
Η Νικόλ Κυριακοπούλου μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική της συλλογή «Όσα κρατά το δέρμα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γραφή.
Επιμέλεια: Book Press
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν «περιττές» φωνές στη λογοτεχνία. Κάθε άνθρωπος κρύβει μια ενδοχώρα -αναμνήσεις, εμπειρίες, φόβους, επιθυμίες- και ο τρόπος που τα μεταμορφώνει σε λόγο είναι μοναδικός. Ακόμη και όταν δύο ποιητές ασχολούνται με το ίδιο θέμα, η οπτική και το βίωμά τους δεν ταυτίζονται. Εκεί βρίσκεται και η αξία της λογοτεχνίας: στο πλήθος, στην ποικιλία, στην αδυναμία να χωρέσει σε μία μόνο αφήγηση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκε και το Όσα κρατά το δέρμα. Δεν υπόσχεται το καινούργιο με την έννοια του εντυπωσιακού· επιχειρεί όμως να ακουμπήσει εκεί όπου η εμπειρία γίνεται δέρμα και η σιωπή γίνεται γλώσσα.
Αν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο, ίσως βρίσκεται στον τρόπο που προσεγγίζω τους ανθρώπους. Με ενδιαφέρει να κατανοήσω πέρα από τα λόγια τους, να αντιληφθώ τι τους επηρεάζει και τι τους διαμορφώνει. Από εκεί ξεκινά για μένα η γραφή: από την προσοχή και τη διαθεσιμότητα προς τον άλλον.
Με ποιους στίχους από τη συλλογή σας θα την συστήνατε σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτήν;
Μου είναι δύσκολο να διαλέξω ένα μόνο απόσπασμα για να συστήσω τη συλλογή, ακριβώς επειδή το Όσα κρατά το δέρμα πραγματεύεται πολλές και διαφορετικές εμπειρίες που συχνά συνυπάρχουν χωρίς να ιεραρχούνται. Η γραφή κινείται ανάμεσα στο ιδιωτικό και το συλλογικό, στο σωματικό και το κοινωνικό, σε όσα συμβαίνουν γύρω μας και, συχνά χωρίς να το καταλάβουμε, εγγράφονται μέσα μας.
Το βιβλίο είναι μια προσπάθεια να κοιτάξω αυτές τις εγγραφές. Όχι μόνο τις προσωπικές, αλλά και τις κοινωνικές: την ευαλωτότητα, την εμπειρία του σώματος και της αυτοεικόνας, την ψυχική υγεία που ακόμη στιγματίζεται, τις μορφές ελέγχου και σιωπηλής βίας που περνούν μέσα από τη γλώσσα και τις προσδοκίες. Ιδιαίτερα με απασχολεί η γυναικεία εμπειρία – όχι μόνο ως θεματική καταγγελίας, αλλά και ως καθημερινή διαδικασία προσαρμογής, μέτρησης και συρρίκνωσης μέσα σε έναν κόσμο που συχνά ζητά από τις γυναίκες να χωρούν λιγότερο.
Το παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα «Παρτίδα» είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο κινείται η συλλογή:
«Κάθε γυναίκα γεννιέται πιόνι.
Με την υπόσχεση
ότι κάποτε,
αν φτάσει στο τέλος της γραμμής,
θα γίνει βασίλισσα.
Σπάνια προλαβαίνει.
Οι κανόνες αλλάζουν εν κινήσει.
Οι γραμμές σβήνονται.
Τα τετράγωνα στενεύουν.
Ο χρόνος τρέχει μόνο γι’ αυτήν.
Κάποιος φωνάζει “παίξε”.
Δεν υπάρχει επιλογή».
Πώς κατανοείτε τον περίφημο στίχο του Γιώργου Σεφέρη «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»;
Η σχέση μας με τη γλώσσα είναι βαθιά καθημερινή και, γι’ αυτό, συχνά αόρατη. Μιλάμε και γράφουμε θεωρώντας πως οι λέξεις εμφανίζονται «μαγικά» τη στιγμή που τις χρειαζόμαστε. Σπάνια στεκόμαστε στο πώς φτάνουν ως εμάς ή στο τι τις συνοδεύει πριν τις χρησιμοποιήσουμε.
Ίσως εκεί να βρίσκεται και η ουσία της ποίησης: όχι στην πρωτοτυπία των λέξεων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο κάτι ιδιωτικό ενσαρκώνεται σε λόγια κοινά και, μέσα από αυτά, αναγνωρίζεται και από κάποιον άλλον.
Στο σημείο αυτό, ο στίχος του Γιώργου Σεφέρη: «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» λειτουργεί σχεδόν περιγραφικά. Δεν επιχειρεί να ερμηνεύσει τη γλώσσα, αλλά να υπενθυμίσει τη συνθήκη της: τα λόγια δεν μας ανήκουν αποκλειστικά. Φτάνουν σε εμάς ήδη φορτισμένα και περνούν μέσα από τη δική μας εμπειρία, όχι για να απογυμνωθούν από το βάρος τους, αλλά για να μετακινηθούν ανεπαίσθητα, ώστε να αποκτήσουν νέο νόημα. Ίσως εκεί να βρίσκεται και η ουσία της ποίησης: όχι στην πρωτοτυπία των λέξεων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο κάτι ιδιωτικό ενσαρκώνεται σε λόγια κοινά και, μέσα από αυτά, αναγνωρίζεται και από κάποιον άλλον.
Ελληνική ποίηση, μεταφρασμένη ποίηση. Ποιο είναι το δικό σας «αναγνωστικό ισοζύγιο»;
Δεν έχω σταθερό «αναγνωστικό ισοζύγιο», ούτε νιώθω την ανάγκη να το ορίσω με ακρίβεια. Διαβάζω ποίηση περισσότερο ως συντροφιά, χωρίς πρόθεση να χαρτογραφήσω επιρροές ή να τηρήσω ισορροπίες. Με ενδιαφέρει η εμπειρία της ανάγνωσης όσο διαρκεί, όχι η ταξινόμησή της.
Αντίθετα, η μεταφρασμένη με ελκύει επειδή με απομακρύνει από αυτή την οικειότητα· μου ανοίγει τρόπους σκέψης και αίσθησης που δεν αναγνωρίζω αμέσως
Η ελληνική ποίηση είναι συχνά ο τόπος της επιστροφής μου, ίσως γιατί η γλώσσα της επιτρέπει να ακούγεται και ό,τι αποσύρεται από τον λόγο. Εκεί η σιωπή δεν λειτουργεί ως έλλειμμα, αλλά ως μέρος του ρυθμού· ως χώρος όπου το νόημα καθυστερεί και βαθαίνει. Αντίθετα, η μεταφρασμένη με ελκύει επειδή με απομακρύνει από αυτή την οικειότητα· μου ανοίγει τρόπους σκέψης και αίσθησης που δεν αναγνωρίζω αμέσως και με φέρνει αντιμέτωπη με άλλες φωνές και εντάσεις. Από τη συνύπαρξη αυτή προκύπτει ένας τρόπος προσέγγισης που κινείται διαρκώς ανάμεσα στο κοντινό και το ξένο και που, αναπόφευκτα, διαμορφώνει και τον τρόπο με τον οποίο γράφω.
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -εικαστικά, μουσική, κινηματογράφος κ.ά.- το ποιητικό σας έργο;
Μια φορά, καθόμουν στο λεωφορείο και παρατηρούσα τους ανθρώπους γύρω μου και τον δρόμο έξω από το παράθυρο. Σε μια πρώτη ματιά, η στιγμή δεν είχε τίποτα το ξεχωριστό κι όμως υπήρχε ένας ρυθμός στον τρόπο που όλα κινούνταν: στις παύσεις ανάμεσα στις κουβέντες, στις εκφράσεις των προσώπων, στον θόρυβο της πόλης. Εκεί κατάλαβα ότι ο κινηματογράφος ασκεί ουσιαστική επιρροή στον τρόπο που βλέπω τον κόσμο: σαν μια αλληλουχία σκηνών που χτίζονται από λεπτομέρειες και όχι απαραίτητα από δράση.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τη μουσική. Άλλοτε με βοηθά να συγκεντρωθώ, άλλοτε να σταματήσω για λίγο και να αφήσω τα πράγματα να καταλαγιάσουν. Δεν την «αναλύω», αλλά με επηρεάζει στο πώς γράφω και στον χρόνο που δίνω στις σκέψεις. Νομίζω ότι αυτές οι δύο τέχνες έχουν επηρεάσει βαθιά την έκφρασή μου: με βοήθησαν να παρατηρώ πιο προσεκτικά και να δίνω χώρο σε μικρές, καθημερινές στιγμές που συχνά περνούν απαρατήρητες.























