
«Το βιβλίο προτείνει μια όχι μόνο ειρηνική αλλά και ευτυχισμένη συνύπαρξη με ένα ανθρώπινο περιβάλλον, που περιέχει εμάς και τους νεκρούς μας» μας είπε μεταξύ άλλων ο Γρηγόρης Αμπατζόγλου, καθηγητής Παιδοψυχιατρικής και επιμελητής του βιβλίου «Για την ευτυχία των νεκρών» (μτφρ. Έλενα Γεωργιάδη, εκδ. University Studio Press) της Βενσιάν Ντεπρέ (Vinciane Despret).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Το ιδιαίτερο βιβλίο της Βενσιάν Ντεπρέ Για την ευτυχία των νεκρών (μτφρ. Έλενα Γεωργιάδη) μιλά για τη σχέση των ζωντανών με τους νεκρούς μας, με φιλοσοφική διάθεση και εστιάζοντας στις ίδιες τις ανθρώπινες αφηγήσεις. Μέσα από τις ιστορίες, που συχνά μας αποκαλύπτουν τα εθιμοτυπικά του πένθους διάφορων πολιτισμών, η συγγραφέας υποστηρίζει πως δεν είναι απαραίτητο να ξεχάσουμε τους νεκρούς μας για να διαχειριστούμε την απώλεια, αλλά προτείνει το ακριβώς αντίθετο: να συνεχίσουμε να ζούμε, μάλλον περισσότερο συνειδητά, στο κοινό περιβάλλον που διαμορφώνουμε μαζί τους.
Για την ιδιαίτερη μέθοδο της Ντεπρέ και τις θεματικές του βιβλίου της μιλήσαμε με τον Γρηγόρη Αμπατζόγλου, Καθηγητή Παιδοψυχιατρικής και επιμελητή της έκδοσης των University Studio Press.
Το βιβλίο της φιλοσόφου Βενσιάν Ντεπρέ ξεχωρίζει εξαρχής χάρη στο ιδιαίτερο θέμα που πραγματεύεται: τη σχέση των ζωντανών με τους νεκρούς, απορρίπτοντας μια συμβατική προσέγγιση και συχνά μιλώντας για τις υπερβατικές πλευρές αυτής της σχέσης. Ποιος θα λέγατε πως είναι ο βαθύτερος στόχος αυτού του δοκιμίου; Τι επιδιώκει να αναδείξει;
Είναι ένα ερώτημα που με απασχόλησε πολύ όσο διάβαζα το βιβλίο. Αρχικά πού να το κατατάξω, σε ποιο πεδίο; Φιλοσοφικό δοκίμιο, επιστημολογική πραγματεία, ψυχολογική έρευνα ή προσέγγιση κοινωνικής ανθρωπολογίας; Μήπως λογοτεχνικό έργο, καθώς ήδη ο τίτλος του κλείνει το μάτι στον Ζολά; Ή όλα αυτά συγχρόνως, με έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο, που ίσως αποτελεί και μία πρόταση έρευνας για ένα τόσο ιδιαίτερο θέμα;
Από την πρώτη του ανάγνωση, αλλά και κατά τη διάρκεια της επιμέλειάς του, αναρωτήθηκα πολλές φορές «προς τα πού οδεύει;». Ανακίνησε μέσα μου αντανακλαστικά μιας άλλης εποχής, μια αρχική δυσπιστία, μήπως πρεσβεύει θέσεις «εκτός της ορθής γραμμής» (όπως αναρωτιόμασταν κάποτε αν ένα έργο τέχνης προδίδει την επανάσταση). Προβληματίστηκα τότε μήπως αυτή η αντισυμβατική προσέγγιση, αυτή η τόσο ελεύθερη περιπλάνηση στις θεωρίες, στις μεθόδους, ή και πέραν της μεθόδου (με βάση τα κλασική δεδομένα της έρευνας) παρασύρεται εκτός ορθού λόγου, ή «εκτός επιστήμης». Προβληματίστηκα όμως πολύ και με τον εαυτό μου, που ανέπτυσσε αυτού του είδους τις αντιδράσεις, τις τόσο σφιγμένες και φοβικές. Μήπως αναδείκνυαν την τόλμη του ίδιου του βιβλίου;
Μπόρεσα και αφέθηκα στη ροή και στην απόλαυση του κειμένου χωρίς άκαμπτα θεωρητικά προαπαιτούμενα, δηλαδή προκαταλήψεις και ιδεολογικά αξιώματα. Αυτό θα πρότεινα και στον αναγνώστη
Στο σημείο αυτό πρέπει να προσθέσω κάτι σημαντικό. Το βιβλίο αυτό το ανακάλυψε η Έλενα Γεωργιάδη, παιδοψυχίατρος και ψυχοθεραπεύτρια, τώρα πια στη Γενεύη, με την οποία με συνδέει μια μακρόχρονη συνεργασία, φιλία και εκτίμηση. Μου μίλησε για αυτό λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα της, λέγοντας μου: «Διαβάζω κάτι που με βοηθά πολύ, με ανακουφίζει στον πόνο μου μετά από αυτή την απώλεια, και έτσι αποφάσισα και το μεταφράζω». Στο μυαλό μου διαμορφώθηκε από την αρχή μια ιδέα, που αποδείχθηκε στη συνέχεια πολύ χρήσιμη ως κεντρική ιδέα του βιβλίου, ότι πρόκειται κυρίως για ένα βιβλίο που αφορά το πένθος, λειτουργεί «θεραπευτικά», ενώ συγχρόνως δεν υποτάσσεται σε μια λογική εγχειριδίου για το πένθος, δηλαδή ενός ακόμη ψυχολογικού οδηγού των σταδίων και των κανόνων της «εργασίας» του πένθους, που μια σύγχρονη τάση επιτάσσει να τα ξεπερνάμε στην ώρα τους. Έτσι ριχτήκαμε από κοινού στη δουλειά για να υπάρξει αυτό το ατίθασο βιβλίο στα ελληνικά.
Η απαιτητική κοινή μας προσπάθεια απόδοσης του κειμένου στα ελληνικά απετέλεσε ένα χρήσιμο εργαστήριο, που μου έλυσε αυτές τις απορίες και απάντησε σε αυτά τα ερωτήματα. Με απελευθέρωσε από αγκυλώσεις και μου επέτρεψε να αφεθώ σε μια δεύτερη, αδέσμευτη ανάγνωση, πράγμα που έκανα μόλις πήρα το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια μου. Και τότε άρχισαν όλα να φωτίζονται αλλιώς. Μπόρεσα και αφέθηκα στη ροή και στην απόλαυση του κειμένου χωρίς άκαμπτα θεωρητικά προαπαιτούμενα, δηλαδή προκαταλήψεις και ιδεολογικά αξιώματα. Αυτό θα πρότεινα και στον αναγνώστη: πριν από οτιδήποτε άλλο να αφεθεί σε αυτή την περιπλάνηση, χωρίς καμιά προκατάληψη ή έτοιμη ιδέα από πριν. Να το διαβάσει, και να το αφήσει στη συνέχεια να βρίσκει το δρόμο του μέσα του, κινητοποιώντας σκέψεις και ερωτήματα.
Βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα μπροστά σε μια ιλιγγιώδη επέκταση της προσφοράς προϊόντων ψυχολογικής υποστήριξης για το πένθος (αλλά και για την κάθε «στενοχώρια», θα συμπλήρωνα).
Σε ποια παράδοση εντάσσεται το βιβλίο σχετικά με την προσέγγιση του πένθους;
Το βιβλίο αυτό εντάσσεται σε μια κριτική επιστημολογική παράδοση που μου είναι οικεία και προσφιλής (γύρω από τον Bruno Latour και την Isabelle Stenghers, σε μια σειρά που διευθύνει ο Philippe Pignarre1), αλλά κυρίως με άγγιξε καθώς ένιωθα να συμβαδίζω μαζί του σε μια προσέγγιση του πένθους που υιοθετούσα στην κλινική μου εργασία. Ας την πούμε προσέγγιση επιφυλακτική, η οποία δεν παρασύρεται με κάποια εύπιστη αφέλεια στα κελεύσματα μιας μόδας των τελευταίων χρόνων, που ανακηρύσσουν το πένθος σε ένα κατεξοχήν και αποκλειστικά ψυχολογικό αντικείμενο, απλώνοντάς το συγχρόνως σε κάθε μορφής και βάθους απώλεια, επεκτείνοντας καταχρηστικά τον όρο και την πανταχού παρουσία του σε κάθε απογοήτευση που φέρνει η ζωή. Κατ’ επέκταση, προτείνοντας με περισσή αφθονία μια ποικιλία «εργαλειακών» συμβουλών και οδηγιών, που μας καλούν επιτακτικά να «κάνουμε το πένθος μας», ομοιόμορφα και σε ορισμένο χρονικό διάστημα, μέχρι τέλους. Σύντομα και καθαρά, κατά κάποιο τρόπο, συχνά κάτω από ένα κοινότοπο γλαφυρό σύνθημα που καταντά χωρίς νόημα: «η ζωή συνεχίζεται». Εννοείται, θα έλεγα. Αλλά πώς, για τον κάθε ξεχωριστό άνθρωπο; Και για το κάθε ξεχωριστό πένθος; Που όσο και αν θέλει κανείς να «κάνει» το πένθος του, θα πρέπει συγχρόνως να το «ζήσει», αυτό το ιδιαίτερο δικό του πένθος;
Βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα μπροστά σε μια ιλιγγιώδη επέκταση της προσφοράς προϊόντων ψυχολογικής υποστήριξης για το πένθος (αλλά και για την κάθε «στενοχώρια», θα συμπλήρωνα). Ώστε η έννοια «πένθος» να διαλύεται (να χάνεται) μέσα σε κάθε απώλεια, και συγχρόνως να «ψυχολογικοποιείται» στο έπακρον (απόλυτα και αφόρητα). Ώστε ο νεκρός να μην έχει άλλο ρόλο να παίξει παρά να ξεχαστεί, όπως επισημαίνει ο ψυχαναλυτής Jean Allouch (σ. 19).
Και έτσι το βιβλίο μάς ανοίγει και έναν κόσμο, τον οποίο διερευνά με τον τρόπο του, και αυτό είναι και το επιστημολογικό του διακύβευμα. Μια μορφή τόλμης του σκέπτεσθαι που διερευνά ένα άλλο καθεστώς πραγματικότητας.
Αρχικά λοιπόν το βιβλίο αναδεικνύει αυτή τη διάσταση και μαζί με αυτήν μια πρόταση (που θα την έλεγα ιαματική) που μας ανοίγει σε μια νέα κατανόηση του πένθους, πιο ανεκτική, πιο σύνθετη, πιο υπαρξιακή. Λιγότερο «μολυσμένη» από ιδεολογικού τύπου πεποιθήσεις γύρω από τις δοξασίες για αυτά τα περίεργα φαινόμενα που αισθανόμαστε μετά από μια απώλεια, για τις εμμονές και τις παράξενες σκέψεις, για αυτά τα έντονα συναισθήματα, τα οποία ή θα τα λογοκρίνουμε, ή θα τα αποσιωπήσουμε και θα τα βιώσουμε μοναχικά, ή θα τα καταδικάσουμε ως παράλογα, ή θα τα ψυχολογικοποιήσουμε καθ' ολοκληρίαν, απογυμνώνοντάς τα, τυποποιώντας τα μέσω της ψυχολογίας.
Και έτσι το βιβλίο μάς ανοίγει και έναν κόσμο, τον οποίο διερευνά με τον τρόπο του, και αυτό είναι και το επιστημολογικό του διακύβευμα. Μια μορφή τόλμης του σκέπτεσθαι που διερευνά ένα άλλο καθεστώς πραγματικότητας. Ένα περιβάλλον που διαμορφώνουμε μαζί, εμείς και αυτοί τους οποίους χάνουμε. Ένα περιβάλλον που αξίζει να μελετήσουμε.
Για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, η Βενσιάν Ντεπρέ άκουσε και κατέγραψε τις ιστορίες διάφορων ανθρώπων (φίλων της, μέντιουμ κλπ.). Επιμένει ιδιαίτερα στη σημασία των ιστοριών: «Είναι η μαγική ισχύς των αφηγήσεων, αναστέλλουν παρουσίες και καλούν, λόγω αυτού, κι άλλες ιστορίες» σημειώνει κάπου. Πού έγκειται η ιδιαίτερη δύναμη της αφήγησης;
Να σημειώσω εδώ πως η συγγραφέας ξεκινά με μια δική της προσωπική αφήγηση θανάτου και πένθους, που διατρέχει τέσσερεις γενιές και εντάσσεται αποσπασματικά στο βιβλίο πριν από κάθε κεφάλαιο, σαν μια ενιαία ιστορία που ολοκληρώνεται με το τέλος του βιβλίου, πάνω στην οποία σαν να κυλά (ή να συνδιαλέγεται μαζί της) όλο το υπόλοιπο βιβλίο. Μια ιστορία που αποκτά και μια ιδιαίτερη επικαιρότητα για εμάς σήμερα, καθώς περιγράφει τις επιπτώσεις ενός μεγάλου σιδηροδρομικού δυστυχήματος των αρχών του προηγούμενου αιώνα στις Βρυξέλλες.
Εδώ η μια ιστορία φέρνει την άλλη, η κάθε αφήγηση μεταφέρει τη μαγεία της, φτάνει να αφεθούμε σε αυτές και κυρίως να μάθουμε από αυτές, ακούγοντας χωρίς προκατάληψη και με ενδιαφέρον.
Μετά από αυτή την εισαγωγική επισήμανση, θα έλεγα ότι πράγματι η μέθοδός της στηρίζεται σε αυτή την αφηγηματική περιπλάνηση την οποία ακολουθεί, προκαλεί, προσδοκά, επιδιώκει και τελικά κατορθώνει με μεγάλη τέχνη, καθώς η μία αφήγηση φέρνει την άλλη και ο κάθε συνομιλητής προτείνει κάποιον άλλον που κάτι αφηγηματικό έχει να προσφέρει (μια προσωπική ή οικογενειακή εξιστόρηση, ένα κινηματογραφικό έργο, μια τηλεοπτική σειρά, ένα βιβλίο), που όλα αυτά υφαίνονται μεταξύ τους και μετατρέπονται τελικά σε μια ερευνητική μέθοδο, ιδιόρρυθμη, νομαδική θα τολμούσα να πω, που αποκαλύπτει την αξία της εκ των υστέρων, αφού έχει πρώτα αφεθεί σε αυτά που έρχονται. Σε αντίθεση με την κλασική έρευνα που θέτει στόχους και προγραμματισμό αυστηρό από την αρχή, εκ των προτέρων. Εδώ, η μια ιστορία φέρνει την άλλη, η κάθε αφήγηση μεταφέρει τη μαγεία της, φτάνει να αφεθούμε σε αυτές και κυρίως να μάθουμε από αυτές, ακούγοντας χωρίς προκατάληψη και με ενδιαφέρον.
Το βιβλίο κοιτά λοξά διάφορες αντιλήψεις που αφορούν στη σχέση μας με τους νεκρούς: απορρίπτει, για παράδειγμα, το γεγονός ότι οι νεκροί μάς αφήνουν μόνο υποχρεώσεις ή τύψεις και εστιάζει στη γενναιοδωρία τους. Αντίστοιχα, μιλά για τον πνευματισμό με ιδιαίτερο τρόπο. Θα λέγατε πως οι ιδέες που συναντάμε εντάσσονται στο πλαίσιο ενός «ορθολογισμού», έστω με τη διευρυμένη έννοια, ή μήπως το βιβλίο απορρίπτει εξαρχής τον όρο αυτό, ως παρωχημένο, ως μία έννοια την οποία πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε;
Σίγουρα οι ιδέες της συγγραφέα δεν εντάσσονται σε μια κλασική εκδοχή ενός αυστηρού και ίσως και άχαρου ορθολογισμού, αλλά παραμένουν παρόλα αυτά εντός των πλαισίων μιας αναζήτησης, μιας εξερεύνησης επιστημολογικής, άρα που αξιοποιεί και ίσως διευρύνει την έννοια του ορθού λόγου, αφαιρώντας του τις πιο δογματικές του εκφάνσεις.
Θέτει την κρίσιμη στιγμή τα σωστά ερωτήματα που διαλύουν τα σύννεφα, όπως: «Στο όνειρό μου, ποιος τελικά μιλά, ο πατέρας μου ή το όνειρο;»
Θεωρεί ότι αν ξεφύγουμε από το πολεμικού τύπου δίπολο γύρω από την απόλυτη ύπαρξη και την εξ ολοκλήρου ανυπαρξία των νεκρών, και θεωρήσουμε όσα συμβαίνουν (ακόμη και περίεργα) μετά τον θάνατό τους ως ένα πεδίο μιας πραγματικότητας, την οποία μπορούμε να μελετήσουμε χωρίς κάποιο a priori, και με τρόπους που να της ταιριάζουν, θα προκύψουν πολλά ενδιαφέροντα πράγματα ως προς τη γνώση μας γύρω από τον κόσμο μας (και όχι ως απαντήσεις για ένα άλλο κόσμο μετά θάνατον).
Αυτή η προσέγγιση κάνει το βιβλίο, με κάποιο τρόπο, ένα βιβλίο που δεν θα θεωρούσα αντι-ορθολογικό. Δεν αποκαλύπτει, δεν εξηγεί, αλλά ακούει, παρατηρεί, περιγράφει, συμμετέχει και σέβεται (άλλους πολιτισμούς, παραδόσεις, εμμονές, περίεργα πένθη, έθιμα κλπ.). Εφευρίσκει όρους που μας εξοικειώνουν και μας βοηθούν να καταλάβουμε, όπως για παράδειγμα τα μέντιουμ ως «ευαίσθητους διερμηνείς». Θέτει την κρίσιμη στιγμή τα σωστά ερωτήματα που διαλύουν τα σύννεφα, όπως: «Στο όνειρό μου, ποιος τελικά μιλά, ο πατέρας μου ή το όνειρο;». Αφήνεται να διδαχθεί από τα φαντάσματα άλλων πολιτισμών, όπως για παράδειγμα, αυτά που μελετά ο ανθρωπολόγος Heonik Kwon στο σύγχρονο Βιετνάμ, που θέτει ερωτήματα που δεν ζητούν απαντήσεις, αλλά μετατρέπονται σε αινίγματα, δηλαδή σε απαρχές ιστοριών, οι οποίες αποτελούν συγχρόνως το κλειδί και τον οδηγό.
Σε διάφορα σημεία του βιβλίου αναφέρονται οι πρακτικές τις οποίες ακολουθούν διάφοροι πολιτισμοί και κοινότητες. Για παράδειγμα, οι Τσιγγάνοι συχνά δεν αναφέρουν το όνομα του νεκρού, δεν χρησιμοποιούν τα εργαλεία του και δεν καταναλώνουν τα αγαπημένα του φαγητά, ως ένδειξη σεβασμού προς το πρόσωπό του. Μας προσφέρουν αυτά τα έθιμα έναν τρόπο ώστε να προσεγγίσουμε τις καλύτερες πλευρές άλλων πολιτισμών, να γίνουμε οι ίδιοι πιο ανεκτικοί;
Στην προσπάθειά μας αυτή, η βοήθεια που μας προσφέρουν οι «άλλοι» πολιτισμοί (όχι πάντα τόσο μακρινοί όσο νομίζουμε) είναι ανεκτίμητη, και φυσικά απαιτεί την αναγνώριση και τον σεβασμό μας.
Αυτό δεν δηλώνει αναγκαστικά κάτι ως προς την φύση των νεκρών, αλλά αναγνωρίζει ένα είδος παρουσίας τους στον κόσμο των ζωντανών. Τους προσλαμβάνουμε, τους εγκαθιδρύουμε σε δικούς τους τρόπους ύπαρξης ανάμεσά μας. Τους θυμόμαστε όσο θέλουμε και όπως θέλουμε. Τους δίνουμε ένα «πλεόνασμα ύπαρξης», και εμπλουτίζουμε μια κοινή μας ύπαρξη μετά τον θάνατο τους. Προσφέρουμε ένα κοινό περιβάλλον που επιτρέπει αυτή την αλληλεπίδραση μεταξύ μας. Υπάρχει μεγαλύτερο μάθημα υποδοχής, ανεκτικότητας, σεβασμού – αλλά και κάποιας ευτυχίας;
Στην προσπάθειά μας αυτή, η βοήθεια που μας προσφέρουν οι «άλλοι» πολιτισμοί (όχι πάντα τόσο μακρινοί όσο νομίζουμε) είναι ανεκτίμητη, και φυσικά απαιτεί την αναγνώριση και τον σεβασμό μας. Αυτό το ανθρωπολογικό άνοιγμα δίνει και μια ενδιαφέρουσα εθνοψυχιατρική διάσταση στο βιβλίο (και δεν είναι τυχαία, μεταξύ άλλων, η αναφορά στο έργο του Tobie Nathan). Συγχρόνως, κλονίζει την κυρίαρχη (που τείνει να γίνει ηγεμονική) ψυχολογίζουσα αντίληψη της εποχής μας, που ομογενοποιεί το πένθος για όλους σε ένα πρόταγμα, ότι «πρέπει να κάνουμε την εργασία του πένθους μας» και να κρατήσουμε ένα μόνο ρόλο για τον νεκρό μας: να ξεχαστεί.
Από τη βιβλιογραφία και μόνο φαίνεται η εξαντλητική έρευνα της συγγραφέα. Καθώς δουλεύατε πάνω στο βιβλίο, το οποίο προσφέρει μεγάλο πλούτο πληροφοριών, υπήρξε κάποιο εύρημα που να ανέτρεψε μια βεβαιότητά σας; Κάποιο αναπάντεχο στοιχείο που σας έκανε να αναθεωρήσετε για κάποιο θέμα;
Νομίζω ότι όλο το βιβλίο, σαν ένα σύνολο, μια προσέγγιση, μια αντίληψη αποτέλεσε ένα εύρημα. Πώς να συνοψίσω το θέμα ή τα επιμέρους θέματα (πέρα από το πένθος στο οποίο ήδη αναφέρθηκα εκτενώς); Η οικολογία; Η ερευνητική περιήγηση; Η ελευθερία της ερευνητικής περιπλάνησης που επιτρέπει να φανταστούμε καταστάσεις όπως «η γενναιοδωρία των νεκρών», ή ακόμη και το χιούμορ τους; Η δημιουργία ενός ενδιάμεσου χώρου, ή ίσως ενός περιβάλλοντος, που μπορούμε να καλλιεργήσουμε, που επιτρέπει να εμφανιστεί το πορώδες της ψυχής, η διεύρυνση της ικανότητάς μας να αισθανόμαστε, να εξερευνούμε παραλλαγές στους τρόπους της παρουσίας αυτών που μας άφησαν για πάντα; Η ηρεμία μπρος στην αμφισημία που επιτρέπει να ανοιχτούμε σε μια πληθώρα εκδοχών; Ή σε όψεις της πραγματικότητας τις οποίες αποφεύγουμε γιατί τις θεωρούμε άνευ σημασίας;
Το αναπάντεχο είναι μια αίσθηση απελευθέρωσης, την οποία ένιωσα σε δεύτερο χρόνο, όταν το βιβλίο και η τόλμη του κάθισε μέσα μου. Και τότε αντιλήφθηκα ότι μιλά εξ ίσου για την ευτυχία των ζωντανών.
Δεν θα έλεγα ότι ανατράπηκαν βεβαιότητες μου, αλλά περισσότερο ότι καλλιεργήθηκαν δημιουργικά οι αβεβαιότητές μου, ώστε να αποτελέσουν ερωτήματα που μετατρέπονται σε αινίγματα, σε εμπνεύσεις, σε όνειρα, σε αφηγήσεις που ενεργοποιούν, ή μάλλον κρατούν ζωντανή τη σκέψη.
Το αναπάντεχο είναι μια αίσθηση απελευθέρωσης, την οποία ένιωσα σε δεύτερο χρόνο, όταν το βιβλίο και η τόλμη του κάθισε μέσα μου. Και τότε αντιλήφθηκα ότι μιλά εξ ίσου για την ευτυχία των ζωντανών. Αν μου ήταν επιτρεπτό ίσως να έβαζα στο βιβλίο έναν υπότιτλο προς αυτή την κατεύθυνση.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
1 Του οποίου το βιβλίο «Πώς η κατάθλιψη έγινε επιδημία» επιμελήθηκα και εκδώσαμε πριν από αρκετά χρόνια στις εκδόσεις University Studio Press (2007), σε μετάφραση της Χριστίνας Χατζηδημητρίου , με επίλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση. Θα άξιζε να το επισκεφθούν οι αναγνώστες σήμερα, καθώς δεν έχει χάσει καθόλου την επικαιρότητά του.
Λίγα λόγια για τον Γρηγόρη Αμπατζόγλου
Ψυχίατρος – παιδοψυχίατρος, Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ., διηύθυνε την παιδοψυχιατρική υπηρεσία της Γ΄ Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής (νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ) από το 1992-2018, δίδαξε Παιδοψυχιατρική, Ψυχιατρική στην Ιατρική Σχολή ΑΠΘ και Εφαρμογές ψυχοδυναμικής (Τμήμα Ψυχολογίας), Ανάπτυξη του Παιδιού (Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης).

Ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του ΜΠΣ «Αναπτυξιακή ψυχοπαθολογία της βρεφονηπιακής ηλικίας» (Ιατρική Σχολή Α.Π.Θ.), τέως πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας για την Ψυχική Υγεία των Βρεφών (μέλος της WAIMH), πρόεδρος του Επιστημονικού Συλλόγου Μέριμνας Παιδιού και Εφήβου (ΣΥΜΕΠΕ).
Συγγραφέας και επιμελητής πολλών εκδόσεων στο αντικείμενο της ψυχοπαθολογίας, δυναμικής ψυχοθεραπείας, ιστορίας της ψυχιατρικής, ψυχολογίας του παιδιού και παιδοψυχιατρικής.
Λίγα λόγια για τη Βανσιάν Ντεπρέ
Η Βανσιάν Ντεπρέ είναι Βελγίδα φιλόσοφος της επιστήμης.

Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Λιέγης και διδάσκει επίσης στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών.























