
«Η αναζήτηση της ομορφιάς και της γνώσης μέσα στο ζοφερό κόσμο της φυλακής είναι μια σωτήρια πράξη αντίστασης και επιβίωσης» μας είπε μεταξύ άλλων ο Αχιλλέας Σύρμος με αφορμή τη μελέτη του «Επιζώντες τρίτοι» (εκδ. Νίκας).
Συνέντευξη στον Κ.Β. Κατσουλάρη
Η μελέτη του Αχιλλέα Σύρμου Επιζώντες τρίτοι (εκδ. Νίκας) ξεχωρίζει τόσο για τη διεξοδικότητά της, καθώς ξεπερνά τις επτακόσιες πενήντα σελίδες, όσο και για το ιδιαίτερο θέμα το οποίο πραγματεύεται: τη λογοτεχνία των διωκώμενων της Κομμουνιστικής Αλβανίας, έργα της «λογοτεχνίας του στρατοπέδου-φυλακής», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο που προτιμά ο ίδιος ο συγγραφέας.
Εξετάζοντας αναλυτικά περιπτώσεις από το λογοτεχνικό corpus της Αλβανίας και έχοντας ως σημείο αναφοράς τους μεγάλους δημιουργούς της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το έργο του Σύρμου φωτίζει κάποιες από τις πιο σκοτεινές πλευρές του χοτζικού καθεστώτος, όπως αυτές αποτυπώθηκαν με το φίλτρο της λογοτεχνίας. Έχοντας ήδη κατέβει στο Υπόγειο της Πολιτείας για να συμμετάσχει στη σειρά «Βίος και Πολιτεία», ο συγγραφέας συνέχισε τη συζήτησή του μαζί μας σε συνέντευξη που μας παραχώρησε για το έργο του.
Η Αλβανία ήταν μια απόλυτη ιδιαιτερότητα: Ούτε η Βόρειος Κορέα όπως τη γνωρίζουμε σήμερα δεν είναι τόσο απομονωμένη όσο ήταν η Αλβανία του Χότζα και στη συνέχεια. Τι σήμαινε αυτή η ιδιαιτερότητα για την ελληνική κοινότητα;
Ακριβώς, έτσι συνέβη. Ο ακραίος απομονωτισμός του χοτζικού καθεστώτος είναι πλέον μια ιστορική διαπίστωση, και, γιατί όχι, μια από τις πολλές του ιδιαιτερότητες έναντι των υπολοίπων χωρών του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Πρώτα πρώτα, η πολιτική της ολοκληρωτικής απομόνωσης αντιστέκεται ακόμα και στην ίδια τη λογική του συστήματος. Για παράδειγμα, πολίτες που είχαν χαρακτηριστεί ως ταξικοί εχθροί, αν επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα, είτε εκτελούνταν είτε φυλακίζονταν ισόβια. Και η ειρωνεία είναι ότι αν κάποιος εχθρός προσπαθούσε να αυτομολήσει, τιμωρούνταν με πιο αυστηρές ποινές από κάποιον άλλο πολίτη με «καθαρό» βιογραφικό. Για το καθεστώς θεωρούνταν φυσιολογικό οι εχθροί να υπομένουν την ταπεινωτική διαπόμπευση και την ασύλληπτη βία.
Για να το πω πιο απλά, όσο πιο ενεργά συμμετείχε κανείς στο αλβανικό κομμουνιστικό καθεστώς τόσο περισσότερο αποσιωπούσε ή απέκρυβε ή ακόμα και αποποιούνταν την ελληνική του ταυτότητα, τουλάχιστον στη δημόσια σφαίρα.
Τώρα, σε ό,τι αφορά την ελληνική μειονότητα, δεν πρέπει να την εκλάβουμε ως μια ομοιογενή κοινότητα τα μέλη της οποίας διέπονται από την ίδια αγωνία και δέχονται την ίδια διωκτική πίεση του καθεστώτος. Για να το πω πιο απλά, όσο πιο ενεργά συμμετείχε κανείς στο αλβανικό κομμουνιστικό καθεστώς τόσο περισσότερο αποσιωπούσε ή απέκρυβε ή ακόμα και αποποιούνταν την ελληνική του ταυτότητα, τουλάχιστον στη δημόσια σφαίρα. Ειδικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και ύστερα. Είναι ενδεικτικό ότι για πολλά χρόνια οι κάτοικοι της ελληνικής μειονότητας αποκαλούνταν ή αναφέρονταν στο δημόσιο λόγο απλώς ως «μειονοτικοί». Θέλω να πω ότι ο κατεξοχήν ταξικός διαχωρισμός σε εχθρούς και φίλους του καθεστώτος είναι τόσο ισχυρός που οποιαδήποτε άλλη κατηγοριοποίηση ατονεί. Η απόσταση που χώριζε, λόγου χάρη, έναν κομματικό εκπρόσωπο από έναν κουλιάκο (διαπομπευμένο χωρικό) σε κάποιο χωριό της ελληνικής μειονότητας ήταν τεράστια. Ακόμα και μέσα στην ίδια την οικογένεια, άνθρωποι αρνούνταν να απευθύνουν τον λόγο ή να ανταλλάξουν απλώς μια χειραψία με κάποιον διωκόμενο συγγενή τους, από φόβο μην περιέλθουν και οι ίδιοι σε δυσμένεια ή για να δείξουν πόσο καλοί κομμουνιστές ήταν.
Το λέει, νομίζω, υπέροχα ο Βάλτερ Μπένιαμιν, ότι σε κάθε κοινωνία και σε κάθε εποχή αναφύεται από τα βάθη και τα περιθώρια αυτός ο ανθρωπισμός των ηττημένων ως το πολιτισμικό τους αποτύπωμα στους καιρούς.
Αυτό συνέβη και με τον πατέρα μου. Όταν αποφυλακίστηκε από το Σπατς, αρκετοί συγχωριανοί και συγγενείς του δεν δέχονταν να του μιλήσουν ή να του σφίξουν τυπικά το χέρι σε γάμους και σε κηδείες, έθιμα με πολύ ισχυρό αξιακό φορτίο στην ηπειρωτική παράδοση. Κι αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι Βορειοηπειρώτες κατάδικοι, όπως ο πατέρας μου, ανέπτυξαν με Αλβανούς συγκρατουμένους τους σχέσεις αδελφικές. Το λέει, νομίζω, υπέροχα ο Βάλτερ Μπένιαμιν, ότι σε κάθε κοινωνία και σε κάθε εποχή αναφύεται από τα βάθη και τα περιθώρια αυτός ο ανθρωπισμός των ηττημένων ως το πολιτισμικό τους αποτύπωμα στους καιρούς.
Πόσοι υπολογίζονται οι άνθρωποι που φυλακίστηκαν για πολιτικούς λόγους στην Αλβανία του Χότζα; Πόσοι από αυτούς ήταν Έλληνες; Έχουμε αριθμούς; Και πόσοι από αυτούς έμειναν για χρόνια σε στρατόπεδα εργασίας; Πόσοι πέθαναν σε αυτά εξαιτίας των συνθηκών;
Τριάντα πέντε χρόνια μετά την πτώση του καθεστώτος, η στατιστική, αν θέλετε, αποτίμηση του χοτζικού τρόμου δεν δίνει ακόμα ξεκάθαρες απαντήσεις. Κι αυτό διότι στα πρώτα χρόνια εγκαθίδρυσης της κυβέρνησης Χότζα, πραγματοποιούνταν εκτελέσεις αντιφρονούντων χωρίς καν να διεξαχθούν δίκες ή να τηρηθούν πρωτόκολλα δικαστικών αποφάσεων. Έπειτα, οι θάνατοι καταδίκων μέσα στα στρατόπεδα-φυλακές, από εργατικά ατυχήματα, επί παραδείγματι, δεν προσμετρώνται στα εγκλήματα των καθεστωτικών. Υπάρχουν όμως κάποιοι ενδεικτικοί αριθμοί. Πέντε εκατομμύρια εικοσιπέντε χιλιάδες χρόνια υπολογίζεται ότι είναι περίπου ο συνολικός αριθμός των ποινικών ετών φυλάκισης, εξορίας και εγκλεισμού σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας που επέβαλλαν τα δικαστήρια του κομμουνιστικού καθεστώτος σε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες της χώρας. Παράλληλα, εκδόθηκαν από τις δικαστικές αρχές πέντε χιλιάδες πεντακόσιες εβδομήντα εφτά θανατικές καταδίκες χωρίς να συνυπολογίζεται ο αριθμός των θανάτων στις φυλακές, τα στρατόπεδα και στους τόπους εξορίας, που εκτοξεύει περαιτέρω τα ποσοστά.
![]() |
|
«Επιβεβαιώνεται λίγο πολύ κι εδώ η περίφημη φράση της Aχμάτοβα ότι η μισή Ρωσία έστειλε την άλλη μισή στα γκουλάγκ». |
Σύμφωνα με το Ίδρυμα Μελετών των Εγκλημάτων και Συνεπειών του Κομμουνισμού (ISKK), ο αριθμός των εγκλείστων και των εξόριστων συνολικά ανέρχεται στις εκατό χιλιάδες εξακριβωμένες περιπτώσεις, και η έρευνα συνεχίζεται. Πρέπει όμως σε αυτούς τους αριθμούς να συνυπολογίσουμε και το εξής: Ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται σημαντικά αν σκεφτούμε και τις οικογένειες των άμεσα καταδικασθέντων που υπόκειντο σε μακρόχρονη εξορία, ισόβιο στιγματισμό και περιθωριοποίηση. Επιβεβαιώνεται λίγο πολύ κι εδώ η περίφημη φράση της Aχμάτοβα ότι η μισή Ρωσία έστειλε την άλλη μισή στα γκουλάγκ. Γιατί, μην ξεχνάμε, ότι η Αλβανία, κατά την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, αριθμεί περί το ένα εκατομμύριο κατοίκους.
Γνωρίζουμε βέβαια ότι ακόμα και οι ΕΑΜίτες που επέλεξαν να ζήσουν στην Αλβανία του Χότζα, αργά ή γρήγορα κατέληξαν κι εκείνοι στη φυλακή γιατί το καθεστώς ήταν φοβερά καχύποπτο με τους ξένους.
Τώρα, όσον αφορά τους Βορειοηπειρώτες διωκόμενους, σκεφτείτε ότι στο μεγαλύτερο και πιο κακόφημο κάτεργο της χώρας, το στρατόπεδο του Σπατς, στο απόγειο της λειτουργίας του, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970, στους χίλιους εγκλείστους οι εκατόν πενήντα ήταν ελληνικής καταγωγής. Άρα, κατά προσέγγιση, μπορούμε να πούμε ότι το 15% των διωκομένων ήταν Έλληνες. Και αξίζει να αναφέρουμε και τους περίπου 500 αιχμαλώτους του Ελληνικού Τακτικού Στρατού που οδηγήθηκαν από τον ΕΛΑΣ, κατά τον Εμφύλιο, στην Κομμουνιστική Αλβανία και καταναγκάστηκαν σε εγγειοβελτιωτικά έργα για σχεδόν μια δεκαετία, σε συνθήκες δουλείας. Έχουμε τρεις εκδομένες μαρτυρίες για τις καταστάσεις αυτές. Γνωρίζουμε βέβαια ότι ακόμα και οι ΕΑΜίτες που επέλεξαν να ζήσουν στην Αλβανία του Χότζα, αργά ή γρήγορα κατέληξαν κι εκείνοι στη φυλακή γιατί το καθεστώς ήταν φοβερά καχύποπτο με τους ξένους. Ακόμα και οι Κοσσοβάροι που αυτομολούσαν από τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο κι αυτοί κατέληγαν στις χοτζικές φυλακές. Ήταν δύσκολο ακόμα και για τον Χότζα να πιστέψει ότι άνθρωποι επέλεγαν αυτοβούλως να ζήσουν στον «παράδεισό» του.
Το βιβλίο εξετάζει την ιστορία των διωκομένων στα στρατόπεδα-φυλακές της Κομμουνιστικής Αλβανίας, 1944-1991, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου λογοτεχνικού είδους, για το οποίο ακόμη αναζητάμε το όνομά του: Τη στρατοπεδική λογοτεχνία, λογοτεχνία του στρατοπέδου, λογοτεχνική μαρτυρία από τα Γκουλάγκ. Πού έγκειται η δυσκολία να δώσουμε έναν τίτλο σε αυτό το ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος;
Ας θεωρήσουμε ότι ο όρος «στρατοπεδική λογοτεχνία» αναφέρεται κυρίως σε έργα και μαρτυρίες πρώην εγκλείστων των ναζιστικών στρατοπέδων, κι αυτό γιατί οι συγκεκριμένες μαρτυρίες κυκλοφόρησαν και μελετήθηκαν σχετικά νωρίτερα από τις αντίστοιχες μαρτυρίες των εγκλείστων σε γκουλάγκ. Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1950, στη Δυτική Ευρώπη, όχι μόνο στους κόλπους της παντοδύναμης αριστεράς, υπήρχε, στην καλύτερη περίπτωση, άγνοια, και, στην πιο ακραία, εμμονική ιδεοληπτική άρνηση της ύπαρξης των γκουλάγκ.
Ο Σολζενίτσιν είναι στη συνέχεια εκείνος που εμβληματοποιεί αυτές τις μαρτυρίες των εγκλείστων και εξαιτίας του οι δυτικοί μελετητές του έργου του καθιερώνουν τον όρο «λογοτεχνία του γκουλάγκ».
Σας θυμίζω εδώ την υπόθεση Κραβτσένκο-Ρουσέ. Όταν ο πρώην έγκλειστος σε σοβιετικό γκουλάγκ Βίκτορ Κραβτσένκο εκδίδει στη Γαλλία το 1947 την αυτοβιογραφική του μαρτυρία, ο κομμουνιστικός τύπος εξαπολύει αμέσως λιβέλους εναντίον του και η υπόθεση καταλήγει στη γαλλική δικαιοσύνη. Ο Σολζενίτσιν είναι στη συνέχεια εκείνος που εμβληματοποιεί αυτές τις μαρτυρίες των εγκλείστων και εξαιτίας του οι δυτικοί μελετητές του έργου του καθιερώνουν τον όρο «λογοτεχνία του γκουλάγκ».
Ωστόσο, ο όρος «λογοτεχνία του γκουλάγκ» αναφέρεται κυρίως στα έργα των σοβιετικών και άλλων συγγραφέων που αφηγούνται την εμπειρία του εγκλεισμού τους στα σοβιετικά γκουλάγκ. Άλλωστε ό ίδιος ο όρος «γκουλάγκ» αποτελεί αρκτικόλεξο ρωσικών λέξεων για το σύστημα διεύθυνσης των στρατοπέδων. Παρόλο που ο ίδιος θεσμός κολασμού και εγκλεισμού τέθηκε σε λειτουργία από τα κομμουνιστικά καθεστώτα και στις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, δεν χρησιμοποιήθηκε επίσημα ο όρος «γκουλάγκ» ούτε από τα ανατολικοευρωπαϊκά συστήματα εξουσίας ούτε, ακόμη, από τους ίδιους τους διωκόμενους συγγραφείς που αφηγούνται την μαρτυρία τους. Επέλεξα, επομένως, στη μελέτη μου, τη χρήση του όρου «λογοτεχνία του στρατοπέδου-φυλακής» προκειμένου να δηλωθεί η ύπαρξη μιας λογοτεχνίας προερχόμενης από συγγραφείς που διώχθηκαν γενικότερα από τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης και έζησαν την εμπειρία των ιδρυμάτων εγκλεισμού των καθεστώτων αυτών.
Ιδιαίτερη μνεία στην ανάλυσή σου κάνεις στο πρώτο έργο του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, το Μια μέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς (1962). Γιατί;
Μπορώ να πω πια ότι ξέφυγα αρκετά, ως προς την έκταση, στην ανάπτυξη του συγκεκριμένου κεφαλαίου το οποίο λειτουργεί και ως ένα είδος συμπληρωματικής εισαγωγής στη μελέτη μου. Με παρέσυρε, ωστόσο, η ένταση του διαλόγου, αν όχι της πολεμικής, που προκάλεσε η έκδοση του έργου το 1962, στην αποσταλινοποιημένη Σοβιετική Ένωση του Χρουστσόφ. Η κριτική προβολή αυτού του διαλόγου, τόσο μεταξύ των δυτικών όσο και των σοβιετικών αναγνωστών, φωτίζει σε μεγάλο βαθμό την ειδολογική σύσταση του λογοτεχνικού πεδίου που εξετάζω.
Είναι ένα έργο ορόσημο αυτής της θεματικής και παραμένει μέχρι σήμερα το κατεξοχήν σημείο αναφοράς της λογοτεχνίας του γκουλάγκ αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας εν γένει.
Για να μην ξεφύγω κι εδώ, θα αρκεστώ απλώς να τονίσω ότι η νουβέλα του Σολζενίτσιν εγγράφεται ως πρωτόλειο μιας λογοτεχνίας των αντιφρονούντων που διογκώνεται ολοένα μέχρι και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι ένα έργο ορόσημο αυτής της θεματικής και παραμένει μέχρι σήμερα το κατεξοχήν σημείο αναφοράς της λογοτεχνίας του γκουλάγκ αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας εν γένει. Ωστόσο, παρά τον εγνωσμένο ανθρωπιστικό προσανατολισμό του έργου, μια σειρά ερευνητικών και δοκιμιακών ενστάσεων εγείρονται ως προς το ζήτημα της ηθικής έντασης του έργου, κατά πόσο, δηλαδή, το έργο συμβάλλει στη συγκρότηση ενός απομυθοποιητικού «ρήγματος», με τη λακανική έννοια του όρου, στο γενικότερο αφήγημα του σοβιετικού κομμουνισμού, όπως συμβαίνει αργότερα εμφατικά με το «Αρχιπέλαγος γκουλάγκ». Συνεπώς, το ζήτημα της ηθικής έντασης εξετάζεται, πιο συγκεκριμένα, στο βαθμό παρουσίας ή απουσίας της αντικαθεστωτικής πρόθεσης του συγγραφέα όσο και από τις ιδεολογικές χρήσεις της νουβέλας τόσο από το σοβιετικό καθεστώς όσο και, αντίστοιχα, από τη Δύση, και κυρίως τους Αμερικανούς.
Υπάρχουν κάποια στοιχεία που ενώνουν όλα τα στρατόπεδα εργασίας των Ανατολικών Καθεστώτων;
Ένα δύσκολο και περίπλοκο ζήτημα. Πρέπει να πούμε πως ο όρος «λογοτεχνία του στρατοπέδου-φυλακής της Ανατολικής Ευρώπης» δεν υποδηλώνει την ύπαρξη ενός ενιαίου λογοτεχνικού πεδίου με ένα χαρτογραφημένο corpus λογοτεχνικών έργων και μια ομάδα συγγραφέων που συγκροτούν ένα αναγνωρισμένο σώμα εκπροσώπησης. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, με την αντικαθεστωτική σοβιετική λογοτεχνία του γκουλάγκ εντός της οποίας διαιωνίζεται ένα είδος εσωτερικής επικοινωνίας των εκπροσώπων της.
Αντίθετα, τα έργα και οι συγγραφείς από τις διάφορες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δεν μπορούμε να πούμε ότι συγκροτούν ένα ενιαίο λογοτεχνικό πεδίο
Δεν είναι δυνατόν να συσχετισθεί επακριβώς ούτε με τη στρατοπεδική λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος η οποία παρουσιάζει μια ειδολογική συνοχή καθότι τα λογοτεχνικά έργα που τη συγκροτούν και οι πιο σημαντικοί της εκπρόσωποι (παρότι διαφορετικής εθνικής καταγωγής, γλώσσας κτλ) κοινωνούν της ίδιας βιωμένης εμπειρίας, της βίαιης εκτόπισης στα ναζιστικά στρατόπεδα και της αγωνίας τους να την αφηγηθούν. Αντίθετα, τα έργα και οι συγγραφείς από τις διάφορες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δεν μπορούμε να πούμε ότι συγκροτούν ένα ενιαίο λογοτεχνικό πεδίο κι αυτό γιατί καθίστανται ιδιαζόντως δύστοκα τόσο η εγγραφή σε ένα συλλογικό πλαίσιο όσο και ο ορισμός της κοινής βιωμένης εμπειρίας. Αυτό οφείλεται στο βαθμό διαφοροποίησης των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων από χώρα σε χώρα: το καθεστώς της Κομμουνιστικής Αλβανίας του Ενβέρ Χότζα απέχει σημαντικά από το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας του Χόνεκερ, το τιτοϊκό καθεστώς από εκείνο της Κομμουνιστικής Ρουμανίας του Τσαουσέσκου και ούτω καθεξής.
(...) ο ανατολικοευρωπαϊκός κομμουνισμός υπήρξε η ιδεολογική αφορμή ενός άκαμπτου κοινωνικοοικονομικού μετασχηματισμού ο οποίος αποτιμάται, πλέον, ως ένα πείραμα ολοκληρωτισμού που προκάλεσε την ανάδυση μιας τραυματικής μνήμης στις κοινωνίες των πολιτών της Ανατολικής Ευρώπης
Προκύπτει λοιπόν εδώ το ερώτημα που ήδη μου θέσατε: Ο όρος «λογοτεχνία του στρατοπέδου-φυλακής της Ανατολικής Ευρώπης» είναι, εν τέλει, ένας τεχνητός όρος ή μπορεί να αξιώσει κάποιο σαφές ειδολογικό σημαινόμενο; Αυτό που προτείνω στη μελέτη μου είναι ότι, παρά τις όποιες εφαρμοσμένες εκδοχές του (σοβιετική, τσεχοσλοβακική, αλβανική, ρουμανική, βουλγαρική, κτλ.), ο ανατολικοευρωπαϊκός κομμουνισμός υπήρξε η ιδεολογική αφορμή ενός άκαμπτου κοινωνικοοικονομικού μετασχηματισμού ο οποίος αποτιμάται, πλέον, ως ένα πείραμα ολοκληρωτισμού που προκάλεσε την ανάδυση μιας τραυματικής μνήμης στις κοινωνίες των πολιτών της Ανατολικής Ευρώπης κατά τον 20ό αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι η μνήμη της εμπειρίας του ανατολικοευρωπαϊκού ολοκληρωτισμού, η οποία διεκδικεί εξίσου με τη μνήμη του Ολοκαυτώματος την άνευ προηγουμένου μοναδικότητά της, είναι ακριβώς εκείνο το θεμελιώδες ειδολογικό γνώρισμα που δικαιολογεί την κατάταξη των μαρτυριών που προέρχονται από τους διωκόμενους των συγκεκριμένων καθεστώτων σε ένα ενιαίο λογοτεχνικό corpus, ανεξάρτητα από τη λογοτεχνική φόρμα εκφοράς τους.
Μιλάς για τις Τεχνικές Επιβίωσης στον κόσμο των στρατοπέδων…
Η πρώτη πράξη αντίστασης ή τεχνική επιβίωσης που καλείται να επιχειρήσει ο διωκόμενος αμέσως μετά τη σύλληψη και τον εγκλεισμό του στα ανακριτικά κελιά είναι η διατήρηση της ψυχολογικής του ισορροπίας και η αποφυγή της ψυχολογικής κατάρρευσης κατά την ανακριτική διαδικασία. Είναι πολλές οι περιπτώσεις ψυχολογικής κατάρρευσης των κρατουμένων, πολλοί από τους οποίους οδηγούνται σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Η επόμενη επίπονη αντίσταση είναι η αντίσταση στον ανακριτή ο οποίος ενσαρκώνει για κάθε διωκόμενο τον εκπρόσωπο της απόλυτης βίας. Τα πιο αμείλικτα σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια που θα υποστεί ένας κρατούμενος στη διάρκεια της ποινής του θα τα υποστεί κυρίως από τον υπάλληλο της SIGURIMI που θα τον ανακρίνει προσωπικά.
![]() |
|
«Το μοτίβο της αδελφικής αυθεντικής φιλίας αποτελεί κοινό τόπο στις διηγήσεις των Αλβανών και Ελλήνων διωκομένων και κατατάσσεται στις πιο ισχυρές τεχνικές επιβίωσης των εγκλείστων». |
Στον κόσμο των στρατοπέδων-φυλακών η αλληλεγγύη μεταξύ των κατάδικων αποτελεί την ύψιστη και πιο ουσιαστική πράξη ηθικής και ανθρωπιστικής αντίστασης. Το αίσθημα της αλληλεγγύης είναι περισσότερο έντονο και πιο ισχυρό στην λογοτεχνία των διωκομένων της Κομμουνιστικής Αλβανίας σε σχέση με τις αντίστοιχες εμβληματικές λογοτεχνικές μαρτυρίες της Σοβιετικής Ένωσης. Η φιλία εντός των σταλινικών στρατοπέδων, επί παραδείγματι, στο έργο του Σαλάμοφ, αμφισβητείται απόλυτα, υποστηρίζοντας ότι στην στρατοπεδική ζωή ο καθένας δρα και μεριμνά αποκλειστικά για τον εαυτό του. Αντίθετα, το μοτίβο της αδελφικής αυθεντικής φιλίας αποτελεί κοινό τόπο στις διηγήσεις των Αλβανών και Ελλήνων διωκομένων και κατατάσσεται στις πιο ισχυρές τεχνικές επιβίωσης των εγκλείστων. Η αναζήτηση της ομορφιάς και της γνώσης μέσα στο ζοφερό κόσμο της φυλακής είναι επίσης μια σωτήρια πράξη αντίστασης και επιβίωσης για κάθε φυλακισμένο.
Ειδική αναφορά κάνεις στο σκώμμα, στο γέλιο, στο φαρσικό στοιχείο που βρίσκεις ότι είναι κοινό σε πολλά κείμενα-μαρτυρίες από τα στρατόπεδα, ίσως και στην ίδια τη ζωή του στρατοπέδου.
Ναι, ακριβώς. Γιατί, ουσιαστικά, και το γέλιο είναι για τον κατάδικο μια ακόμη τεχνική επιβίωσης, μια άλλη μορφή αντίστασης, ζωτικής σημασίας για την ψυχοσωματική του επιβίωση. Να πω πρώτα ότι αυτό το κεφάλαιο είναι και ο μοναδικός συνδετικός κρίκος με τα προηγούμενα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα. Το 2010, υπό την εποπτεία της καθηγήτριας Χριστίνας Ντουνιά, είχα εκπονήσει στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τη μεταπτυχιακή διπλωματική μου πάνω στις εκδοχές του κωμικού στην ποίηση του Ρώμου Φιλύρα. Η ανάδειξη επομένως του κωμικού στοιχείου στη λογοτεχνία του γκουλάγκ αρύεται τα θεωρητικά της εργαλεία από εκείνη την περίοδο.
Η δυσμενής συνθήκη, η σύλληψη, η ανάκριση, η δίκη, ο εγκλεισμός στο στρατόπεδο-φυλακή, η καταναγκαστική εργασία, η εξαθλίωση αναδύονται συχνά στη μνήμη του διωκόμενου, όχι μόνο ως τόποι του μαρτυρίου, αλλά και ως τόποι του κωμικού.
Βέβαια, το πλαίσιο εδώ είναι τελείως διαφορετικό. Οι εκφάνσεις του κωμικού εντός του στρατοπεδικού κόσμου αποτελούν έναν ξεχωριστό τόπο στις αφηγήσεις των διωκομένων. Οι κωμικές σκηνές, οι αστείες συμπεριφορές, οι στρατοπεδικές φάρσες, οι ανατρεπτικοί αστεϊσμοί των κατάδικων, το σιωπηρό, σχεδόν κωδικοποιημένο, σκώμμα κατά των διωκτών αντιπαραβάλλεται συχνά με την καθεστωτική βία του χοτζικού παραλογισμού. Στην ουσία, προσπαθώ να επαναχαρτογραφήσω όλους τους τόπους των λογοτεχνικών μαρτυριών που εξετάζω υπό την οπτική του μπαχτινικού καρναβαλισμού, αυτή τη φορά. Η δυσμενής συνθήκη, η σύλληψη, η ανάκριση, η δίκη, ο εγκλεισμός στο στρατόπεδο-φυλακή, η καταναγκαστική εργασία, η εξαθλίωση αναδύονται συχνά στη μνήμη του διωκόμενου, όχι μόνο ως τόποι του μαρτυρίου, αλλά και ως τόποι του κωμικού.
Το στρατοπεδικό γέλιο προσιδιάζει στο μπαχτινικό καρναβαλισμό, στο μέτρο που προτάσσει μια ριζική ανατρεπτική διαλογικότητα έναντι της κομφορμιστικής καθεστωτικής αδιαλλαξίας. Ο είρων-κατάδικος δεν είναι παρά ο απόβλητος δολιοφθορέας, όπως λέει ο Χάβελ, της γενικής υποκρισίας, της ισόβιας αλλοτρίωσης και της σοσιαλιστικής χαράς. Αρκεί να θυμηθεί κανείς το Αστείο του Μίλαν Κούντερα.
Στο βιβλίο σου διακρίνονται τρεις μεγάλες λογοτεχνικές αναφορές: Η Κόλαση του Δάντη, Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων του Ντοστογιέφσκι και ο Κάφκα, γενικότερα. Είναι με κάποιο τρόπο «μήτρες» αυτά τα κείμενα; Οι Αναμνήσεις του Ντοστογιέφσκι θα λέγαμε ότι είναι ένα από τα πρώτα, ίσως και το πρώτο, λογοτεχνικό έργο στρατοπεδικής λογοτεχνίας ή όπως αλλιώς;
Οι τρεις αυτές αναφορές είναι, κατά κάποιον τρόπο, οι ειδολογικές ρίζες της λογοτεχνίας των στρατοπέδων, ειδικά εκείνης του γκουλάγκ. Και για να είμαι πιο ακριβής, αφιερώνω ένα ολόκληρο κεφάλαιο για να ερευνήσω τις αναφορές αυτές υπό την οπτική του συγκείμενου, αν ως τέτοιο θεωρήσουμε το πλαίσιο γένεσης των κειμένων ευρύτερης συνάφειας αλλά και τη διαχρονική μελέτη των σχέσεων που παρατηρούνται σε κείμενα διαφορετικών εποχών. Τα κυρίαρχα ειδολογικά πρότυπα που εντοπίζονται εδώ είναι, όντως, το δαντικό, το ντοστογιεφσκικό, το καφκικό και το οργουελικό, ως ένα βαθμό, τα οποία ανάγονται στην παράδοση του δυστοπικού μυθιστορήματος (ο Δάντης ίσως είναι και η απαρχή του).
Όταν κάποιος κατάδικος επιχειρήσει μεταγενέστερα να αφηγηθεί την εμπειρία του εγκλεισμού του, είναι λογικό να δανείζεται αφηγηματικές τεχνικές και σχήματα από κάποιο πρότυπο που του είναι αρκετά οικείο.
Πιο συγκεκριμένα, στη λογοτεχνία των αλβανικών στρατοπέδων, η δαντική Θεία Κωμωδία αποτελεί το κυρίαρχο ειδολογικό σημείο αναφοράς. Ας μην ξεχνάμε ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η αναγνωστική διάδοση της Θείας Κωμωδίας στις τάξεις της μεσοπολεμικής φιλοϊταλικής διανόησης της Αλβανίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες που ερευνώ, η Θεία Κωμωδία εξακολουθούσε να παραμένει το πιο δημοφιλές ανάγνωσμα των κατάδικων στις πρώτες φυλακές που έστησε το κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα. Αυτή η πληροφορία είναι σημαντική και για έναν ακόμη λόγο. Όταν κάποιος κατάδικος επιχειρήσει μεταγενέστερα να αφηγηθεί την εμπειρία του εγκλεισμού του, είναι λογικό να δανείζεται αφηγηματικές τεχνικές και σχήματα από κάποιο πρότυπο που του είναι αρκετά οικείο. Κι ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι, όπως επεσήμανε ένας έγκριτος ερευνητής, ο Agron Tufa, όλες οι αλβανικές μεταφράσεις του δαντικού έργου, από τα μέσα του 20ού αιώνα, προέρχονται από πρώην πολιτικούς κατάδικους και εξόριστους του χοτζικού καθεστώτος.
Σε τρεις Αλβανούς διωκόμενους συγγραφείς που εξετάζω, περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριό τους και το γεγονός ότι ήταν αναγνώστες του Ντοστογιέφσκι.
Το ντοστογιεφσκικό κάτεργο θα αποτελέσει επίσης ένα από τα κυρίαρχα αισθητικά μοτίβα σε αυτές τις αφηγήσεις. Γενικότερα, γνωρίζουμε ότι τα άπαντα του Ντοστογιέφσκι διαφυλάσσονταν σε μυστική θυρίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Τιράνων στην οποία είχαν πρόσβαση μόνον οι υψηλόβαθμοι καθεστωτικοί, ενώ σε όλη την χώρα είχαν κηρυχθεί απαγορευμένα. Κι εδώ αναδύεται ακόμη μία ιδιαιτερότητα του καθεστώτος αυτού: Σε τρεις Αλβανούς διωκόμενους συγγραφείς που εξετάζω, περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριό τους και το γεγονός ότι ήταν αναγνώστες του Ντοστογιέφσκι. Δε νομίζω να το συναντάμε σε άλλες χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ αυτό.
Τώρα, ο καθένας μπορεί να καταλάβει και με ποιον τρόπο το μοτίβο της καφκικής αγωνίας διαμορφώνει αυτού του είδους τις αφηγήσεις. Η καφκική αίσθηση του να καταδικάζεσαι όντας αθώος αλλά και έχοντας άγνοια διαπερνά στο σύνολό της τη λογοτεχνία των στρατοπέδων. Αυτή η άγνωστη, νευρική, καφκική αγωνία συλλαμβάνεται ως τέτοια ήδη στις αφηγήσεις των διωκομένων του σοβιετικού καθεστώτος, στις οποίες το kafkaesque υποβάλλεται, για πρώτη φορά, ως ένα αρχετυπικό μοτίβο της αγωνίας τους. Η αναφορά στο σύνολο των έργων του Κάφκα (επανάληψη σκηνών, καφκικών σειρών, χρήση τρόπου αφήγησης που τείνει στο αυστηρά απέριττο ύφος) είναι κάτι που ερευνώ εξαντλητικά.
Αναλύω επίσης την πιο ενδιαφέρουσα καφκική επιρροή, σε επίπεδο αφηγηματικής τεχνικής, που παραμένει η «σειρά που πολλαπλασιάζεται» έτσι όπως έχει αναπτυχθεί αναλυτικά από τους Gilles Deleuze και Félix Guattari προκειμένου να εξηγήσουν τη λειτουργία της συναρμογής στο έργο του Κάφκα. Με την αφηγηματική τεχνική των πολλαπλασιαζόμενων σειρών αποδίδεται, επιπλέον, σε πολιτικό επίπεδο, η πολυπλοκότητα του διωκτικού μηχανισμού των ολοκληρωτικών αυτών καθεστώτων.
|
«Ακόμα και αν κατατεθούν χιλιάδες μαρτυρίες για την εμπειρία των στρατοπέδων, ποτέ δεν υποκαθίσταται το μοναδικό και το αναντικατάστατο της κάθε μίας από αυτές» |
Ποιες οι διαφορές των στρατοπέδων στις πρώην κομμουνιστικές χώρες με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί;
Αν διαβάσει κανείς τις μνημειώδεις μελέτες Απέναντι στο ακραίο και Μνήμη του κακού πειρασμός του καλού του Τζβετάν Τοντόροφ, θα δει ότι προβάλλονται από κοινού διάφορες εμπειρίες εγκλείστων των ναζιστικών στρατοπέδων και εγκλείστων των ανατολικοευρωπαϊκών γκουλάγκ, ακριβώς για να καταδείξει την έκθεση αυτών των ανθρώπων στο ακραίο, στο «μη αναγώγιμο», όπως το χαρακτηρίζει ο Ντερριντά. Κάπως σχηματικά, θα πω ότι η βασική τους διαφορά είναι ότι τα ναζιστικά στρατόπεδα κατασκευάστηκαν εξαρχής ως στρατόπεδα εξόντωσης. Κατά τον εγκλεισμό τους εκεί, οι κατάδικοι καταναγκάζονταν στην εργασία όχι τόσο για να συμβάλουν στην παραγωγή υλικών της βιομηχανίας του πολέμου (συνέβαινε και αυτό), όσο κυρίως για να θητεύσουν στην εκμηδένιση, μέχρι να θανατωθούν.
Τα στρατόπεδα των πρώην κομμουνιστικών χωρών, από την άλλη, ήταν κατά βάση στρατόπεδα εργασίας. Ειδικά στην περίπτωση της Αλβανίας, οι πολιτικοί κρατούμενοι καταναγκάστηκαν στην κατασκευή των σημαντικότερων έργων υποδομής της χώρας. Επειδή όμως οι συνθήκες εργασιακού καταναγκασμού ήταν πρωτόγονες, πολλοί από αυτούς πέθαιναν ή εκτελούνταν κατά τη διάρκεια της ποινής τους. Θέλω να πω ότι ο κατάδικος μετρούσε πολύ για το καθεστώς ως εργάτης-δούλος. Γι’ αυτό και στις φυλακές που δεν ήταν ταυτόχρονα εργοτάξια ή ορυχεία, όπως η φυλακή του Μπουρρέλι, το καθημερινό σιτηρέσιο των κρατουμένων δεν ήταν αρκετό για τη φυσική τους επιβίωση.
Μπορεί το σοβιετικό σταλινικό καθεστώς να είναι ένα ολοκληρωτικό σύστημα εξουσίας, δεν ισχύει το ίδιο για το γκορμπατσοφικό, ή για πρώην κομμουνιστικές χώρες όπως η Τσεχοσλοβακία και η Πολωνία
Επίσης, για να είμαστε δίκαιοι, τα ναζιστικά στρατόπεδα εκπροσωπούσαν ένα καθεστώς που παρέμεινε ολοκληρωτικό μέχρι την πτώση του. Αντίθετα, τα στρατόπεδα των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών, επειδή λειτούργησαν για σχεδόν μισό αιώνα, ακολουθούσαν τις μεταμορφώσεις των συστημάτων τους. Μπορεί το σοβιετικό σταλινικό καθεστώς να είναι ένα ολοκληρωτικό σύστημα εξουσίας, δεν ισχύει το ίδιο για το γκορμπατσοφικό, ή για πρώην κομμουνιστικές χώρες όπως η Τσεχοσλοβακία και η Πολωνία που από τη φάση του ολοκληρωτισμού πέρασαν στο στάδιο του κρατικού αυταρχισμού, γι’ αυτό και οι πτώσεις τους υπήρξαν «βελούδινες». Εξαίρεση, βέβαια, αποτελούν η Ρουμανία και, κυρίως, η Αλβανία η οποία αποτελεί, όπως είπαμε προηγούμενα, μια ιδιαίτερη περίπτωση.
Μια άλλη σημαντική διαφορά, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι η ανακάλυψη των ναζιστικών στρατοπέδων μαρτυρούσε πολλά για τη φύση της λειτουργίας τους. Όταν οι σύμμαχοι ελευθέρωναν τους αποσκελετωμένους κρατούμενους, οι φούρνοι έκαιγαν ακόμα. Αντίθετα, το Σπατς και τα σοβιετικά γκουλάγκ δεν αποκάλυπταν τίποτα από μόνα τους, εξακολουθούσαν να λειτουργούν με ελεύθερους εργάτες μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού. Έπρεπε να αναδυθεί η μαρτυρία των πρώην κατάδικων για να καταλάβουμε τη φύση της λειτουργίας τους. Η ουσία, ωστόσο, είναι ότι το στρατόπεδο, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, είναι το εργαστήρι των ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα.
Τελικά, η γραφή δικαιώνει τον μάρτυρα; Πόσο καταφέρνει η λογοτεχνία να μεταφέρει το βίωμα; Πόσο καταφέρνει ο μάρτυρας να μαρτυρήσει;
Δεν ξέρω αν τον δικαιώνει με κάποιον τρόπο. Η πρόθεση όλων αυτών των συγγραφέων-μαρτύρων να μαρτυρήσουν για το ασύλληπτο δεν είναι πάντως πρόθεση επούλωσης κανενός τραύματος, το τραύμα θα παραμένει ανεπούλωτο και επειδή δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί ποτέ από τη μνήμη αλλά και επειδή ανοίγει σα μολυσμένη πληγή κάθε φορά που οι μεταστάσεις του κακού δημιουργούν στο παρόν νέα σκοτεινά επεισόδια στο κεφάλαιο της Ιστορίας. Ξέρετε, ακόμα και αν κατατεθούν χιλιάδες μαρτυρίες για την εμπειρία των στρατοπέδων, ποτέ δεν υποκαθίσταται το μοναδικό και το αναντικατάστατο της κάθε μίας από αυτές. Αυτό περίπου εννοεί ο Ντερριντά όταν αναλύει τον περίφημο στίχο του Τσελάν «κανείς δεν μαρτυρεί για τον μάρτυρα».
Η κατάσταση του κατάδικου συγγραφέα είναι ένας διανοητικός μαραθώνιος αυτογνωσίας και ανακάλυψης των σκοτεινών αινιγμάτων της εποχής, κάθε εποχής. Η γραφή είναι η μόνη που μπορεί να μαρτυρήσει για την ύπαρξη του ολότελα χαμένου, ακόμα και σε υλικοτεχνικό επίπεδο, κόσμου των γκουλάγκ, οι κτηριακές εγκαταστάσεις των οποίων δεν διασώθηκαν μέχρι και την κατάρρευση των σταλινικών καθεστώτων. Η αφήγηση, όπως επανειλημμένως θίγεται από τον Σαλάμοφ, φέρει ως γνώρισμα την τεκμηριωτική διάσταση του πρωτοκόλλου.
Η αδυνατότητα της μαρτυρίας δεν εδράζεται στην κοινότητα των μαρτύρων, των μη επιζώντων και των επιζώντων, αλλά στο δυσθεώρητο χάσμα που χωρίζει τον αυτόπτη μάρτυρα από εμάς, τους αναγνώστες
Από την άλλη, υπάρχει η φοβερή φράση του Χόρχε Σεμπρούν «επιζών υπηρεσίας» η οποία σχετικοποιεί την αδυνατότητα ή τη δυνατότητα μεταφοράς της μαρτυρίας του μη επιζώντος και νομιμοποιεί το αφηγηματικό εγχείρημα του μαρτυρείν για τον μάρτυρα. Ο Σεμπρούν αποδεικνύεται συστηματικά αιρετικός στο ζήτημα της ενοχής του επιζώντος. Ο στίχος, δηλαδή, του Τσελάν, υπό την αναστοχαστική οπτική του Σεμπρούν, αποκτά, συνεπώς, μια επιπρόσθετη ερμηνεία. Η αδυνατότητα της μαρτυρίας δεν εδράζεται στην κοινότητα των μαρτύρων, των μη επιζώντων και των επιζώντων, αλλά στο δυσθεώρητο χάσμα που χωρίζει τον αυτόπτη μάρτυρα από εμάς, τους αναγνώστες, διότι ο πρώτος, ανεξάρτητα από το αν επέζησε ή όχι, παραμένει ισόβια ριζωμένος στην εμπειρία του θανάτου και της ολοκληρωτικής δίωξης.
Το βιβλίο σου είναι ογκωδέστατο, με πολλά στοιχεία από τη θεωρία της λογοτεχνίας. Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης του; Ποιον ή ποιους αφορά πρωτίστως αυτό το έργο;
Η αλήθεια είναι ότι ο όγκος της μελέτης μου ήταν σχεδόν απαγορευτικός για τα σημερινά εκδοτικά δεδομένα. Θέλω συνεπώς να ευχαριστήσω κι εδώ τον εκδότη μου, τον κύριο Νικόλαο Νίκα, ο οποίος ανέλαβε τελικά την έκδοση. Είναι επίσης αλήθεια ότι σε κάποια κεφάλαια γίνεται χρήση εξειδικευμένων εργαλείων της θεωρίας της λογοτεχνίας. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι είναι ένα βιβλίο που επιχειρεί να χαρτογραφήσει την ειδολογική σύσταση ενός σχετικά νέου λογοτεχνικού πεδίου.
Είναι μια εντεινόμενη αγωνία ότι στα καλά καθούμενα, τελείως αναίτια, κάποιος άγνωστος μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά εκεί που περιμένει στο μετρό ή στο σούπερ μάρκετ και να του προκαλέσει το μεγαλύτερο κακό.
Αντί όμως να συνεχίσω με την αιτιολόγηση των μεθοδολογικών μου επιλογών, θα μοιραστώ εδώ μαζί σας μια προσωπική εμπειρία. Κάποιο βράδυ, αρχές δεκαετίας 2010, είχαμε μια συζήτηση με τον πατέρα μου και κάποιον φίλο του, πρώην συγκρατούμενό του στο Σπατς, τον Βασίλη Φωτίου, ο οποίος ζούσε τότε μόνιμα στην Αθήνα. Λέει λοιπόν ο κύριος Βασίλης ότι, όσο περνούν τα χρόνια, οι εικόνες που κουβαλά από το Σπατς κάπως ατονούν στη μνήμη του. Υπάρχει όμως κάτι που παραμένει και όσο πάει γίνεται πιο ισχυρό: Είναι μια εντεινόμενη αγωνία ότι στα καλά καθούμενα, τελείως αναίτια, κάποιος άγνωστος μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά εκεί που περιμένει στο μετρό ή στο σούπερ μάρκετ και να του προκαλέσει το μεγαλύτερο κακό. Θυμάστε μήπως τι είπε ο Πρίμο Λέβι; Συνέβη, επομένως μπορεί να ξανασυμβεί. Και δεν το είπε για να μας τρομάξει, ούτε για να γίνει δραματικός. Προτιμώ λοιπόν κι εγώ να κλείσω λέγοντας ότι το βιβλίο μου απευθύνεται σε εκείνους τους αναγνώστες για τους οποίους η μελέτη της λογοτεχνίας των στρατοπέδων δεν θα λειτουργήσει μόνο σαν μια προφητεία του παρελθόντος αλλά και σαν μια αντίληψη του μέλλοντος.
* Ο Κ.Β. ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αχιλλέας Σύρμος γεννήθηκε το 1984 στη Δερβητσάνη της Δερόπολης. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Ευρωπαϊκή και Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι διδάκτωρ Φιλολογίας με ειδίκευση στη λογοτεχνία των διωκομένων των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης κατά την περίοδο του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Η ποιητική του συλλογή Ύστερα από ένα ταξίδι στην Karlstad εκδόθηκε το 2016 από τις εκδόσεις Ερωδιός. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα πολιτικά και λογοτεχνικά έντυπα, επιστημονικά περιοδικά και ηλεκτρονικές ιστοσελίδες. Το μυθιστόρημά του Ιστορίες από το Σπατς κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίνδικτος.


























