίδεται στο γεγονός ότι η ελληνική ιστοριογραφία, επηρεασμένη από τη σχολή των Annales, είχε δώσει έμφαση στις δομές και είχε υποβαθμίσει την έννοια της προσωπικότητας.
Ποια είναι η ρητορική της βιογραφίας, οι αφηγηματικοί τρόποι τους οποίους μετέρχεται ο βιογράφος και ποια είναι η σχέση της με τη μυθοπλασία και το μυθιστόρημα; Η βιογραφία, η αφήγηση δηλαδή της ζωής ενός προσώπου, είναι μαζί με την αυτοβιογραφία, τα συναξάρια, τους βίους, τη μυθιστορηματική βιογραφία, τα απομνημονεύματα, τα ημερολόγια, ένα από τα βιογραφικά είδη. Μέχρι τον 20ό αιώνα ο ρόλος της είναι ηθικοπλαστικός. Το κύριο έργο της είναι να εγκωμιάσει, να εξυμνήσει και να διδάξει ηθικά μέσα από τα παραδείγματα των μεγάλων ανδρών.
Η τομή
Στις αρχές του 20ού, και ιδιαίτερα στον μεσοπόλεμο, συμβαίνει μια μεγάλη τομή, η οποία αφορά τη στάση του βιογράφου και την ελευθερία την οποία αποκτά απέναντι στο αντικείμενό του που οδήγησε στη «μοντέρνα» βιογραφία. Τη μυθιστορηματική βιογραφία ή «Vie romance» όπως ονομάστηκε στη Γαλλία ή τη «Νέα Βιογραφία» -«New Biography»- στην Αγγλία. Πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε η Βιρτζίνια Γουλφ και ο κύκλος του Bloomsbury, που εισήγαγαν μια διαφορετική οπτική. Στο δοκίμιό της με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Νέα Βιογραφία» θεωρεί ότι συγγραφείς όπως ο Lytton Strachey εισήγαγαν μια νέα οπτική γωνία που διαμόρφωσε το πρότυπο ενός άλλου βιογράφου, όπου «είτε φίλος είτε εχθρός, είτε θαυμαστής είτε επικριτής είναι ισότιμος [με τον βιογραφούμενο]. Σε κάθε περίπτωση, διατηρεί την ελευθερία του και το δικαίωμα της ανεξάρτητης κρίσης».2
Η βιογραφία, λοιπόν, αρχίζει να γίνεται τέχνη και να αποκτά συγγένειες με το μυθιστόρημα, κυρίως ως προς την αφήγηση.
Οι βιογραφίες του Lytton Strachey -μεταξύ των οποίων και το Βασίλισσα Βικτωρία (1921), που μεταφράστηκε στα ελληνικά, και το Διακεκριμένοι Βικτωριανοί (1921), στο οποίο ανέδειξε την υποκρισία της βικτωριανής ηθικής- παύουν να είναι μια ψυχρή επιστημονική συσσώρευση γεγονότων και η έμφαση δίνεται στην αφήγηση. Με την απλότητα του ύφους, το δικαίωμα της προσωπικής άποψης, την ψυχογραφική αποτύπωση των προσώπων, την ασέβεια και την αίσθηση του χιούμορ κατακτά τον τίτλο του καλύτερου άγγλου πεζογράφου.
![]() |
|
Η Ρέα Γαλανάκη |
Η βιογραφία, λοιπόν, αρχίζει να γίνεται τέχνη και να αποκτά συγγένειες με το μυθιστόρημα, κυρίως ως προς την αφήγηση. Οι βιογράφοι άρχισαν να ενδιαφέρονται πια όχι μόνο για τις πράξεις, αλλά χρησιμοποιώντας τις τεχνικές των μυθιστοριογράφων, δηλαδή τη φαντασία, την υποδήλωση, τη δραματική εντύπωση, προσπαθούν να αναδημιουργήσουν την προσωπικότητα και τον ψυχολογικό κόσμο του βιογραφούμενου, να περάσουν δηλαδή από την «αλήθεια της πραγματικότητας» στην «αλήθεια της φαντασίας».
Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πρώτη βασική διάκριση ανάμεσα στον μυθιστοριογράφο και τον βιογράφο. Ό,τι δηλώνεται ως βιογραφία με τις παραλλαγές της -βίοι, συναξάρια κτλ.- δεσμεύεται να μείνει πιστό στην αλήθεια και την πραγματικότητα του περί ου ο λόγος. Αντίθετα, ό,τι επιγράφεται ως λογοτεχνία -μυθιστορηματική βιογραφία ή μυθιστόρημα- είναι φανερό ότι προγραμματικά διεκδικεί τις ελευθερίες του.
Ο συνήγορος, ο δικαστής και η αντικειμενικότητα
Στις βιογραφίες θα έλεγα ότι ενδημούν δυο χαρακτηριστικές τάσεις του είδους, τις οποίες θα ονόμαζα «ο συνήγορος» και «ο δικαστής». Η μία αφορά τη μυθοποίηση του προσώπου, τα εγκώμια -πολλές φορές, μάλιστα, γράφεται κατά παραγγελία από τους οικείους- και η άλλη την εσκεμμένη απομυθοποίηση. Όπως αναφέρω και σε ένα διήγημα, ο συγγραφέας της δεύτερης «κατεδαφίζει μεγάλα ονόματα για να αποκτήσει ο ίδιος αξία» και χρήματα βέβαια από τη βιογραφία. Και στις δυο περιπτώσεις, πρόκειται για καταστρατήγηση της ανομολόγητης σύμβασης της «αντικειμενικότητας», η οποία υποκρύπτει μια συνειδητή «διόρθωση» του βίου και προσαρμογή στην «αλήθεια» του εκάστοτε βιογράφου.
Ο βιογράφος, γράφει η Βιρτζίνια Γουλφ στην «Τέχνη της βιογραφίας», εκφράζοντας το πνεύμα της εποχής της, «πρέπει να είναι επικεφαλής όλων μας, σαν το καναρίνι του μεταλλωρύχου, δοκιμάζοντας την ατμόσφαιρα (...)
Ακόμη, όμως, και με τις καλύτερες προθέσεις, η αντικειμενικότητα είναι ένας δύσκολος στόχος διότι η βιογραφία, με τα μέσα της αφήγησης -την επιλογή, την περικοπή, τη συμπύκνωση- είναι μια κατασκευή. Για να το θέσουμε με τα λόγια του Πιέρ Μπουρντιέ, πρόκειται για την αυταπάτη της βιογραφίας.3 «Η τάση να ιδεολογικοποιεί κάποιος την ίδια τη ζωή του, επιλέγοντας κάποια σημαντικά γεγονότα και εγκαθιδρύοντας μεταξύ τους σχέσεις αιτιότητας και συνάφειας, βρίσκει πάντοτε θετική ανταπόκριση από τον βιογράφο ο οποίος ξεκινώντας πάντοτε από τις δικές του ερμηνευτικές διαθέσεις, αποδέχεται αυτή την τεχνητή κατασκευή νοήματος». Ποιος είναι, επομένως, ο ιδανικός βιογράφος; Ο βιογράφος, γράφει η Βιρτζίνια Γουλφ στην «Τέχνη της βιογραφίας», εκφράζοντας το πνεύμα της εποχής της, «πρέπει να είναι επικεφαλής όλων μας, σαν το καναρίνι του μεταλλωρύχου, δοκιμάζοντας την ατμόσφαιρα, ανιχνεύοντας την ανακρίβεια, τον μύθο και την παρουσία παλιομοδίτικων συμβάσεων. Η αίσθηση της αλήθειας του πρέπει να είναι ζωντανή και να περπατά ακροποδητί».4
Οι πολλές ζωές του Γκαλουά
Δεν ξέρω αν υπάρχει τέτοιος, αν και πολλοί θα ήθελαν να διεκδικήσουν τον τίτλο. Τα ερωτήματα αυτά με απασχόλησαν συστηματικά όταν έγραφα τον Καθρέφτη και το πρίσμα. Μία από τις πραγματικές βιογραφικές ιστορίες του βιβλίου αναφέρεται στον θεμελιωτή της μοντέρνας άλγεβρας του 19ου αιώνα, Εβαρίστ Γκαλουά, που σκοτώθηκε σε μονομαχία για μια γυναίκα σε ηλικία είκοσι ετών και έρχεται να προστεθεί στις πολλές που υπάρχουν. Διαβάζοντας τις προηγούμενες βιογραφίες διαπιστώνεις το πρώτο και βασικό συμπέρασμα. Κάθε βιογραφία, κάθε αφήγηση είναι και μια ερμηνεία.
Στη βιογραφία του Ε. Τ. Μπελ5, ο Γκαλουά είναι η μεγαλοφυΐα ενάντια στο ακαδημαϊκό κατεστημένο. Στον Λέοπολντ Ίνφελντ6, προβάλει η μαρξιστική ερμηνεία: ο λαϊκός ήρωας ενάντια στον βασιλιά, την κυβέρνηση και την αστυνομία. Στον Φρεντ Χόιλ7, ο καλός μαθητής ενάντια στους δασκάλους. «Πόσοι είναι οι Γκαλουά;» αναρωτιέται, λοιπόν, η ηρωίδα του διηγήματός μου; «Υπάρχουν ακλόνητες αλήθειες ή όλα είναι ερμηνείες της πραγματικότητας;»8 Μπορούν, τελικά, οι αφηγήσεις να αποδώσουν τη ζωή ενός υποκειμένου; Και πώς αυτή μετατρέπεται σε λογοτεχνικό σύμβολο;
Πώς μπορεί, λοιπόν, να αποδοθεί η προσωπικότητα ενός ανθρώπου όταν είναι «ασύλληπτη όπως το ουράνιο τόξο», κατά τη Βιρτζίνια Γουλφ;
Εφ’ όσον η βιογραφία είναι κατασκευή και ερμηνεία, εγείρεται κάθε φορά το ερώτημα κατά πόσον αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια. «Ξέρω ότι το εγχείρημα μιας βιογραφίας ενέχει και το στοιχείο της ματαιότητας. Μέσα σε κάθε ιστορία που πλάθεται ερμηνεύοντας γεγονότα, ψυχορραγεί η αλήθεια και ο βιογράφος με αγωνία μάχεται να της εμφυσήσει την πνοή της ζωής» λέει ένας αφηγητής μου στον Καθρέφτη και το πρίσμα.9 Πώς μπορεί, λοιπόν, να αποδοθεί η προσωπικότητα ενός ανθρώπου όταν είναι «ασύλληπτη όπως το ουράνιο τόξο», κατά τη Βιρτζίνια Γουλφ; Ποια είναι η κατάλληλη μορφή; Και ποια είναι η σχέση της με το μυθιστόρημα; Βιογραφία, μυθιστορηματική βιογραφία, βιογραφικό μυθιστόρημα, ή μεταβιογραφία, βιομυθοπλασία (metabiography, biofiction) για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους της μεταμοντέρνας βιογραφίας; Οι ποικίλες και αντιθετικές προσεγγίσεις τη μετατρέπουν, όπως εύστοχα το ονομάζει ο Στάνλεϊ Φις, σε «αρένα της αμφισβήτησης».10
Η «βιομυθοπλασία»
Έχοντας επίγνωση των προβλημάτων της ορολογίας, των πολλαπλών μορφών και σημασιών, είναι δύσκολο να δώσουμε έναν ενιαίο ορισμό της βιογραφίας. Ήδη από το 1967 ο Paul Murray Kendall στο δοκίμιό του «The art of biography» αφήνει πίσω την παράδοση και αναφέρεται στο «μυθιστόρημα ως βιογραφία» το οποίο είναι «σχεδόν εντελώς φανταστικό».11 Εκείνος, όμως, που έκανε ένα σημαντικό βήμα, στο πνεύμα του μεταμοντερνισμού των τελευταίων δεκαετιών, είναι ο Alain Buisine, που στο ομώνυμο δοκίμιό του εισάγει τον όρο της «Βιομυθοπλασίας»-«Biofictions»12, που είναι η μεταμοντέρνα εκδοχή της βιογραφίας, διότι η μυθοπλασία παίζει βασικό ρόλο, αφού η ακριβής αναπαράσταση του βίου ενός υποκειμένου είναι τελικά αδύνατη. «Έτσι» -όπως το θέτει ο Michael Lackey- «εκείνο το οποίο τελικά παίρνουμε από ένα βιογραφικό μυθιστόρημα είναι το όραμα ζωής και του κόσμου του μυθιστοριογράφου και όχι η ακριβής αναπαράσταση ζωής ενός πραγματικού προσώπου».13 Θεωρώ τον όρο «βιομυθοπλασία» (biofiction) -και όχι το «metabiography», με το οποίο η έμφαση πέφτει στη βιογραφία- δόκιμο για τα λογοτεχνικά έργα στα οποία βιογράφοι και μυθιστοριογράφοι παραιτούνται από την επιθυμία της πιστότητας στον βιογραφούμενο.
Η «βιομυθοπλασία» ανατρέπει τις συμβάσεις, παραβιάζει τα όρια μεταξύ γεγονότος και μυθοπλασίας, εκφράζει την ανάμιξη των ειδών και τον μεταμοντέρνο σκεπτικισμό απέναντι στην παράδοση. Η μεταμοντέρνα βιογραφία, τελικά, επιδεικνύει τις ραφές της, την κατασκευασιμότητα του παρελθόντος, χρησιμοποιεί την αποσπασματικότητα και τη διακειμενικότητα, προτιμά την αβεβαιότητα και τις διαφορετικές εκδοχές της αλήθειας, αμφισβητεί το συνεκτικό υποκείμενο και την ενοποιημένη συνείδηση.
Θεωρώ ως κορυφαίο του είδους τόσο για την ευφυή σύνθεσή του όσο και για την απόλαυση της ανάγνωσης τον Παπαγάλο του Φλωμπέρ του Τζούλιαν Μπαρνς. Μια μυθιστορηματική σύνθεση με χρονολογίες, καταλόγους, λεξικά αλλά και τον αναστοχασμό πάνω στην βιογραφία, την κριτική, τη δυνατότητα να αξιολογήσει κανείς το παρελθόν και την πολυσχιδή προσωπικότητα του Φλωμπέρ.
Στο κλίμα της βιομυθοπλασίας θα κατέτασσα, δείγματος χάριν, Το μέλι και η στάχτη του Θεού του Μισέλ Φάις για τον Ιταλοεβραίο ζωγράφο Τζούλιο Καΐμη, αλλά και την Ελληνική αϋπνία του ίδιου με θέμα τον Βιζυηνό14, ή τον Γλαύκο Θρασάκη του Βασίλη Βασιλικού.15 Σημαντικά δείγματα του είδους θεωρώ, επίσης, και τα μυθιστορήματα Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Θα υπογράφω Λουί και Ελένη ή ο Κανένας της Ρέας Γαλανάκη. Με βιογραφική δόμηση στον λόγο τους αντιστέκονται στις ειδολογικές κατατάξεις και χρησιμοποιούν την επιστολικότητα, τα τεκμήρια και τις διαφορετικές εκδοχές της αλήθειας. Όπως δηλώνει η ίδια, τα βιβλία της «ούτε ιστορικά μυθιστορήματα είναι ούτε μυθιστορηματικές βιογραφίες». Γιατί, όπως λέει, «οι καταστάσεις που περιγράφει, οι συγκρούσεις και ο λόγος των (υπαρκτών) ηρώων της είναι δικό της δημιούργημα. Με στόχο τον διάλογο ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και νοοτροπίες, τον προβληματισμό γύρω από κάποιες ιδέες, όπως π.χ. της "ταυτότητας”».16 Υιοθετεί μια αφήγηση, η οποία, ενώ σέβεται τον ρεαλισμό των γεγονότων της ιστορίας, διεκδικεί την ελευθερία της ιχνογραφώντας όχι μόνο το υπαρκτό πρόσωπο του Φερίκ Πασά π.χ., αλλά και τα προσωπεία που θα μπορούσε να είχε αποκτήσει. Οι αντιφατικές όψεις του βιογραφούμενου υποκειμένου συνοδεύονται κι από τις διαφορετικές εκδοχές της Ιστορίας, η οποία για να θυμηθούμε τον Πωλ Ρικέρ17 είναι κι αυτή μια αφήγηση.
Εντέλει, ο αναγνώστης διαβάζει την ιστορία του Ανδρέα Ρηγόπουλου, αλλά η Γαλανάκη βλέπει, πάνω από τον ώμο του ιστορικού χαρακτήρα, το αδιέξοδο του αρχετυπικού επαναστάτη που αυτοκτονεί στην ιστορία του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, το δράμα και τον διχασμό του κάθε ανθρώπου που συνδυάζει θρησκείες και πολιτισμούς, ενώ στην Ελένη Αλταμούρα τη διάψευση και την αδυναμία της γυναίκας να ορίσει τον δικό της ρόλο και την ταυτότητά της.
Το κρίσιμο σημείο στα λογοτεχνικά είδη με αναφορά στις βιογραφίες θεωρούνταν η αλήθεια. Με την πάροδο το χρόνου, ιδιαίτερα στα τέλη του 20ού και τις αρχές του 21ου, υπάρχει μια αποκλίνουσα αφηγηματική γραμμή η οποία, κάτω από το πνεύμα του μεταμοντερνισμού και την κρίση των μεγάλων αφηγήσεων, έθεσε την αλήθεια σε δεύτερο πλάνο. Ενέταξε τους πραγματικούς χαρακτήρες στη μυθοπλασία, τους χρησιμοποίησε ισοδύναμα με τους υπόλοιπους. Αναζήτησε όχι την αλήθεια του βιώματος, αλλά την ενδεχόμενη αλήθεια της πραγματικής ζωής, όπως συμβαίνει σε κάθε μυθιστόρημα.
Είναι μια μικρή ή μεγάλη απιστία, αλλά όπως λέει η Μαργκερίτ Ντυράς, «η απιστία είναι η πίστη στον έρωτα». Η απιστία στον βιογραφούμενο είναι η πίστη στην αλήθεια της ζωής, που είναι πιο βαθιά, υπερακοντίζει την ακρίβεια της βιωμένης εμπειρίας για να αγγίξει το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης, να την ανασύρει στο φως της κοινωνίας και της ιστορίας, να διεκδικήσει την καθολικότητα.
Η βιογραφία και το μυθιστόρημα πολιορκούν το ίδιο κάστρο, μετέρχονται κοινές αφηγηματικές πρακτικές για τη μελέτη της ατομικότητας. Εξάλλου τι είναι η Μαντάμ Μποβαρύ και η Άννα Καρένινα παρά φανταστικές βιογραφίες που με τον ρεαλισμό και τη βιογραφική τους δόμηση διεκδίκησαν να εκφράσουν το εσώτερο είναι της γυναίκας που παρέμενε επί αιώνες στη σκιά του δημόσιας ζωής; Εντέλει, η βιομυθοπλασία, ξεπερνώντας τις παραδοσιακές μορφές της βιογραφίας και της μυθιστορηματικής βιογραφία,ς συναιρεί το γεγονός και τη μυθοπλασία, ώστε βιογραφία και μυθιστόρημα να συγκλίνουν σε μια κοινή κοίτη: τη γραφή της ζωής.
* Ο ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ είναι πεζογράφος και κριτικός. Τελευταίο του βιβλίο το δοκίμιο «Η τέχνη του μυθιστορήματος» (εκδ. Επίκεντρο).
1 Lejeune Philippe, Le pacte autobiographique, 1975, Paris : Seuil, 1996
2 Virginia Woolf, The New Biography, Granite & Rainbow, Essays, Harcourt Brace, New York (1958), p. 152
3 Πιέρ Μπουρντιέ, Η αυταπάτη της βιογραφίας. «Πρακτικοί λόγοι για τη θεωρία της δράσης», Πλέθρον 2000, σ. 76
4 Virginia Woolf, The Art of Biography, The Death of the Moth and Other Essays, e-artnow 2013, p. 112
5 Οι μαθηματικοί, ΠΕΚ 2006
6 Leopold Infeld, Whom the Gods Love: The Story of Evariste Galois (New York: Whittlesey House, 1948
7 Τα δέκα πρόσωπα του σύμπαντος, Κάτοπτρο 1988
8 Ο καθρέφτης και το πρίσμα, Νεφέλη 2007, σ. 147
9 Ό.π., σ. 52
10Biography and intention, Contesting the subject : essays in the postmodern theory and practice of biography and biographical criticism / edited by William H. Epstein, Purdue University Press, 1991, p. 15
11 Kendall, Paul Murray, The Art of Biography, NewYork: Norton, 1967, p. 126.
12 Biofictions, Revuedes Sciences Humaines 224 (1991): 7-13.
13 Michael Lackey (2016) Locating and Defining the Bio in Biofiction, a/b: Auto/ Biography Studies, 31:1, 3-10, DOI: 10.1080/08989575.2016.1095583
14 Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, Ένας μεταμοντέρνος Βιζυηνός;, Ο λόγος της παρουσίας. Τιμητικός τόμος για τον Παν. Μουλλά (Σοκόλης, 2005).
15 Φαρίνου-Μαλαματάρη, Ο εαυτός ως άλλος στη βιογραφία, Πόρφυρας, Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2002.
16 Συνέντευξη στη Μικέλα Χαρτουλάρη, ΤΑ ΝΕΑ, 16 Μαΐου 1998
17 Η αφηγηματική λειτουργία, εκδ. Καρδαμίτσα, 1990



























