bench_white_360240

Με αφορμή τις δηλώσεις της Κικής Δημουλά

Του Σωτήρη Βανδώρου

Από το σάλο που ξέσπασε με τη δημοσίευση των γνωστών, πλέον, δηλώσεων της Κικής Δημουλά δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει εύκολα τα μνησίκακα σχόλια που αυτές προκάλεσαν και τις επιθέσεις που δέχτηκε ως πρόσωπο –εν προκειμένω δεν θα είχα αντίρρηση να συνυπογράψω την ανακοίνωση στήριξης της Εταιρείας Συγγραφέων– ούτε από την άλλη μια στάση αναστολής της κριτικής ικανότητας ενώπιον της αυθεντίας – ακόμη και η ίδια προσεκτική αυτή ανακοίνωση αφήνει περιθώρια μιας τέτοιας ερμηνείας, όταν ενώ ορθά διαπιστώνει πως διακεκριμένες κι αγαπητές προσωπικότητες είναι αυτές που δέχονται και τις πιο αήθεις επιθέσεις, ταυτόχρονα επισημαίνει ότι αυτό γίνεται, μεταξύ άλλων, «χωρίς σεβασμό στην ιστορία και την προσφορά τους».

Πιθανότατα ο συντάκτης του κειμένου δεν εννούσε αυτό, αλλά μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι όσο μεγαλύτερη προσφορά έχει κανείς (όπως κι αν λογίζεται αυτή), με τόσο μεγαλύτερη επιείκεια πρέπει να κρίνονται οι δηλώσεις και η συμπεριφορά του. Αυτό καθόλου δεν μπορώ να το συμμεριστώ. Για παράδειγμα, δεν θεωρώ ότι ο Κώστας Τσόκλης θα έπρεπε να αποδοκιμαστεί λιγότερο από όσο αποδοκιμάστηκε όταν δήλωσε δημοσίως πως οι γυναίκες έχουν ευθύνη για το βιασμό τους, επειδή τυγχάνει μέγιστος καλλιτέχνης. Αν ισχύει κάτι είναι ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή η κριτική μας στάση πρέπει να είναι περισσότερο ενεργή στις περιπτώσεις ανθρώπων τα λεγόμενα των οποίων αποκτούν μεγαλύτερη δημοσιότητα αλλά και βαρύτητα εξαιτίας του κοινωνικού τους κύρους.

Ωστόσο, αυτό που θα ξεχώριζα περισσότερο είναι η ευκολία με την οποία οι περισσότεροι σχολιαστές αποφάνθηκαν κατά τρόπο απροβλημάτιστο, χωρίς επιφυλάξεις κι αμφιβολίες. Αλλά αποφάνθηκαν περί τίνος ακριβώς; Απλοποιώντας και συμπυκνώνοντας πολλά και διαφορετικά σχόλια, θα έλεγα πως φαίνεται ως εάν για τους περισσότερους το επίδικο αντικείμενο (πέραν άλλων, αυτοτελών ζητημάτων που θίχτηκαν, όπως η δημοσιογραφική δεοντολογία και η λειτουργία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης) είναι η απάντηση στο ερώτημα εάν η Κική Δημουλά είναι ρατίστρια ή δεν είναι (με βάση τις δηλώσεις της αυτές). Όμως εδώ το θέμα έχει τεθεί με λάθος τρόπο, και ίσως εν μέρει σε αυτό οφείλεται και η σύγχυση που προκλήθηκε σε (καλόπιστους) σχολιαστές. Για λόγους που ελπίζω να γίνουν περισσότερο φανεροί στη συνέχεια, θα αντιπρότεινα το ερώτημα «εάν τα συγκεκριμένα λεγόμενα της Δημουλά εκφράζουν ρατσιστικές απόψεις ή όχι;». Αυτή η μετατόπιση ίσως φανεί σχολαστική ή ανούσια, αλλά δεν είναι. Πρώτον, διότι μια πράξη ή μια εκφορά του λόγου δεν μας χαρακτηρίζει αναγκαστικά συλλήβδην ως υποκείμενα. Ας πούμε, δεν γνωρίζω άνθρωπο που δεν έχει πει ή δεν έχει κάνει κάποια βλακεία στη ζωή του. Βλάκες όμως μπορούν να χαρακτηριστούν μόνον αυτοί που κατά σύστημα ενεργούν βλακωδώς. Δεύτερον, και πιο σχετικό, ως υποκείμενα δεν έχουμε πάντα πλήρη συνείδηση των λεγομένων μας και του νοήματός τους, ούτε αυτά που λέμε έχουν απαραίτητα απόλυτη συνοχή, ούτε είναι οπωσδήποτε απαλλαγμένα από αντιφάσεις (με αυτό δεν θέλω βέβαια να πω ότι δεν έχουμε ευθύνη για αυτά που λέμε, αλλά ότι η ευθύνη αυτή δεν είναι πάντα προφανής και πρέπει να σταθμιστεί).

Κάνοντας λοιπόν το στοιχειώδες, δηλαδή διαβάζοντας καλόπιστα κι απροκατάληπτα (τουλάχιστον αυτό επιχείρησα) τις επιμαχες δηλώσεις της έτσι όπως παρουσιάστηκαν απομαγνητοφωνημένες, κι επομένως μεταφερμένες επί λέξει, έχοντας υπόψη και τη συνέντευξη που έδωσε μετά τον καταιγισμό σχολίων που δέχθηκε, θα κάνω τα παρακάτω σχόλια, ξεκινώντας από το γενικό, το οποίο μια απλώς προσεκτική ανάγνωση οφείλει να αναγνωρίσει: Ο λόγος της Δημουλά δεν είναι ενιαίος, αλλά συντίθεται από δυο διαφορετικούς λόγους οι οποίοι βρίσκονται σε συνεχή ένταση μεταξύ τους, παράγοντας διαρκώς αντιφάσεις. Προσωπικά, αυτό ακριβώς το στοιχείο βρίσκω πιο ενδιαφέρον απ’ όλα (και από πολιτική άποψη το πιο κρίσιμο, όπως θα εξηγήσω στο τέλος).

Η πρώτη φράση από τα απομαγνητοφωνμένα λόγια της που αφορά τους «ξένους» είναι η ακόλουθη: «Μην ξεχνάμε πως οι ξένοι που βρέθηκαν εδώ ήταν λόγω της φτώχειας των χωρών εκείνων». Αυτή είναι μια διαπίστωση σχετικά με το φαινόμενο της μετανάστευσης που το συνδέει με τα κοινωνικά του αίτια και θα μπορούσε να αποτελεί εισαγωγή σε μια αντιρατσιστική στάση (ο ρατσιστικός λόγος αποδίδει στην πληθυσμιακή κατηγορία εναντίον της οποίας καταφέρεται, προσίδια χαρακτηριστικά και δεν ενδιαφέρεται να δώσει εκλεπτυσμένες κοινωνικές ερμηνείες για την ανθρώπινη συνύπαρξη που υπερβαίνουν αυτά ακριβώς τα εγγενή, υποτίθεται, χαρακτηριστικά).

Αμέσως παρακάτω, ωστόσο, διατυπώνεται ότι «[θ]α πρέπει να το πούμε πάντως και αυτό, πρέπει να πω όμως ότι είναι και ένας συνεχής κίνδυνος, κινδυνεύουν οι ντόπιοι από κλοπές φοβερές ακόμη και στον δρόμο». Εδώ διαχωρίζεται ο πληθυσμός της Κυψέλης –που είναι και το αντικείμενο της συνάντησης-συζήτησης– σε «ντόπιους» και «ξένους». Οι δεύτεροι είναι διαρκής κίνδυνος για τους πρώτους, συνδεόμενοι με την εγκληματικότητα, και προς επίρρωση της θέσης αυτής γίνεται αναφορά σε δύο βίαια περιστατικά με θύματα τα ίδια πρόσωπα του στενού της περιβάλλοντος. Ως εάν να αντιλαμβάνεται ότι αυτή η γενίκευση (ντόπιοι-θύματα, ξένοι-θύτες) συνιστά την επιτομή κάθε λόγου καταρχάς ξενοφοβικού (είναι μάλλον υπερβολικό να μιλήσει κανείς για ρατσισμό ακόμη εδώ) ευθύς η Δημουλά «αυτοδιορθώνεται» κάνοντας την εξής διευκρίνιση που συνιστά κριτική στην προηγούμενη διατύπωση: «Περιορισμένα περιστατικά ναι, αλλά ο φόβος είναι απεριόριστος. Δεν θέλω να πω ότι οι ξένοι της Κυψέλης είναι και ληστές».

bench_non-whitesΑμέσως παρακάτω διαβάζουμε: «Πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι –πολύ φυσικό βέβαια, πώς να περάσουν την ώρα τους– και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος». Εδώ υπάρχει μια κλιμάκωση του ξενοφοβικού λόγου και βρισκόμαστε πλέον στο κατώφλι του λεγόμενου «διαφορικού» ρατσισμού. Οι δυο κατηγορίες, ντόπιοι και ξένοι, διατηρούνται ακέραιες στη γενικότητά τους και τώρα πλέον διατυπώνεται μια ιδέα αδυναμίας συνύπαρξης: τα «δικά τους χαρτιά» εάν δεν συνιστούν μια υποδεέστερη των «δικών μας» πολιτισμική πρακτική (η διατύπωση «χαρτάκια που γεμίζει ο τόπος» δεν ξέρω αν μπορεί να μη διαβαστεί υποτιμητικά), είναι πάντως κάτι τόσο ξένο που δεν έχουμε καν την περιέργεια να μάθουμε τι είναι, δεν μας αφορά. Εδώ, ωστόσο, καθόλου δε διατυπώνεται μια «σκληρή» μορφή ρατσισμού – εμβόλιμα στη φράση εκφράζεται μάλιστα μια κατανόηση: είναι φυσικό π.χ. να κάθονται στα παγκάκια. Δεν εκφράζεται επιθετικότητα, αλλά σεβασμός προς την ανθρώπινη ιδιότητά τους, ταυτόχρονα όμως διαπιστώνεται ένα πρόβλημα: δεν υπάρχει χώρος για όλους, τα παγκάκια δεν φτάνουν, κι αν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα είναι στους «Κυψελιώτες», όχι στους ξένους. Στη συνέχεια, για άλλη μια φορά, οι δύο αντιτιθέμενοι λόγοι συνυπάρχουν στην ίδια φράση: «Βεβαίως οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί, αυτό είναι μια πραγματικότητα, βεβαίως τους αγάπαμε τους ξένους αφού φύγαν από εκεί για έλθουν και να ζήσουν να δουλέψουν αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι». Ως εάν να πρέπει να τηρηθεί ένα ισοζύγιο μεταξύ τους, η ένταση ανεβαίνει και από τις δύο μεριές: εδώ η προηγουμένως εκφρασθείσα κατανόηση για τους ξένους ανατιμάται σε αγάπη για τη σκληρή τους μοίρα, την ίδια στιγμή που ο αντίπαλος λόγος προτρέπει πια σε ανάληψη δράσης (δεν παραμένει πια στο επίπεδο έκφρασης αντιλήψεων και συναισθημάτων) και γίνεται ανοιχτά ρατσιστικός: «να μοιραστούν οι χώροι». Τι θα πει αυτό; Σημαίνει προφανώς μια άνιση πρόσβαση στο δημόσιο χώρο υπέρ των «εκτοπισμένων Κυψελιωτών» (εδώ, παρεμπιπτόντως, έχουμε συντονισμό με την περσiνή, προεκλογική δήλωση Σαμαρά για την ανάγκη «ανακατάληψης των πόλεών μας»). Μια τέτοια πολιτική διαχωρισμού υπήρχε κατά συστηματικό τρόπο στη Νότια Αφρική επί απαρτχάιντ, μεταξύ άλλων –μολονότι αυτό ήταν το λιγότερο στη συνολική βαρβαρότητα του καθεστώτος– διαχωρισμός στα παγκάκια: άλλα για λευκούς, άλλα για μαύρους (βλ. φωτό).

Ίσως και λόγω της βαρύτητας αυτής της ρατσιστικής προτροπής, ο λόγος της ανεκτικότητας, της συμπάθειας και της κοινωνικής ερμηνείας έχει την τελευταία κουβέντα, γινόμενος και πιο προσωπικός: «Έχω συναντήσει πολλούς μαύρους με καρότσια του σούπερ μάρκετ… έχει όμως κι έναν μόδιστρο πακιστανό η γειτονιά μου που δεν τον φτάνει κανείς στο διόρθωμα, Φαέθοντος βρίσκεται… και ανδρικά και γυναικεία... Μακάρι να μην υπήρχε αυτό το θέμα της πείνας, μακάρι οι φυλές του κόσμου να ήταν ανακατωμένες, εδώ πια είναι ένα πρόβλημα πώς συντηρούνται αυτοί οι άνθρωποι».

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι η Δημουλά καθόλου δεν συντάσσεται με τους συνειδητοποιημένους ιδεολόγους ρατσιστές, τους κήρυκες του μίσους και τους μαχαιροβγάλτες. Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι δεν είναι ρατίστρια. Νομίζω ότι βιώνει κατά τρόπο ειλικρινή όσο κι αντιφατικό –όπως ακριβώς δηλαδή εκφράστηκε με τα λεγόμενα της– ένα πραγματικό πρόβλημα που είναι η δικαιολογημένη αίσθηση ανασφάλειας μιας ηλικιωμένης, ασυνόδευτης γυναίκας σε μια περιοχή όπου υπάρχει όντως οξυμένη εγκληματικότητα σε σχέση με το παρελθόν. Η ερμηνεία που δίνει στο πρόβλημα δεν είναι μονοσήμαντη (εδώ ακριβώς οι περισσότεροι σχολιαστές εμφανίστηκαν μονομερείς, απομονώντας αυθαίρετα τον έναν από τους δύο λόγους), αλλά συντίθεται από διαφορετικές καταβολές: φιλελεύθερες, συντηρητικές, εθνικιστικές και ξενοφοβικές ως ρατσιστικές ιδέες υπάρχουν ανακατεμένες μαζί με μια εξιδανίκευση του παρελθόντος που γίνεται μέτρο σύγκρισης –«η Κυψέλη ήταν παράδεισος»– η οποία εδράζεται σε μια κοινοτιστική αντίληψη που τελικά δίνει τον τόνο: οι «Κυψελιώτες» είναι μια αδιαφοροποίητη, ομοιογενής κατηγορία που θεμελιώνεται στην εντοπιότητα και την καταγωγή. Η «αλλοίωση» αυτού του πληθυσμού από επείσακτα στοιχεία μπορεί να μην είναι ακριβώς η (μοναδική) αιτία, αλλά πάντως συμβάλλει στην κοινωνική παρακμή, την οικονομική δυσπραγία και την ανασφάλεια.

black-white-bus-stopΤο ενδιαφέρον εν προκειμένω, όπως φαίνεται κι από τις αντιδράσεις της, είναι ότι η Δημουλά δεν συνειδητοποιεί (σίγουρα όχι πλήρως) την (επαναλαμβάνω, μία ανάμεσα σε άλλες) ρατσιστική διάσταση ορισμένων λεγομένων της. Αυτό δεν είναι τόσο επιλήψιμο, είναι όμως σημαντικό να επισημανθεί. Και πρόκειται για κάτι εξαιρετικά διαδεδομένο ώστε να επιδέχεται γενίκευσης. Ο λόγος μας συχνά συναρθρώνεται από στερεότυπα και κοινούς τόπους που εκλαμβάνουμε ως δεδομένα κι αυτονόητα και συχνά είναι εγγεγραμμένα στις ίδιες τις λέξεις ή τις εκφράσεις που χρησιμοποιούμε. Φερ’ ειπείν, πόσοι από εμάς δεν αναμασάμε, κατά το τηλεοπτικό κλισέ, την έκφραση «επιχείρηση-σκούπα» της αστυνομίας; Αν σας πω ότι χρησιμοποιήσατε ρατσιστικό λόγο, καθώς τους ανθρώπους δεν τους σκουπίζουμε, τα σκουπίδια σκουπίζουμε, δεν θα έχω άδικο, μολονότι είμαι πρόθυμος ευθύς να αποδεχθώ, εφόσον με διαβεβαιώσετε, ότι δεν το κάνατε αυτό με τέτοια πρόθεση, ότι δεν είστε ρατσιστές. Και θα έχω άδικο αν σας εξομοιώσω με τον «εκπρόσωπο τύπου» της νεοναζιστικής συμμορίας ο οποίος αποκαλεί ανοιχτά και με πλήρη επίγνωση «ανθρώπινα σκουπίδια» μετανάστες και ρομά. Όμως, αυτό που θέλω να πω είναι ότι όντας εκτεθειμένοι σε κοινούς τόπους, στερεότυπα και προκαταλήψεις –υλικό με το οποίο έχουμε συγκροτήσει την ίδια μας την ταυτότητα– είμαστε πάντα ευάλωτοι, και σε συνθήκη κρίσης ακόμη περισσότερο, σε μια στρεψόδικη προπαγάνδα που θα αξιοποιήσει αυτό ακριβώς το υλικό, π.χ. την αναγωγή της μεταναστευτικής πολιτικής σε ζήτημα ασφάλειας και τάξης, τη διάχυτη ξενοφοβία, την ιδέα περί ομοιογένειας κ.ο.κ. και που θα επιχειρήσει, διά της παροξυσμικής της υπερβολής, να το μετασχηματίσει σε συστηματική ρατσιστική πρακτική. Είναι γι’ αυτό που οφείλουμε διαρκώς να αναρωτιόμαστε για τις ίδιες τις λέξεις που χρησιμοποιούμε και τη διαμφισβητούμενη σημασία τους. Φερ’ ειπείν, εάν «μοιράσουμε τους χώρους», ο 18χρονος Μουάι με γονείς μετανάστες από την Κένυα, που γεννήθηκε, πήγε σχολείο κι έχει ζήσει όλη του τη ζωή στην Κυψέλη, μπορεί να καθίσει στα παγκάκια της πλατείας ή μήπως δεν είναι αρκετά Κυψελιώτης; Και πώς ακριβώς ορίζεται ο Κυψελιώτης; (Το παγκάκι του απαρντχάιντ με τη σήμανση «μόνο για λευκούς» που εικονίζεται στην πρώτη φωτογραφία του παρόντος κειμένου προειδοποεί με μήνυμα γραμμένο στις τάβλες του –ως εάν να ειρωνεύεται τον ίδιο το συντάκτη του– ότι με την απογραφή του 1984, 518 άτομα αναταξινομήθηκαν ως λευκοί κι ένα άτομο ως μαύρο).

 

 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τι θέλουμε να κάνει το σχολείο μας;

Τι θέλουμε να κάνει το σχολείο μας;

Σκέψεις γύρω από τα πιο αποτελεσματικά εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο και αναπόφευκτες συγκρίσεις με το «ελληνικό παράδειγμα», με αφορμή το βιβλίο-μελέτη της Lucy Crehan «Φυτώρια ευφυΐας» (μτφρ. Μαρία Παπαηλιάδη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).

Του Σωτήρη Βανδώρου ...

Οι άνθρωποι την εποχή των έξυπνων μηχανών

Οι άνθρωποι την εποχή των έξυπνων μηχανών

Για το βιβλίο «Life 3.0» του Max Tegmark (μτφρ. Νίκος Αποστολόπουλος, εκδ. Τραυλός).

Του Σωτήρη Βανδώρου

Εξολοθρευτής, Μάτριξ, Blade Runner κτλ. κτλ. Οι...

Το παρόν και το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας

Το παρόν και το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας

Για το βιβλίο «Το πρωτείο της δημοκρατίας - Η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία» του Γιώργου Σιακαντάρη (εκδ. Αλεξάνδρεια).

Του Σωτήρη ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τα λόγια μας τα βρήκαμε μέσα στους άλλους»

«Τα λόγια μας τα βρήκαμε μέσα στους άλλους»

Η Κορίνα Καλούδη με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Και βέβαια τους φοβάμαι» (εκδ. Περισπωμένη) ξεχωρίζει για την ισορροπία που κρατάει ανάμεσα στην ενδοσκόπιση και τον κοινωνικό προβληματισμό. Χαμηλόφωνη, ευθύβολη και αληθινή.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τι απαντάτε σε όσ...

Έξι περίπατοι, του Αλέξανδρου Ίσαρη

Έξι περίπατοι, του Αλέξανδρου Ίσαρη

Για τα αφηγήματα του Αλέξανδρου Ίσαρη «Έξι περίπατοι - Προσκέφαλο με φύλλα λεμονιάς» (εκδ. Κίχλη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Πώς παράγεται η συγκίνηση; Πώς γεννιέται η νοσταλγία; Πώς μια βόλτα γίνεται πίνακας ζωγραφικής που ζωντανεύει τόπους και χτίζε...

Η 17η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης εκπέμπει ψηφιακά

Η 17η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης εκπέμπει ψηφιακά

Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της πανδημίας του COVID-19, η διοργάνωση επικεντρώνεται σε ένα εξ ολοκλήρου διαδικτυακό πρόγραμμα διάρκειας έντεκα ημερών (19-29 Νοεμβρίου) με αιχμή τη συμμετοχή σημαντικών συγγραφέων και την ψηφιακή διοργάνωση των προγραμματιζόμενων φεστιβάλ, εκδηλώσεων και δράσεων, καθώς και των επαγγ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Μητέρες, της Σάρα Νοττ (προδημοσίευση)

Μητέρες, της Σάρα Νοττ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Sarah Knott «Μητέρες – Μια αντισυμβατική ιστορία» (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη), που κυκλοφορεί στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΑΚΟΥΣΜΑ

...
Νο 13, του Βάλτερ Μπένγιαμιν (προδημοσίευση)

Νο 13, του Βάλτερ Μπένγιαμιν (προδημοσίευση)

Απόσπασμα μιας ενότητας και μέρος των επιλεγομένων από την ανθολογία του Walter Benjamin «Νο 13 – Εξήντα πέντε θέσεις για τα βιβλία και τις πόρνες, το γράψιμο, την κριτική, τους σνομπ και την επιτυχία», σε μετάφραση και επιλεγόμενα του Κώστα Κουτσουρέλη. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσ...

Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη, της Φένιας Τσανάκα (προδημοσίευση)

Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη, της Φένιας Τσανάκα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Φένιας Τσανάκα «Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη» το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Για τη Χρυσή Αυγή, την άκρα δεξιά, τον ελληνικό εθνικισμό: 20 βιβλία που έπρεπε να διαβάσουν

Για τη Χρυσή Αυγή, την άκρα δεξιά, τον ελληνικό εθνικισμό: 20 βιβλία που έπρεπε να διαβάσουν

Μια σχεδόν εξαντλητική περιήγηση στα βιβλία που αφορούν την ελληνική ακροδεξιά και τη Χρυσή Αυγή και κυκλοφόρησαν την τελευταία 10ετία στη χώρα μας. Ένα αξιανάγνωστο «σώμα» κειμένων που καλύπτει όλες τις όψεις του σύνθετου πολιτικού και κοινωνικού φαινομένου.

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

...
Βιβλία του φθινοπώρου ή τι θα διαβάσουμε τις μέρες που έρχονται

Βιβλία του φθινοπώρου ή τι θα διαβάσουμε τις μέρες που έρχονται

Επιλογή από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης, δοκιμίων και βιογραφιών.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Με σκεπτικισμό αλλα και συγκρατημένη αισιοδοξία κινούνται οι περισσότεροι από τους εκδοτικούς οίκους ενόψει ενός χ...

Εννέα συγγραφείς, εννέα αγαπημένα βιβλία

Εννέα συγγραφείς, εννέα αγαπημένα βιβλία

Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Δήμητρα Λουκά, Μάκης Μαλαφέκας, Βαγγέλης Μπέκας, Ιωάννα Ντούμπρου, Κατερίνα Παπαντωνίου, Γιώργος Παυλόπουλος, Γιώργος Πετράκης, Βάσια Τζανακάρη. Εννέα νέοι συγγραφείς μοιράζονται μαζί μας σκέψεις τους για ένα βιβλίο που διάβασαν τον Αύγουστο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ