
«Η αγάπη είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να νικήσει τον θάνατο, τη θλίψη και την εξορία, αντισταθμίζοντάς τα και ξεπλένοντας το μίσος από τις ψυχές μας» λέει ο Τζιμπράν Σαάντ με αφορμή την ποιητική συλλογή του «Ποιητική κληρονομιά δίχως κληρονόμο» (μτφρ. Ευτυχία Κατελανάκη, Oμάρ Αλ-Σέιχ, εκδ. Βακχικόν).
Συνέντευξη στη Βίκυ Πορφυρίδου
Ο Τζιμπράν Σαάντ (Gebran Saad) είναι Σουηδός ποιητής συριακής καταγωγής. Έχει γράψει δύο συλλογές και το έργο του έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και αγγλικά. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά η ποιητική συλλογή του Ποιητική κληρονομιά δίχως κληρονόμο (μτφρ. Ευτυχία Κατελανάκη, Oμάρ Αλ-Σέιχ, εκδ. Βακχικόν).
Με αφορμή την κυκλοφορία της, ο Τζιμπράν Σαάντ μίλησε στη Βίκυ Πορφυρίδου για τις εικόνες καταστροφής από τη Συρία που παρουσιάζουν οι στίχοι του, αλλά και για την ομορφιά, τις ρίζες του, τον τρόπο που η μετανάστευση διαμόρφωσε το βλέμμα του.
Η ποίησή σας μεταφέρει ιστορίες από δρόμους της Συρίας, βομβαρδισμούς, και την επιβίωση του έρωτα στο χάος. Πώς εξισορροπείτε την προσωπική εμπειρία με τη συλλογική μνήμη στο έργο σας;
Δεν λαμβάνω υπόψη μου σκόπιμα την ισορροπία μεταξύ συλλογικής μνήμης και προσωπικής εμπειρίας. Οι ποιητικές φράσεις αναδύονται αυθόρμητα από ένα μέρος του οποίου το όνομα δεν γνωρίζω -ίσως το ασυνείδητο- και μετά προσθέτω ή αφαιρώ στοιχεία από όσα που έχω ήδη γράψει.
Πολλά από τα ποιήματά σας διασχίζουν πολλές πόλεις και χώρες. Πώς διαμορφώνουν η μετανάστευση και ο εκτοπισμός την ποίησή σας;
Η πιο βαθιά επιρροή στα ποιήματά μου, έχοντας μεταναστεύσει εξαιτίας του πολέμου, είναι η ίδια η μετανάστευση. Ξαφνικά, μέρη όπου μεγάλωσες εξαφανίζονται από τα μάτια σου, γίνονται μέρη που δεν μπορείς πλέον να επισκεφτείς. Ξαφνικά, μέρη, οι μνήμες τους, οι άνθρωποί τους και τα γεγονότα τους καταστρέφονται και εξαφανίζονται. Είδαμε αυτή την εξαφάνιση και την καταστροφή ζωντανά μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ξαφνικά, οι άνθρωποι που γνωρίζουμε αλλάζουν· αλλάζουν από μέσα τους, γίνονται πιο αποσυρμένοι ή πιο βίαιοι.
Η αγάπη, ο θάνατος και η αντίσταση είναι επαναλαμβανόμενες θεματικές στο βιβλίο σας. Ποια από αυτά θεωρείτε ως την κινητήρια δύναμη της συλλογής και γιατί;
Η αγάπη είναι η μόνη κινητήρια δύναμη επειδή υπάρχει άνευ όρων: δεν μπορεί να αγοραστεί ή να πουληθεί. Είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να νικήσει τον θάνατο, τη θλίψη και την εξορία, αντισταθμίζοντάς τα και ξεπλένοντας το μίσος από τις ψυχές μας.
Πώς το υπόβαθρό σας -η συριακή κληρονομιά και η ζωή στη Σουηδία- διαμορφώνουν την ποιητική σας οπτική γύρω από την ταυτότητα, το αίσθημα του «ανήκειν» και την απώλεια;
Λαχτάρα για μέρη, βραδινές εξόδους και γιορτές – για παιδικούς εορτασμούς σε εκκλησίες, Κυριακή των Βαΐων, Πάσχα και Χριστούγεννα με την οικογένεια και τους συγγενείς. Η απώλεια είναι ένα από τα αίτια της νοσταλγίας, από το οποίο αναδύονται έντονες και συγκινησιακές ποιητικές φράσεις. Αυτό είναι ένα μόνο μέρος της συριακής κληρονομιάς, αλλά όχι όλη. Αργότερα, στη Σουηδία, προσπάθησα να αναλογιστώ το παρελθόν και να το ανακτήσω, έστω και μόνο συμβολικά, αλλά δεν μπόρεσα.
Με ενδιαφέρει μόνο να αφήσω ένα καλλιτεχνικό αντίκτυπο. Το συνεχές ερώτημά μου στον εαυτό μου είναι: Πώς θα εκφραστώ; Πώς θα γράψω; Η ιδέα φέρει μαζί της τη δική της μέθοδο έκφρασης ή διατύπωσης
Η σύγκριση μεταξύ δύο ζωών -της τωρινής ζωής μου στη Σουηδία και της προηγούμενης στη Συρία- ήταν αυτή που επικράτησε. Εννοώ η σύγκριση και όχι η ανάκτηση, και αυτό είχε βαθύ αντίκτυπο, επειδή έγινα δύο άνθρωποι: ο ένας σαν παιδί στη Συρία, και ο άλλος που ενσωματώθηκε σε νέες αξίες, τρόπους ζωής και σχέσεις. Αυτή η ενσωμάτωση προσέθεσε μια νέα προοπτική στην ποίηση και τη ζωή. Η πιο σημαντική προσθήκη είναι η πολλαπλότητα: μια πολλαπλότητα αξιών, μια πολλαπλότητα πατρίδων, μια πολλαπλότητα προοπτικών για τη ζωή και την πλήρη αποδοχή του άλλου, οποιουδήποτε άλλου.
Ποια ελπίζετε ότι θα είναι η επίδραση αυτού του βιβλίου στους αναγνώστες, ειδικά σε εκείνους που μπορεί να μην έχουν βιώσει ποτέ τον πόλεμο, αλλά αποζητούν ενσυναίσθηση και σύνδεση μέσω της ποίησης;
Με ενδιαφέρει μόνο να αφήσω ένα καλλιτεχνικό αντίκτυπο. Το συνεχές ερώτημά μου στον εαυτό μου είναι: Πώς θα εκφραστώ; Πώς θα γράψω; Η ιδέα φέρει μαζί της τη δική της μέθοδο έκφρασης ή διατύπωσης, η οποία ελπίζω ότι θα είναι ανάλογη με την ομορφιά -την ομορφιά της ζωής και την έκφρασή της, την ομορφιά όλων όσων μας περιβάλλουν- παρά με τον πόνο και τις τραγωδίες.
Ως ποιητής που γράφει σε έναν πολιτισμό και μεταφράζεται σε έναν άλλο, τι ελπίζετε να αποκομίσουν οι Έλληνες αναγνώστες από το έργο σας που μπορεί να διαφέρει από άλλα κοινά;
Η σχέση μεταξύ Ελλάδας και Συρίας είναι ιστορική. Η Συρία μιλούσε ελληνικά για χίλια χρόνια, μια ιστορία που έχει επισκιαστεί. Επομένως, πιστεύω ότι αν οι Έλληνες και οι Σύριοι πολίτες γνώριζαν αυτήν την ιστορία, η αντίληψή των μεν για τους δε, και αντίστροφα, θα άλλαζε. Δηλαδή, ο Σύριος δεν είναι απλώς ένας μετανάστης στην Ελλάδα, αλλά ένας αρχαίος σύντροφος στη ζωή και την ιστορία. Ίσως η ποίηση να είναι ένας τρόπος για να επανασυνδέσουμε την ιστορία των δύο χωρών.
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Τζιμπράν Σαάντ (Gebran Saad) είναι Σουηδός ποιητής συριακής καταγωγής. Μετανάστευσε από τη Συρία στη Σουηδία το 2011 εξαιτίας του πολέμου. Το 1990 το περιοδικό Αλ-Νακντ (Λονδίνο) τον επέλεξε ως έναν από τους 80 ποιητές που εκπροσωπούν τη μοντέρνα ποίηση στον αραβικό κόσμο.
Έχει γράψει δύο ποιητικές συλλογές. Το έργο του έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και αγγλικά. Η Ποιητική κληρονομιά δίχως κληρονόμο είναι το πρώτο βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά.
























