
Σε συνέντευξή της στο Waterstones η Άλις Γουίν (Alice Winn) μίλησε για το μυθιστόρημά της «In memoriam» (μτφρ. Άγγελος Αγγελίδης, εκδ. Ίκαρος).
Επιμέλεια: Book Press
Ο Χένρι και ο Σίντνεϊ, δυο νεαροί Βρετανοί που φοιτούν στο οικοτροφείο Πρέσουτ, σε έναν μικρόκοσμο γεμάτο από πλάκες και καβγάδες. Οι δυο ήρωες του μυθιστορήματος In memoriam, λογοτεχνικού ντεμπούτου της Άλις Γουίν, ξεκινούν το ταξίδι τους κρατώντας μυστικά: ο ένας έλκεται από τον άλλον, χωρίς να το παραδέχονται.
Στην Ευρώπη του 1914 οι νεαροί άνδρες ωθούνται στην πρώτη γραμμή και ο Χένρι, κατά το ήμισυ Γερμανός, κατατάσσεται, βρίσκοντας την κατάλληλη ευκαιρία να γλυτώσει από τα σχόλια για την καταγωγή του, καθώς και έναν τρόπο να καταλαγιάσει η ερωτική του επιθυμία. Όμως δεν τα έχει υπολογίσει σωστά: οι εμπειρίες του στο μέτωπο θα τον τραυματίσουν σωματικά και ψυχικά και όταν ο Σίντνεϊ αλλά και οι υπόλοιποι συμμαθητές τους θα έρθουν να τον βρουν, υπηρετώντας πλέον μαζί του, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος θα τους σκεπάσει όλους με τη βαριά σκιά του.
«Η Γουίν πηγαινοέρχεται από το επικό στο ρομαντικό κι από την αγριότητα στο θάλπος, με την ισορροπία του κειμένου να μην διαταράσσεται. Πέραν της αληθοφάνειας του ιστορικού πλαισίου, αυτό που καταφέρνει να αναδείξει είναι οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες, οι οποίοι είναι θύματα της εποχής τους» γράφει ο Διονύσης Μαρίνος σε κριτική του στην Book Press.
Ο έρωτας και ο θάνατος συνυπάρχουν στις σελίδες του μυθιστορήματος. Παρότι είναι το πρώτο έργο της συγγραφέα που εκδίδεται, η νεαρή δημιουργός είχε γράψει ακόμα τρία προηγουμένως, χωρίς να καταφέρει να βρει εκδοτική στέγη. Πρόσκαιρα απογοητευμένη, η Γουίν στράφηκε στη συγγραφή σεναρίων, ώσπου ανακάλυψε, σε έρευνά της, κάποιες παλιές σχολικές εφημερίδες της περιόδου που εκτυλίσσεται το βιβλίο της:
«Οι εφημερίδες ήταν διαφορετικές από την πολεμική λογοτεχνία που είχα διαβάσει. Το μεγαλύτερο μέρος της πολεμικής λογοτεχνίας έχει γραφτεί από κάποιους που βίωσαν τον πόλεμο, επεξεργάστηκαν την εμπειρία τους και προσπάθησαν να μιλήσουν για το πώς ήταν να βρίσκεσαι εκεί, απευθυνόμενοι σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν. Οι συγκεκριμένες εφημερίδες ήταν εντελώς διαφορετικές. Οι γράφοντες δεν απευθύνονταν σε ανθρώπους έξω από την κλειστοφοβική σφαίρα των προσωπικών τους τραγωδιών. Πρόκειται για ακατέργαστα και ανεπεξέργαστα κείμενα, απίστευτα δύσκολα στην ανάγνωση – έφηβοι έγραφαν νεκρολογίες για τα μεγαλύτερα αδέρφια και τους φίλους τους, γνωρίζοντας ότι μέσα σε λίγους μήνες ή χρόνια θα μπορούσαν κάλλιστα να σκοτωθούν και οι ίδιοι».
Με το που διάβασε τις συγκεκριμένες πηγές, η Γουίν ξεκίνησε να γράφει πυρετωδώς το βιβλίο της – ολοκλήρωσε την πρώτη εκδοχή μέσα σε δυο εβδομάδες. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, η Γουίν, γεννημένη το 1992, γνώριζε αρκετά για το Δυτικό Μέτωπο. Το αγαπημένο της θεατρικό έργο, που μελέτησε ενδελεχώς στο σχολείο, ήταν το Journey’s end, του βετεράνου Ρ. Σ. Σέριφ. Αγνοούσε πολλά στοιχεία, φυσικά, τα οποία ανακάλυψε διαβάζοντας λιγότερο γνωστά έργα, όπως το The secret battle του Α. Π. Χέρμπερτ, για έναν αξιωματικό που εκτελείται για δειλία μετά τη Μάχη της Καλλίπολης. Η Γουίν κυνήγησε τις ζωντανές λεπτομέρειες: στο βιβλίο του Χέρμπερτ, για παράδειγμα, οι στρατιώτες συζητούν μεταξύ τους «για τον αγαπημένο τους φόβο», δίπλα στο πεδίο της μάχης.
Πέρα, όμως, από τη φρίκη του πολέμου, το μυθιστόρημα πραγματεύεται και τον αδάμαστο έρωτα μεταξύ ανδρών, σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικό αδίκημα. «Φάνηκε φυσικό να γράψω για τον κουίρ έρωτα στη συγκεκριμένη συνθήκη καθώς τόσοι πολλοί συγγραφείς του Α’ Παγκοσμίου ήταν κουίρ», εξήγησε η Γουίν, αναφερόμενη στον Ρόμπερτ Γκρέιβς, τον Ρούπερτ Μπρουκ και πολλούς ακόμα.
«Εξετάζοντας τα συμφραζόμενα σε βιβλία όπως το The loom of youth του Άλεκ Γουο, το Αποχαιρετισμός σε όλα αυτά του Γκρέιβς και το Μωρίς του Φόρστερ, μπόρεσα να ανασυνθέσω τους άγραφους, άρρητους κανόνες σχετικά με την εξερεύνηση της ομοφυλοφιλίας στα οικοτροφεία της εποχής – εφόσον ένα αγόρι ήταν δημοφιλές, καλό στα αθλήματα, διακριτικό και το έκανε μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα, πριν μεγαλώσει και παντρευτεί μια ωραία κοπέλα, ο πειραματισμός ήταν ως έναν βαθμό κοινωνικά αποδεκτός. Στο In memoriam, ο (Σίντνεϊ) Έλγουντ αξιοποιεί πλήρως αυτή την ελευθερία, αλλά ο (Χένρι) Γκοντ είναι πολύ φοβισμένος. Όταν όμως φτάνουν στο μέτωπο, οι κανόνες αλλάζουν. Ο Έλγουντ, με την αλαζονεία ενός πλούσιου και όμορφου δεκαεπτάχρονου αγοριού που δεν έχει ποτέ αποθαρρυνθεί από τον κόσμο, δυσκολεύεται να αποδεχτεί την πραγματικότητα, πως εκεί δεν έχει σημασία αν είσαι καλός στο κρίκετ: αν σε πιάσουν με έναν άντρα, θα σε στείλουν στο στρατοδικείο. Αυτή είναι η πηγή της μεγάλης έντασης μεταξύ του ιδίου και του Γκοντ, καθώς ο έρωτάς τους έρχεται στο προσκήνιο».























