
Η Μαρίνα Αγαθαγγελίδου μας συστήθηκε πρόσφατα με το μυθιστόρημά της «Ρεπεράζ» (εκδ. Πατάκη). © εικόνας: Natalia Reich
Επιμέλεια: Book Press
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;
Είναι αλήθεια ότι κατακλυζόμαστε από συγγραφείς, στους οποίους κάθε χρόνο προστίθενται και καινούργιοι, και πάει λέγοντας. Αλλά δεν βλάπτουν και κανέναν. Εκδίδονται πολλά βιβλία, πάρα πολλά, περισσότερα απ’ όσα προλαβαίνουν να διαβάσουν ακόμα και οι πιο σκληροπυρηνικοί βιβλιοφάγοι. Ή απ’ όσα αντέχει η τσέπη τους. Οπότε ο καθένας διαλέγει και παίρνει, σύμφωνα με τα γούστα του. Το τι καινούργιο φέρνει ένας/μία καινούργια συγγραφέας και το αν αξίζει τον κόπο να ασχοληθεί κανείς μαζί του/της, αυτό το αποφασίζουν πάντα οι άλλοι: το αναγνωστικό κοινό, η κριτική και κυρίως ο χρόνος. Πάντως, και για να εξειδικεύσω το θέμα, βρίσκω απείρως θετικό το ότι οι γυναίκες συγγραφείς είναι πολυάριθμες και έχουν εδραιώσει για τα καλά τη θέση τους μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο – κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο, αν σκεφτούμε τι συνέβαινε εκατό χρόνια πριν, και κατακτήθηκε με κόπο.
Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτό;
Το Ρεπεράζ είναι ένα σύντομο πολυφωνικό μυθιστόρημα. Έξι χαρακτήρες, έξι φωνές, έξι αφηγήσεις, που μπλέκονται μεταξύ τους. Η πλοκή του βιβλίου διαδραματίζεται στο Βερολίνο το 2015, και, παρόλο που ο χώρος και ο χρόνος ασφαλώς έχουν τη σημασία τους, δεν είναι ένα βιβλίο που μιλάει μόνο για το Βερολίνο ή μόνο για το 2015. Πιο πολύ μιλάει για το πώς είναι να ψάχνεις τη θέση σου μέσα στον κόσμο. Στον σύγχρονο κόσμο, εν προκειμένω, με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και όλα αυτά που κουβαλάμε μέσα μας. Και με τα ίχνη της Ιστορίας να είναι νωπά.
Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι». (Ακολουθήσατε κάποια «μέθοδο»; Συμβουλευτήκατε κάποιον; Αυτοσχεδιάσατε; Πώς τα καταφέρατε να μην χαθείτε στον κόσμο των λέξεων;)
Κατέληξα στην πεζογραφία έχοντας προηγουμένως ασχοληθεί με άλλα είδη λόγου. Ξεκίνησα γράφοντας ποιήματα, καθώς και θεωρητικά κείμενα, δοκίμια, βιβλιοκριτικές. Άρα είχε χτιστεί μέσα μου, με τα χρόνια, μια σχέση με το γράψιμο. Σίγουρα κι η λογοτεχνική μετάφραση, με την οποία ασχολούμαι επαγγελματικά από νεαρή ηλικία, είναι μεγάλο σχολείο. Βοηθάει η μετάφραση να ακονίσεις τα εργαλεία σου, να ασκηθείς σε διαφορετικά λογοτεχνικά στιλ και να κατακτήσεις μια κάποια ακρίβεια στην έκφραση.
Κρυφακούω επίσης αυτά που λένε όσοι στέκονται δίπλα μου σε μια στάση τραμ ή λεωφορείου, όσοι κάθονται στο δίπλα τραπέζι σ’ ένα καφέ.
Έχω συμμετάσχει επίσης στο εργαστήριο δημιουργικής γραφής του Μισέλ Φάις: Ο διάλογος, η ανατροφοδότηση και ο κριτικός αναστοχασμός, όπως καλλιεργείται στο εργαστήριο, μόνο θετική επίδραση είχαν πάνω μου. Κατά τα άλλα, αυτό που με τροφοδοτεί διαρκώς είναι το περπάτημα στην πόλη και η παρατήρηση. Κρυφακούω επίσης αυτά που λένε όσοι στέκονται δίπλα μου σε μια στάση τραμ ή λεωφορείου, όσοι κάθονται στο δίπλα τραπέζι σ’ ένα καφέ. Και πάνω απ’ όλα, η βασική μέθοδος είναι η εξής απλή: γράψιμο, σβήσιμο, ξαναγράψιμο. Και διάβασμα, διάβασμα, διάβασμα – η καθημερινή μας τροφή.
![]() |
|
© εικόνας: Natalia Reich |
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.- τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;
Έχω σπουδάσει θεατρολογία κι έχω δει πάρα πολλές παραστάσεις, οπότε το θέατρο σίγουρα επηρεάζει τη γραφή μου: σκέφτομαι τις προτάσεις φωναχτά, με απασχολεί πολύ ο ρυθμός του κειμένου, οι διαφορετικές φωνές. Αυτό συνδέεται βέβαια και με τη μουσική, που επίσης έχω σπουδάσει και με έχει διαμορφώσει – αν και δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω. Αγαπώ επίσης πολύ το σινεμά. Στο Ρεπεράζ το σινεμά παίζει καταλυτικό ρόλο: αφενός στο επίπεδο της πλοκής, αφού ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των αφηγήσεων των προσώπων είναι ένα ντοκιμαντέρ, αφετέρου στον τρόπο που είναι χτισμένες οι σκηνές. Πολύ συχνά, καθώς το έγραφα, σκεφτόμουν τις επιμέρους σκηνές σαν πλάνα μιας ταινίας.
Θα έπρεπε οι εκδότες και οι εκδότριες να στηρίζουν πιο πολύ την ελληνική λογοτεχνία, ειδικά τις νέες φωνές.
Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;
Εγώ είχα τύχη, γιατί το βιβλίο βγήκε από τον πρώτο και μόνο εκδοτικό οίκο στον οποίο το υπέβαλα, τις εκδόσεις Πατάκη. Αλλά ξέρω και από τον κύκλο μου ότι πολλοί νέοι αξιόλογοι συγγραφείς δυσκολεύονται να βρουν εκδοτικό. Θα έπρεπε οι εκδότες και οι εκδότριες να στηρίζουν πιο πολύ την ελληνική λογοτεχνία, ειδικά τις νέες φωνές. Και φυσικά η τακτική αρκετών εκδοτικών οίκων να ζητάνε χρήματα από τους συγγραφείς προκειμένου να εκδώσουν το βιβλίο τους -κάτι που συμβαίνει κατά κόρον στην ποίηση, αλλά και στην πεζογραφία, και δεν περιορίζεται στους πρωτοεμφανιζόμενους- είναι απαράδεκτη.

























