
«Οι καλοί συγγραφείς γράφουν μόνο πιστευτές ιστορίες. Αν ξαφνικά χρειαστείς εξωγήινους ή έναν σκοτεινό σωσία για να τελειώσεις το μυθιστόρημά σου, μάλλον δεν είναι ένα πολύ καλό βιβλίο» μας είπε ο Ερίκ Σακούρ (Eric Chacour) με αφορμή το μυθιστόρημά του «Όσα ξέρω για εσένα» (μτφρ. Στέλα Ζουμπουλάκη, εκδ. Μεταίχμιο).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Ο Ερίκ Σακούρ κατάφερε να ξεχωρίσει με το πρώτο του κιόλας μυθιστόρημα Όσα ξέρω για σένα (μτφρ. Στέλα Ζουμπουλάκη, εκδ. Μεταίχμιο), που τιμήθηκε με σημαντικά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Prix Femina des lycéens.
Το βιβλίο εκτυλίσσεται τη δεκαετία του 1980 στην Αίγυπτο. Ο Ταρέκ, ένας γιατρός, σώζει τον Αλί από τις φτωχογειτονιές, τον κάνει βοηθό του και στη συνέχεια τον ερωτεύεται, γεγονός που κλονίζει τον γάμο και την καριέρα του. Με έναν αινιγματικό αφηγητή, η ταυτότητα του οποίου παραμένει κρυφή αρχικώς, το μυθιστόρημα παρουσιάζει μια ιστορία για την αγάπη, αλλά και για τις απουσίες, που στις καλύτερες στιγμές της θυμίζει το δράμα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».
Ο συγγραφέας συμμετείχε στο 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων και αμέσως μετά επισκέφτηκε την Αθήνα για να μιλήσει σε μία ακόμη εκδήλωση για το μυθιστόρημά του. Κάποιες ώρες νωρίτερα, τον συναντήσαμε στον Πολυχώρο Μεταίχμιο, όπου μιλήσαμε για το λογοτεχνικό ντεμπούτο του που τράβηξε τόσο την προσοχή μας.
Έχετε σπουδές στα οικονομικά και τις διεθνείς σχέσεις, ενώ μέχρι πρόσφατα εργαζόσασταν στον χρηματοοικονομικό τομέα. Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο σας; Πώς οδηγηθήκατε στη λογοτεχνία;
Οδηγήθηκα στη λογοτεχνία την ημέρα που κατάλαβα πως δεν θα μπορούσα να γράψω τραγούδια, καθώς δεν ήξερα να συνθέτω, δεν γνώριζα κάποιο όργανο, ούτε είχα κάποιον φίλο συνθέτη. Αυτό ήταν το παιδικό μου όνειρο, να γίνω στιχουργός. Είμαι βέβαιος πως αν ήξερα να παίζω πιάνο, δεν θα έγραφα ποτέ μου βιβλίο.

Φυλούσα για πολλά χρόνια στο μυαλό μου την ιδέα για τη συγκεκριμένη ιστορία. Ήξερα πως ήταν μια όμορφη ιστορία – αυτό που δεν ήξερα ήταν πώς να τη γράψω με όμορφο τρόπο. Δεν είχα παρακολουθήσει μαθήματα λογοτεχνίας ή δημιουργικής γραφής, οπότε ήταν μια πρόκληση να τη μεταφέρω στο χαρτί. Ίσως για αυτό να μου πήρε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια για να τη γράψω.
Άλλαξαν πολλά πράγματα μέσα σε αυτά τα δεκαπέντε χρόνια;
Η ίδια η ιστορία δεν άλλαξε. Όταν γράφω, μου αρέσει να ακολουθώ ένα σχέδιο, να γνωρίζω τι θα συμβεί από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, ποιοι χαρακτήρες θα εμφανιστούν, ποιες πληροφορίες θα δοθούν, τι θα μπορούσε να κάνει τον αναγνώστη να γυρίσει σελίδα. Αυτά τα γνωρίζω από την πρώτη ημέρα. Ύστερα, γράφω σκόρπια σημεία. Μπορεί ένα κεφάλαιο να γράφτηκε δεκαπέντε χρόνια μετά από το προηγούμενό του.
Η ιστορία, λοιπόν, δεν άλλαξε – άλλαξε ο τρόπος γραφής. Νομίζω πως όταν είναι κανείς πολύ νέος, προσπαθεί να εντυπωσιάσει τους ανθρώπους, να φτιάξει πολύ σύνθετες προτάσεις, να χρησιμοποιήσει δύσκολες λέξεις. Όσο πιο πολύ μεγαλώνεις, τόσο πιο έντονα ψάχνεις έναν τρόπο ώστε να πεις τα πράγματα απλά. Το να γράφεις απλά δεν σημαίνει πως δεν γράφεις ποιητικά ή πως το κείμενό σου δεν έχει βάθος.
Η αφήγηση του βιβλίου τραβάει το ενδιαφέρον. Υπάρχουν τρία μέρη, «Εσύ», «Εγώ», «Εμείς», και από την αρχή, ο αναγνώστης προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι ο αφηγητής. Τι εξυπηρετεί αυτή η ιδιαίτερη δομή; Γιατί μένει στο σκοτάδι η ταυτότητα του αφηγητή μέχρι ένα σημείο;
Μου αρέσει να παίζω με τον αναγνώστη. Είναι ένα παιχνίδι η γραφή, δοκιμάζουμε κόλπα, κάποια λειτουργούν, κάποια όχι.
Το δεύτερο πρόσωπο αναστατώνει ως έναν βαθμό τον αναγνώστη. «Γιατί μου απευθύνει τον λόγο ο αφηγητής και γιατί μου λέει μια ιστορία που προφανώς δεν είναι δική μου;» αναρωτιέται. Κατόπιν το συνηθίζει, καταλαβαίνει πως πρόκειται για μια εκκεντρικότητα, για την ιδιαίτερη μουσική του κειμένου, και μόλις συμβεί αυτό, έρχεται μια ανατροπή: αν υπάρχει το «εσύ», θα υπάρξει και ένα «εγώ», καθώς και ένα «εμείς».

Κάποιος στο διαδίκτυο έγραψε πως το βιβλίο μου είναι ένα ποιητικό, αστυνομικό μυθιστόρημα, και μου άρεσε πολύ η συγκεκριμένη σκέψη. Προφανώς, δεν πρόκειται ούτε για αστυνομική μυθοπλασία ούτε για ποιητική συλλογή, αλλά ίσως υπάρχει μια πλευρά του μυθιστορήματος στην οποία αυτά τα δύο είδη διασταυρώνονται.
Μόλις καταλάβουμε ποιος είναι ο αφηγητής, αποκρυπτογραφούμε και τον τίτλο.
Σωστά, αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης διαβάζοντας το κείμενο για δεύτερη φορά. Μου αρέσει να τοποθετώ κρυμμένα στοιχεία στις ιστορίες μου. Νομίζω πως αυξάνουν την αναγνωστική απόλαυση όσων επιστρέφουν σε αυτές. Όποιο βιβλίο και αν διαβάσουμε για δεύτερη φορά, φυσικά, θα βρούμε μέσα του καινούρια στοιχεία που θα μας τραβήξουν το ενδιαφέρον, θα συμπαθήσουμε περισσότερο κάποιον άλλον χαρακτήρα.
![]() |
|
Ο Ερίκ Σακούρ με τον συντάκτη της Book Press Σόλωνα Παπαγεωργίου |
Όταν επισκέπτομαι σχολικές τάξεις, καταλαβαίνω πως, αναλόγως την ηλικία, οι μαθητές έχουν διαφορετικό αγαπημένο χαρακτήρα. Τα παιδιά ηλικίας δεκαπέντε ετών πάντοτε μιλούν για την αδερφή της οικογένειας, που κινεί τα νήματα, ενώ οι μαθητές που είναι δεκαεπτά μού μιλούν περισσότερο για τον Αλί και τον απαγορευμένο έρωτα. Νομίζω πως έχει να κάνει με το σημείο που βρίσκεται καθένας στη ζωή.
Το μυθιστόρημά σας έχει ξεκάθαρη κουίρ θεματική. Με ποιον ιδιαίτερο τρόπο προσεγγίζετε τον κουίρ έρωτα;
Καθώς έγραφα το μυθιστόρημά μου, είχα δύο προθέσεις. Κατ’ αρχάς, ήθελα να μιλήσω για την Αίγυπτο των γονιών μου και στη συνέχεια, να φτιάξω τη δική μου εκδοχή του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», μεταξύ δυο αντρών. Διαβάζοντας για έναν κουίρ έρωτα στην Αίγυπτο του 20ού αιώνα, μπορεί κανείς να συμπεράνει εξαρχής πως το τέλος του δεν θα είναι αίσιο. Επομένως, θέλησα να εντάξω στοιχεία από το έργο του Σαίξπηρ, που είναι η μεγαλύτερη επιρροή μου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Νομίζω πως, στη λογοτεχνία, η πιο όμορφη αγάπη είναι η ανεκπλήρωτη, καθώς οι ήρωες και οι αναγνώστες αναρωτιούνται μαζί τι θα είχε συμβεί εάν…
Θέλετε να μιλήσουμε για τη σύνδεση με τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα;
Υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος μηχανισμός στην ιστορία του Σαίξπηρ, ο οποίος μου είχε τραβήξει το ενδιαφέρον. Η σύνδεση των δύο έργων δεν έχει να κάνει απλώς με το ότι είναι δυο ιστορίες για την αγάπη. Με είχε εντυπωσιάσει αυτό το ένα, συγκεκριμένο στοιχείο στο δράμα του βάρδου. Συνήθως, δεν με ρωτούν για αυτή την πλευρά του μυθιστορήματός μου, εκτός και αν ο δημοσιογράφος είναι από τη Μεγάλη Βρετανία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να δώσεις εξηγήσεις, χωρίς να αποκαλύψεις πάρα πολλά! (γελάει)
Η Αίγυπτος δεν είναι απλώς ένα σκηνικό, αλλά διαμορφώνει τη μυθοπλασία σας, τη γλώσσα. Γράφετε, για παράδειγμα: «Οι πατεράδες είναι φτιαγμένοι για να εξαφανίζονται⋅ ο δικός σου πέθανε μες στη νύχτα. Στο κρεβάτι του, όπως ο Νάσερ, τη στιγμή που όλοι είχαν αρχίσει να πιστεύουν πως ήταν αθάνατος». Ποιον «ρόλο» παίζει η αιγυπτιακή κοινωνία στο μυθιστόρημά σας;
Όταν επιλέγεις να μιλήσεις για μια συγκεκριμένη στιγμή στην Ιστορία, πρέπει να την κατανοείς καλά. Να γνωρίζεις ποιες ήταν τότε οι δυναμικές μέσα σε μια οικογένεια, σε μια κοινωνία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επιλογή είχε να κάνει, πέραν όλων των άλλων, με τον απαγορευμένο έρωτα μεταξύ του Ταρέκ και του Αλί. Οι δυο ήρωες έχουν ελάχιστα κοινά. Δεν έχουν την ίδια θρησκεία, την ίδια ηλικία, την ίδια οικονομική κατάσταση. Για την ακρίβεια, το μόνο ξεκάθαρο κοινό τους στοιχείο είναι πως πρόκειται για δύο άντρες στην Αίγυπτο στα τέλη του 20ού αιώνα. Όμως, το παράλογο της υπόθεσης είναι πως αυτό το κοινό στοιχείο εντέλει καταδικάζει τον έρωτά τους. Ήθελα να γράψω για αυτό.

Μοντρεάλ, Κάιρο: κοιτώντας το βιογραφικό σας ανιχνεύουμε αρκετά κοινά στοιχεία με τους ήρωές σας. Ανάμεσα στην πραγματικότητα και την επινόηση, πού γέρνει η πλάστιγγα;
Πάντοτε βάζουμε ένα μέρος του εαυτού μας στις ιστορίες που γράφουμε. Στην περίπτωσή μου, όμως, πολύ λιγότερα στοιχεία, από όσα συχνά υποθέτουν οι αναγνώστες, είναι βασισμένα σε πραγματικά γεγονότα. Μια κυρία με πλησίασε μια ημέρα σε μια βιβλιοθήκη και με ρώτησε: «Είσαι πλέον επαγγελματίας συγγραφέας; Δεν είσαι πια γιατρός;» (γελάει) Ποτέ δεν ήμουν γιατρός, φυσικά.
Πιστεύω, όμως, πως αυτό είναι το ζητούμενο: να πιστεύουν οι αναγνώστες στην ιστορία σου. Γράφω μυθοπλασία – δεν έχω καμία δέσμευση απέναντι στην αλήθεια. Μια ημέρα, ένας άνδρας με πλησίασε και μου είπε: «Πρέπει να γράψεις για τη ζωή μου, είναι κυριολεκτικά απίστευτη!» Οι καλοί συγγραφείς, όμως, γράφουν μόνο πιστευτές ιστορίες. Ειδάλλως, οι αναγνώστες δεν μπορούν να μπουν στον κόσμο τους. Αν ξαφνικά χρειαστείς εξωγήινους ή έναν σκοτεινό σωσία για να τελειώσεις το μυθιστόρημά σου, μάλλον δεν είναι ένα πολύ καλό βιβλίο.
Ήρθατε στην Ελλάδα για να συμμετάσχετε στο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;
Το μέρος όπου διοργανώθηκε το Φεστιβάλ ήταν από τα πιο όμορφα που έχω δει ποτέ μου. Το καλωσόρισμα ήταν πολύ θερμό, η ομάδα δραστήρια. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Επιπλέον, μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω με τους Έλληνες αναγνώστες για το βιβλίο μου. Σε κάθε χώρα, οι αναγνώστες ξεχωρίζουν διαφορετικά στοιχεία. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, μου μίλησαν ιδιαιτέρως για τη Μίρα, τη σύζυγο του Ταρέκ, για την οποία συνήθως δεν ακούω πολλά λόγια. Φαίνεται πως η συγκεκριμένη φιγούρα τούς ήταν αρκετά γνώριμη. Μου αρέσει να ταξιδεύω μαζί με τις ιστορίες μου, ώστε να καταλαβαίνω πώς τις ερμηνεύουν οι άνθρωποι σε διαφορετικά μέρη.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ερίκ Σακούρ (Eric Chacour), γεννημένος στο Μόντρεαλ από Αιγύπτιους γονείς, μοιράζεται τη ζωή του μεταξύ Γαλλίας και Κεμπέκ. Πτυχιούχος εφαρμοσμένων οικονομικών και διεθνών σχέσεων, εργαζόταν μέχρι πρόσφατα στον χρηματο-οικονομικό τομέα.
Το Όσα ξέρω για σένα είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Τιμήθηκε με πλήθος βραβείων και κέρδισε πολλές διακρίσεις σε Καναδά και Γαλλία, μεταξύ των οποίων το Prix Femina des lyceens, Prix des Libraires 2024 και το Prix France Quebec κ.ά.

























