
Για την ποιητική συλλογή του Θωμά Ιωάννου «Ανοιχτή ημερομηνία» (εκδ. Πόλις).
Γράφει η Δήμητρα Λουκά
Ο ποιητής Θωμάς Ιωάννου που τιμήθηκε το 2012 με το Κρατικό βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για την πρώτη του ποιητική συλλογή Ιπποκράτους 15, εμφανίζεται 14 χρόνια μετά με τη συλλογή Ανοιχτή ημερομηνία (Πόλις, 2025). Το διάστημα αυτής της «αναμονής» αναδεικνύει μεταξύ άλλων και την αξία της μακράς σιωπής και του μόχθου που απαιτεί συχνά η ποιητική δημιουργία για να παραχθεί ένα αξιανάγνωστο αποτέλεσμα.
Στη συλλογή Ανοιχτή ημερομηνία που μας παραδίδει, ο Ιωάννου στρέφεται συχνά προς την προγενέστερη λογοτεχνική, κυρίως ποιητική, παράδοση με την οποία διαλέγεται, άλλοτε άμεσα και άλλοτε υπαινικτικά. Στο κείμενο που ακολουθεί θα ανιχνεύσω εκφάνσεις αυτού του διαλόγου εστιάζοντας σε τρία ποιήματα της συλλογής, τα οποία χρησιμεύουν ως ενδεικτικά παραδείγματα.
Στο πλαίσιο των σχέσεων που η συλλογή του Ιωάννου αναπτύσσει με άλλα κείμενα ή με αντιλήψεις που διαχέονται από το «ευρύτερο κείμενο» της ποιητικής παράδοσης, ο ποιητής επιχειρεί νοηματικούς μετασχηματισμούς ή μεταθέσεις (transpositions) αναπλάθοντας παλαιότερες ιστορίες, δεδομένα ή πεποιθήσεις. Η προσπάθειά του να επανερμηνεύσει την παράδοση προσδίδοντας διαφορετική διάσταση στα κίνητρα των προσώπων που επιλέγει ως ήρωες ή αναθεωρώντας ιδέες και αξίες του κοινωνικού γίγνεσθαι είναι εμφανής σε πολλά ποιήματα, τα οποία συγκεντρώνουν «όλα τα χαρακτηριστικά των νεωτερικών πραγματεύσεων παλαιότερων κειμένων: εμβάθυνση στην ψυχολογία των χαρακτήρων, υπογράμμιση της πολυπλοκότητάς τους, (…), και πάνω από όλα επανερμηνεία των κινήτρων της δράσης και αναθεώρηση του συστήματος αξιών του υποκειμένου. Η αναθεώρηση αυτή συνδυάζεται με την προώθηση στο προσκήνιο περιθωριακών μορφών, οι οποίες δίνουν (σχεδόν πάντα ως εστιακοί χαρακτήρες και αφηγητές πλέον) τη δική τους εκδοχή της ιστορίας».1
«Ομερτά»
Στο ποίημα «Ομερτά» ο Ιωάννου, αντλώντας το θέμα του από την αυτοκτονία του ποιητή Τσέζαρε Παβέζε στο ξενοδοχείο Roma του Τορίνο, κατορθώνει να μεταμορφώσει ένα τραγικό ιστορικό γεγονός σε σύμβολο υπαρξιακής ήττας και ειρηνικής παράδοσης στον θάνατο. Ο τίτλος, «Ομερτά», μεταθέτει το θέμα από το πεδίο του εγκλήματος στο πεδίο της ψυχικής αξιοπρέπειας και τιμής και προοικονομεί ότι το ποίημα θα μιλήσει για κάτι που δεν ειπώθηκε. Οι φράσεις, μάλιστα, από το ημερολόγιο του Παβέζε, «Όλους τούς συγχωρώ και απ’ όλους ζητώ συγγνώμη. Εντάξει; Μην κάνετε πάρα πολλά κουτσομπολιά», που προτάσσονται ως μότο, αντιπαρατίθενται με τον ήρεμο σχεδόν αποχαιρετιστήριο τόνο τους στην τραγικότητα της πράξης του ιταλού ποιητή.
Το ποιητικό υποκείμενο, ο ίδιος ο Παβέζε, παραδέχεται σε μια εσωτερική αναμέτρηση με τον θάνατο που φέρει την απλότητα της ομολογίας, την αδυναμία του να τον αντιμετωπίσει με τη βία: «Όμως εγώ που ήμουν άοπλος/ Και στο σημάδι δεν το είχα/ Με σκάγια ποια να τον πετύχω στο μεσόφρυδο.» Μέσα στην ψυχική του ερημιά ο ποιητής δηλώνει αυτοσαρκαστικά την πρόθεσή του να κρατήσει «σε σταθερή τροχιά το γέλιο μου/ όταν θα σας το σκάσω», να επιδείξει την ψυχραιμία ενός ανθρώπου που έχει ήδη αποδεχθεί το τέλος του. Έτσι ο θάνατος γίνεται εραστής, αγαπημένος, «που θα ’ρθει με τα μάτια της / να τον ξαπλώσω πλάι μου», και απεικονίζεται με μια εξαιρετικά τολμηρή ποιητική εικόνα που μετατρέπει την πράξη της αυτοκτονίας σε πράξη ερωτικής ένωσης, προσφέροντάς μας μια άλλη προοπτική για την αυτοχειρία: αντί για το αυτοκαταστροφικό μπορεί να ενέχει και κάτι το «μεγαλειώδες».
Ο ήρωάς του, παρόλο που παραδέχεται ότι «κανείς ασύλητος δεν έμεινε/ στης γης την ημιδιαμονή», δεν κραυγάζει ούτε δραματοποιεί τον θάνατό του, βαδίζει ήσυχα προς το τέλος του, σιωπηλά.
Ο Ιωάννου επιλέγει στο ποίημα τούτο μια γλώσσα καθημερινή και νηφάλια, σχεδόν κινηματογραφική, που θυμίζει σκηνές από νουάρ ταινίες: «Έκανα το Τορίνο άνω κάτω/ για να βρω μονόκλινο/ όλα πιασμένα από ζευγαράκια χέρι χέρι/ ξενοδοχείο "Ρόμα" δίπλα στο σταθμό». Ο ήρωάς του, παρόλο που παραδέχεται ότι «κανείς ασύλητος δεν έμεινε/ στης γης την ημιδιαμονή», δεν κραυγάζει ούτε δραματοποιεί τον θάνατό του, βαδίζει ήσυχα προς το τέλος του, σιωπηλά. Η «Ομερτά» είναι προφανώς η μοναδική πράξη αξιοπρέπειας που του απομένει.
«Μεταξύ Πειραιώς και Νικοπόλεως»
Τη διάθεση του Ιωάννου να επανερμηνεύσει υπονομευτικά την παράδοση, συναντούμε και στο ποίημα «Μεταξύ Πειραιώς και Νικοπόλεως». Εδώ αντιπαραβάλλεται η διεκπεραιωτική ιατρική διάγνωση, «…συνεπεία μαρασμού, τελευταία περίοδος προϊούσης γενικής παραλύσεως», του θανάτου του Γ. Βιζυηνού με τα βαθύτερα αίτια που απορρέουν από τις εμπειρίες του βίου μας: «Τάχα δεν ξέρουν από τι πηγαίνουμε οι άνθρωποι/ και γράψανε πως «συνεπεία μαρασμού»/ τα λογικά και τη ζωή του έχασε». Το πρόσωπο του Βιζυηνού παραπέμπει μετωνυμικά σε μία ολόκληρη ποιητική γενεαλογία, αν κρίνουμε από το «Νικοπόλεως», γεωγραφικό απόηχο της Πρέβεζας του Κ. Γ. Καρυωτάκη, στον τίτλο του ποιήματος. Ο τίτλος προοικονομεί εξάλλου και την ψυχική περιπλάνηση του ποιητή μεταξύ λογικής και παραφροσύνης, ζωής και θανάτου, την ύπαρξη μιας οντολογικής ρευστότητας, οι δε στίχοι «με σαραντάρια ακατέβατα/ και ακροαστικά της άνοιξης/ φιλάσθενοι του πάθους από κούνια», επανερμηνεύουν την «τρέλα» ως ξεχείλισμα ζωής, ενώ τα άσυλα από τόπος εγκλεισμού μετατρέπονται σε τοπογραφία της ανθρώπινης μοίρας: «σε άσυλα να μπαινοβγαίνουμε/ με μοίρας ελευθέρας».
Ο θάνατος του ποιητή, η χρήση του α΄ πληθυντικού δείχνει ότι ο Ιωάννου δεν διστάζει να συγκαταριθμήσει εδώ και τον εαυτό του, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα απλό ιατρικό σύμπτωμα, αλλά ως το άθροισμα των εμπειριών μιας ζωής που «δεν άνθισε ματαίως». Η εκφραστική τόλμη και η ειρωνική χρήση της γλώσσας στους στίχους «Λουνάτικο Δαφνί Δρομοκαϊτειο/ μέρη που πήρανε αέρα τα μυαλά μας» είναι ευθέως ανάλογη με την αποδέσμευση του Ιωάννου από τον ορθολογισμό της επιστήμης, από την τάση της να χωρέσει τον άνθρωπο και δη τον ποιητή σε ταξινομήσεις και προκατασκευασμένα σχήματα.
«Εκδρομή»
Στο ποίημα «Εκδρομή», με ύφος στοχαστικό και πικρά τρυφερό, αναπτύσσεται το θέμα της διάψευσης της ιστορικής μνήμης και της κατάρρευσης των εθνικών ιδανικών. Πίσω από τη φαινομενικά απλή αφήγηση μιας παιδικής εκδρομής στο Μεσολόγγι, ο Ιωάννου προβαίνει σε ένα σχόλιο για την παρακμή του ηρωικού ιδεώδους στην εποχή μας: «σε τέτοια λειψανδρία ούτε ήρωες/ μήτε στο βάθος κήπος/ μονάχα λιμνοθάλασσα κλειστή/ να περισσεύει το αλάτι». Ο ποιητής συνδέει από τους πρώτους ήδη στίχους το προσωπικό βίωμα της παιδικής ηλικίας με τη συλλογική ιστορική μνήμη και αποδίδει την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου, με απλότητα και τρυφερή ειρωνεία: «Φωτογραφία από μονοήμερη/ Επάνω σε κανόνι/ Θα ’μαι δε θα ’μαι 12/ Στο Μεσολόγγι Μάιο/ Στον Κήπο των Ηρώων/ Φρεσκοσιδερωμένος απ’ τη μάνα μου/ Ακόμα να με τσαλακώσει η ζωή».
Ο αναστοχασμός του ποιητικού υποκειμένου για τη φθορά των ηρωικών ιδανικών της παιδικής ηλικίας υποστασιώνεται έτι περαιτέρω με την αναφορά στον Μπάιρον που αποκαλείται «αιμομίκτης και ακόλαστος», χαρακτηρισμοί που τον τοποθετούν στον αντίποδα του ρομαντικού ήρωα. Το ποιητικό υποκείμενο έχει πλέον επίγνωση της απώλειας κάθε ρομαντικής ψευδαίσθησης, η δε αφύπνισή του στην ενήλικη ζωή συμβολοποιείται αριστοτεχνικά με την ηχητική εικόνα των 36 τιμητικών κανονιοβολισμών που ρίχτηκαν στον θάνατο του ρομαντικού ποιητή στο Μεσολόγγι: «36 κανονιές όσα τα χρόνια του/ όταν κακός αέρας φύσημα του έδωσε/ την παιδική μου ηλικία τρεις φορές/ στέλνοντας στα ουράνια».
Αυτό που απομένει είναι η απώλεια του εδάφους, ατομικού και συλλογικού, κάτω από τα πόδια μας: «χάνοντας πόντο πόντο έδαφος».
Το ποίημα κλείνει αντιηρωικά. Ο στίχος «ούτε λόγος πια για έξοδο» ανατρέπει ευφυώς το συμβατικό σύμβολο της ηρωικής εξόδου του Μεσολογγίου. Αυτό που απομένει είναι η απώλεια του εδάφους, ατομικού και συλλογικού, κάτω από τα πόδια μας: «χάνοντας πόντο πόντο έδαφος».
Από την ανάλυση των ποιημάτων που προηγήθηκε, είναι νομίζω φανερό ότι στην ποιητική συλλογή του Θωμά Ιωάννου Ανοιχτή ημερομηνία, οι άμεσες ή έμμεσες αναφορές σε άλλα κείμενα και ποιητές προδίδουν κάποιες από τις προθέσεις του δημιουργού ή τις αναγκαιότητες που την παρήγαγαν: τη διάθεσή του να επανερμηνεύσει, να υπονομεύσει ή να αμφισβητήσει παραδεδεγμένες απόψεις και αξίες για τον άνθρωπο, τον κόσμο και τους ίδιους τους ποιητές.
*Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΛΟΥΚΑ είναι συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο της, η συλλογή διηγημάτων «Η Περσεφόνη στο στόμα του λύκου» (εκδ. Κίχλη).
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Θωμάς Ιωάννου γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1979 στην Άρτα. Μεγάλωσε στην Πρέβεζα και σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα. Εργάζεται ως ειδικός νευρολόγος.

Το 2012 τιμήθηκε ομοφώνως με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα για την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ιπποκράτους 15, που κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, στον ημερήσιο Τύπο και σε συλλογικούς τόμους. Είναι τακτικός συνεργάτης του τριμηνιαίου περιοδικού ποίησης Τα Ποιητικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί σε διάφορες γλώσσες.
Τον Απρίλιο του 2017 η συλλογή Ιπποκράτους 15 κυκλοφόρησε, μεταφρασμένη στα γαλλικά από την Clio Mavroeidakos, σε δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Desmos, με τίτλο 15, rue Hippocrate. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ανθολογία Ο ποιητής Βύρων Λεοντάρης (1932-2014): Έτσι που τραύλισα το πεπρωμένο μου… (Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος-Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης, 2022).
























