
«Είναι σοβαρό ζήτημα η λειτουργία της αποσιώπησης στη λογοτεχνία. Ό,τι δεν περιγράφεται είναι ισχυρό, όσο κι η σιωπή ανάμεσα σε δυο μουσικά μέρη. Η γυναίκα που σβήνεται και θυσιάζεται και υποφέρει σιωπηλά είναι μια καλοπροαίρετη σκιά – επιπλέον δεν φοβίζει. Είναι υποτακτική, δεν έχει απαιτήσεις, προσωπικές επιδιώξεις και όνειρα, και φυσικά δεν έχει σεξουαλικότητα. Κάπως έτσι φτάσαμε στο δίπολο Παναγία-Πόρνη» μας είπε, μεταξύ άλλων, η Αμάντα Μιχαλοπούλου. © εικόνας: Julian Salinas
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου, Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη, όλα ξεκινούν με ένα όνειρο που βλέπει η κεντρική αφηγήτρια, μια συγγραφέας και alter ego της Μιχαλοπούλου, με την Παναγία: η φιγούρα που συνήθως απεικονίζεται με βάση το πρότυπο της «Παρθένου Μαρίας» εμφανίζεται φορώντας τιγρέ ρόμπα πάνω από το βελούδινο νυχτικό της. Με αυτή την ανατρεπτική σκηνή, λοιπόν, παίρνει μπρος η μυθοπλασία σε ένα βιβλίο καθαρά πολιτικό, διεκδικητικό αλλά και γεμάτο χιούμορ και παραδοξότητες.
Μιλήσαμε με τη συγγραφέα για τις ιδιομορφίες του μυθιστορήματός της, το σύμβολο της Παναγίας, τη διακειμενικότητα, την ταμπέλα της «φεμινιστικής λογοτεχνίας», τη γυναικεία γραφή και πολλά ακόμα.
Στο μυθιστόρημά σας, Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη (εκδ. Πατάκη), μια γυναίκα ξεκινά ξαφνικά, στην περίοδο της εμμηνόπαυσης, να βλέπει όνειρα με κεντρικό πρόσωπο την Παναγία. Σε όλο το έργο, μέσα από ονειρικές σκηνές, διαλόγους και σκέψεις, το πρότυπο της «Παρθένου Μαρίας» αποδομείται – στο πρώτο κιόλας κεφάλαιο, η μορφή της γυναίκας που μοιάζει στην Παναγία εμφανίζεται φορώντας τιγρέ ρόμπα πάνω από το βελούδινο νυχτικό της και ένα γαλάζιο μαντίλι. Στην συνέχεια, πέρα από τις αναφορές στους διάφορους «παραδοσιακούς» ρόλους της Παναγίας, συναντάμε και απεικονίσεις όπως την «Παναγία που διαβάζει Σιμόν ντε Μποβουάρ γερμένη στο τραπέζι της κουζίνας» ή πιο απλά, την «Παναγία τη Χορεύτρια». Γιατί επικεντρωθήκατε στη συγκεκριμένη φιγούρα και όχι σε κάποια άλλη από τις αρχετυπικές που αναφέρετε;
Επειδή καμιά γυναικεία φιγούρα δεν έχει ριζώσει τόσο ύπουλα μέσα μας όσο η Παναγία. Κατασκευάστηκε από τέσσερεις άντρες όταν ο χριστιανισμός μετατράπηκε στην ηγεμονική ιστορία που ξέρουμε. Στο Κατά Ματθαίον η Παρθένος σιωπά και στο κατά Λουκάν μιλάει πόσες – τέσσερεις φορές; Έχει ρόλο κομπάρσου. Αν το καλοσκεφτούμε, την έχουμε συναντήσει μόνο στο δρόμο για τη Βηθλεέμ, στη φάτνη, στο γάμο της Κανά, στον σταυρό και στο τάφο του γιου της. Δεν θα πω κάτι πρωτότυπο: η μυθοπλασία και η γλώσσα έχουν αναγορεύσει τη Βίβλο σε ένα από τα πιο επιδραστικά λογοτεχνικά κείμενα. Εκατομμύρια άνθρωποι πιστεύουν ότι ένας άγγελος εμφανίστηκε σε μια νεαρή γυναίκα, η οποία έφερε στον κόσμο τον σωτήρα της οικουμένης κι εκείνος όταν μεγάλωσε, άρχισε να περπατάει στα νερά, να μετατρέπει το νερό σε κρασί και μετά σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Αυτή είναι η δύναμη της μυθοπλασίας και ξεκινάει πολύ πριν τον Θερβάντες.
Κάπως έτσι φτάσαμε στο δίπολο Παναγία-Πόρνη, στο κωμικοτραγικό άσμα «μου θυμίζεις τη μάνα μου γι αυτό σε αγαπάω».
Είναι σοβαρό ζήτημα η λειτουργία της αποσιώπησης στη λογοτεχνία. Ό,τι δεν περιγράφεται είναι ισχυρό, όσο κι η σιωπή ανάμεσα σε δυο μουσικά μέρη. Η γυναίκα που σβήνεται και θυσιάζεται και υποφέρει σιωπηλά είναι μια καλοπροαίρετη σκιά – επιπλέον δεν φοβίζει. Είναι υποτακτική, δεν έχει απαιτήσεις, προσωπικές επιδιώξεις και όνειρα, και φυσικά δεν έχει σεξουαλικότητα. Κάπως έτσι φτάσαμε στο δίπολο Παναγία-Πόρνη, στο κωμικοτραγικό άσμα «μου θυμίζεις τη μάνα μου γι αυτό σε αγαπάω». Ακόμη και οι βωμολοχίες στα γήπεδα βάζουν την Παναγία στο στόχαστρο, έχω ένα τέτοιο σύνθημα και στο βιβλίο μου.
Ήθελα να σπάσω μυθοπλαστικά το ταμπού ιερότητας και βεβήλωσης. Έχει κάνει τεράστιο κακό σε άντρες και γυναίκες και έχει στηρίξει, αφηγηματικά, τη διαμόρφωση της πιο σκοτεινής πατριαρχίας. Ο σοβαρότατος κατά τα άλλα Τζορτζ Στάινερ είχε γράψει πως «εφόσον ένας άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει ζωή, εφόσον μπορεί να δημιουργήσει ένα παιδί, είναι πολύ πιθανό η αισθητική, ηθική, φιλοσοφική δημιουργία να έχει γι αυτόν τον άνθρωπο πολύ μικρότερη σημασία». Έχω μάθει απ’ έξω τη φράση του, επειδή συνοδεύεται -προς επίρρωσιν όσων λέω- από τη θρησκεία της «μαμάκας»: «Τη ζωή μου την καθόρισε η ιδιοφυΐα της μάνας μου, μιας Βιεννέζας αρχοντογυναίκας». Αυτές τις αρχοντογυναίκες της θρησκείας και της λογοτεχνίας ήθελα να πιάσω από τους ώμους και να τις ταρακουνήσω ώσπου να πέσει το μαντήλι τους, ή τα τσιμπιδάκια των μαλλιών τους. Ώστε να αναρωτηθούν -να αναρωτηθούμε- για την ντροπή και την ενοχή, κομβικά αισθήματα στον γυναικείο κόσμο.
Ήθελα, ας πούμε, η Παναγία να βγάζει βόλτα τον γάιδαρο με τη γιαγιά της την Εμερέντια (για την οποία μου πρωτομίλησε η Όλγκα Τοκάρτσουκ, μάλιστα η Σέρβα μεταφράστριά της μου έστειλε φωτογραφίες από γλυπτά με την Εμερέντια, την Άννα και τη μικρή Μαρία). Ήθελα η Παναγία να ακούει Πάτι Σμιθ και να στυλώνει τα πόδια φωνάζοντας «βρείτε άλλο ταψί για τον σωτήρα σας». Ξέρετε, στη λογοτεχνία αυτές οι αποφάσεις δεν είναι προμελετημένες, αναπτύσσονται σε ένα εσωτερικό τοπίο που ανθίζει αργά, ενώ γράφουμε. Κι αν το θέμα μάς καίει, δεν το επιλέγουμε μόνο εμείς, μας επιλέγει κι εκείνο, μας ζητάει να ερευνήσουμε, να γράψουμε, να σβήσουμε και να ξαναγράψουμε. Στη δική μου μεταφυσική αντίληψη των πραγμάτων το μυθιστόρημα ήθελε να γραφτεί. Εγώ ήμουν το σκεύος, για να συνεχίσω τη… θεολογική γλώσσα.

Στην αρχή γράφετε: «Γιατί θέλεις να γράψεις αυτό το βιβλίο;» και στη συνέχεια, μια ενδεχόμενη απάντηση στο ερώτημα τύπου multiple choice είναι η εξής: «Είδες το πρώτο κεφάλαιο στον ύπνο σου». Το μυθιστόρημα, παρότι σύνθετο στην κατασκευή του, βγάζει μια ορμή σε πολλά σημεία, σαν να είναι γραμμένο εν θερμώ. Πώς προέκυψε η ιδέα για τη συγγραφή του; Ήταν περισσότερο το αποτέλεσμα μιας μακράς έρευνας ή μιας μεγάλης έμπνευσης;
Και τα δύο. Ήταν η έκρηξη που συνέβη όταν μια ιδέα που δεν με άφηνε να κοιμηθώ βρήκε επιτέλους τη γλώσσα της. Αναφέρομαι στην αφηγηματική θερμοκρασία αλλά και σε υφολογικές επιλογές – η μορφή καθοδηγεί και το περιεχόμενο ενός λογοτεχνικού έργου. Το τεστ «μητρότητας» που αναφέρατε, με τις σωστές και τις λάθος απαντήσεις, ή το επιτραπέζιο παιχνίδι «Mother Resort», ή τα μαθήματα ζωολογίας ή ετυμολογίας ήταν οι τρόποι μου να διερευνήσω πώς έχει επιδράσει η γλώσσα στο φύλο. Μόνο το χιούμορ μπορεί να μας σώσει στο σημείο που φτάσαμε. Το χιούμορ και η έρευνα. Στο μικρό λεξικό που παραθέτω στο βιβλίο μου, η ηπειρώτικη έκφραση «τα έχει ακόμη εκειά», οπού εκειά είναι «εκείνα», δηλαδή το αίμα της περιόδου, ή το κυπριακό «αλειτούργητη» -για την άτεκνη- μιλάνε μόνα τους.
Όταν ο Τάρνοπολ, ο ήρωας του Φίλιπ Ροθ, έλεγε «θα σου τσακίσω με τούτη τη μασιά το παρανοϊκό σου κεφάλι που μόνο ψέμματα ξέρει να λέει, θέλω να δω τα μυαλά σου Μωρήν», δεν είχε εφευρεθεί ακόμη ο όρος γυναικοκτονία.
Η γλώσσα, αν την κοιτάξουμε με μεγεθυντικό φακό, μας δείχνει πώς ακριβώς φτιάχτηκε ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Όταν ο Τάρνοπολ, ο ήρωας του Φίλιπ Ροθ, έλεγε «θα σου τσακίσω με τούτη τη μασιά το παρανοϊκό σου κεφάλι που μόνο ψέμματα ξέρει να λέει, θέλω να δω τα μυαλά σου Μωρήν», δεν είχε εφευρεθεί ακόμη ο όρος γυναικοκτονία. Δημιουργώντας και μεταφράζοντας στις ευρωπαϊκές γλώσσες αυτή τη λέξη -δεν ξέρω αν θυμάστε τι αγώνας δόθηκε- είδαμε πιο καθαρά τα αγόρια πρίγκιπες, τους ήρωες του Ροθ, που αγαπούν τη μαμά τους αλλά αιματοκυλούν τη γυναίκα τους. Δεν λέω να μη τη σκοτώσει αν θέλει στα βιβλία του, δικαίωμά του, ταιριάζει άλλωστε στον χαρακτήρα του ήρωα, λέω ότι παρατηρώ με μεγαλύτερη προσοχή τον ανδρικό κόσμο και τις επιλογές του εντός και εκτός μυθοπλασίας. Μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες είναι να διαβάζω συνεντεύξεις ανδρών συγγραφέων που αναφέρουν μόνο άντρες ομότεχνους. Δεν διαβάζουν γυναίκες, αλλά απαιτούν να διαβαστούν από γυναίκες, οι οποίες άλλωστε είναι και αυτές που διαβάζουν λογοτεχνία! Οι πιο ριζοσπαστικοί ανάμεσά τους αναφέρουν και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Κάτι σαν ανδρικό καφενείο της ελληνικής επαρχίας.
Πλησιάζουμε ένα μυθιστόρημα με τη σκευή μας, την ηλικία, το φύλο μας, την καταγωγή μας, την εκπαίδευση και τις άμυνές μας
Αλλά για να επιστρέψω στην ερώτησή σας: υπάρχουν ζητήματα που με απασχολούν χρόνια, το «εν θερμώ» το φέρνει μαζί της η γλωσσική επινόηση. Οι λέξεις κατασκευάζουν μια γέφυρα, ώστε όσα συζητάμε τώρα θεωρητικά να περάσουν από την άλλη μεριά, να γίνουν γλωσσική πράξη. Η δική μου λογοτεχνία βασιζόταν ανέκαθεν στο παιχνίδι, όχι μόνο με τις λέξεις, αλλά και με τα είδη. Σπάω και κολλάω και ξανασπάω. Μου αρέσει να παρεισφρέουν στην αφήγηση επιστολές, δοκίμια, παιχνίδια, ημερολόγια, ποιήματα, ειδησάρια, οδηγίες χρήσης. Τα επιτραπέζια παιχνίδια με τους κανόνες τους είναι συναρπαστικά, επειδή συνδυάζουν ελευθερία κινήσεων και όρια, δηλαδή συνέπειες. Όταν παίζεις, δεν καταγγέλλεις. Όταν παίζεις ξεχνιέσαι και κλείνεις στιγμιαία τις πληγές σου. Αν δεις την Παναγία με τιγρέ ρόμπα να πίνει Virgin Mary σκίζεις την αγιογραφία. Και ο νοών νοείτω. Δεν θα καταλάβουμε όλοι το ίδιο πράγμα. Πλησιάζουμε ένα μυθιστόρημα με τη σκευή μας, την ηλικία, το φύλο μας, την καταγωγή μας, την εκπαίδευση και τις άμυνές μας.
Η γραφή σας ξεχωρίζει για την έντονη διακειμενικότητά της. Ο τίτλος κάνει μια αναφορά στο έργο του Ευγένιου Ο’Νηλ και η ίδια η Τζούλια Κρίστεβα, που καθιέρωσε τον όρο, αναφέρεται επίσης με το όνομά της. Στο δεύτερο μέρος του, το βιβλίο γίνεται έντονα πολυφωνικό – διάφορες γυναίκες μιλούν, μεταξύ των οποίων η μητέρα της δολοφονημένης Ελένης Τοπαλούδη. Τι επιτυγχάνεται με αυτό το «άνοιγμα» προς άλλες πηγές και άλλες φωνές;
Από το Γιάντες, το πρώτο μου μυθιστόρημα, συνομιλούσα νοερά με συγγραφείς. Ένας από τους λόγους που ήθελα διακαώς να γράφω ήταν αυτή η μυστική συνομιλία. Υποθέτω ότι και οι μαθηματικοί έχουν νοερές συζητήσεις με όσους έλυσαν εξισώσεις πριν από αυτούς.
Άρχισε τότε να δημιουργείται ένας στρατός γυναικών, στον οποίο η Κούλα Αρμουτίδου ήταν κάτι σαν αρχιστράτηγος. Η ιστορία της με είχε επηρεάσει βαθιά – η καθεμιά μας ταυτίζεται με μια ή περισσότερες γυναικοκτονίες, ε λοιπόν εγώ υπερταυτίστηκα με τη δολοφονία Τοπαλούδη.
Οι συνεντεύξεις μέσα στο μυθιστόρημα προέκυψαν οργανικά. Ήξερα πως η δική μου ιστορία ως μητέρας και κόρης δεν αρκεί. Η λύση ήρθε περιέργως από τις γυναίκες της οικογένειάς μου. Ζήτησα τη γνώμη τους για το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Η μαμά μου είπε ότι θα ήταν καλύτερα να μην ασχολούμαι με την οικογένειά μας. Η κόρη μου είπε να γράψω άφοβα, να λερώσω τα χέρια μου. Συσσωμάτωσα τα δυο τους γράμματα που σήμερα τα βλέπω και σαν διαγενεακά δείγματα γραφής σε μια οικογένεια. Άρχισε τότε να δημιουργείται ένας στρατός γυναικών, στον οποίο η Κούλα Αρμουτίδου ήταν κάτι σαν αρχιστράτηγος. Η ιστορία της με είχε επηρεάσει βαθιά – η καθεμιά μας ταυτίζεται με μια ή περισσότερες γυναικοκτονίες, ε λοιπόν εγώ υπερταυτίστηκα με τη δολοφονία Τοπαλούδη. Ονειρευόμουν μια συνέντευξη-λογοτεχνικό πορτραίτο. Κι επειδή τα ποντιακά της Κούλας είναι αβίαστα και η προφορικότητά της θύμιζε δημοτικό τραγούδι αποτύπωσα λέξη λέξη τη γλώσσα της. Η φιλοδοξία μου ήταν να φτιάξω το παλλόμενο πορτραίτο της νεαρής Ελληνίδας που μας στοίχειωσε: οι πρώτες λέξεις της Ελένης, τα αγαπημένα της φαγητά, τα βιβλία στη βιβλιοθήκη της. Η Τοπαλούδη διάβαζε Τζον Φόουλς και Μάτεσι και Κάλλια Παπαδάκη. Θα μου πείτε τι σημασία έχει; Έχει και παραέχει: διάβαζε, έτρωγε, μιλούσε, έκλαιγε και γελούσε, ήταν ένα αληθινό κορίτσι, όχι ένα πρωτοσέλιδο του αστυνομικού δελτίου. Όλες τις γυναίκες που περιγράφω σε αυτό το τμήμα του μυθιστορήματος, από τη δεκάχρονη Αφγανή ως την Αμερικανίδα συγγραφέα Κριστίν Έρβιν, ήθελα να τις χτίσω ως χαρακτήρες, να βρω τη χαρακτηριστική τους κουβέντα, να τους δώσω πίσω τη γλώσσα τους.
Εγώ ήθελα ένα παλίμψηστο ιστοριών, ήθελα δι' ελέου και φόβου, να αποτυπώσω το γυναικείο βίωμα της μητρότητας και της θυγατρικότητας.
Τώρα το τι επιτυγχάνεται, αν επιτυγχάνεται, εσείς θα μου το πείτε. Εγώ ήθελα ένα παλίμψηστο ιστοριών, ήθελα δι' ελέου και φόβου, να αποτυπώσω το γυναικείο βίωμα της μητρότητας και της θυγατρικότητας. Ήθελα να θυμηθούν οι γυναίκες και να καταλάβουν οι άντρες. Ένας έξυπνος άντρας μου είπε «δεν είμαι σίγουρος πως καταλαβαίνω, επειδή δεν έχω παιδιά». Μα δεν διαβάζουμε για να μεταμορφωθούμε σε αυτό που μας ζητάει το βιβλίο, να γίνουμε αυτό που δεν είμαστε; Ούτε σε φαλαινοθηρικό δούλεψα, ούτε ξέρω από όπλα, αλλά η έλλειψη εμπειρίας δεν με σταματάει από το να διαβάσω Μέλβιλ ή Χέμινγουεϊ. Αυτή είναι μια άλλη πλευρά του ζητήματος: οι γυναίκες ταυτίζονται ευκολότερα με άντρες πρωταγωνιστές, οι άντρες νιώθουν άβολα με τη γυναικεία εμπειρία, λες και δεν τους αφορά, λες και δεν είναι ανθρώπινη εμπειρία.
Η Παναγία παρουσιάζεται πότε ως γοργόνα και πότε ως Μέριλιν ή Ρόζα ή Μαίρη Πόπινς.
Σημαντική είναι και η θέση του ονείρου, μιας και μέρος της ιστορίας ξεδιπλώνεται στα ημερολόγια ονείρων που κρατά η αφηγήτρια. Σε αυτά έρχεται σε επαφή με άλλες γυναίκες, ανώνυμες και επώνυμες, γνωστές, όπως τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Πώς λειτουργεί το όνειρο στο συγκεκριμένο έργο;
Στα μαθήματα δημιουργικής γραφής λέω «καλύτερα μην μπλέκετε με τα όνειρα, είναι η εύκολη λύση» και το πιστεύω. Αλλά στο Μακρύ ταξίδι η γλώσσα των ονείρων διαμορφώνει την πραγματικότητα, αναγκάζει την αφηγήτρια να προβεί σε αυτοσχέδια, ερασιτεχνική ψυχοθεραπεία. Κάθε πρωί ρωτάει τη μαμά της ή την κόρη της, ελέγχει το ονειρικό υπόστρωμα της ζωής της. Το όνειρο είναι μια από τις γλώσσες του βιβλίου, επιτρέπει στα αρχέτυπα να αναδυθούν και να χορέψουν, εξ ου και η Παναγία η Χορεύτρια. Ή η μαμά του Μουσολίνι που βγάζει βόλτα το παράξενο μωρό της που καπνίζει και διαβάζει ιταλικές φασιστικές εφημερίδες. Η Παναγία παρουσιάζεται πότε ως γοργόνα και πότε ως Μέριλιν ή Ρόζα ή Μαίρη Πόπινς. Οι μεταμορφώσεις της στα όνειρα επιτρέπουν μεγαλύτερη εικονοπλαστική ευρυχωρία, όσο εγώ παλεύω να γκρεμίσω το αρχέτυπο από μέσα.
Πώς αποτιμάτε τον όρο «φεμινιστική λογοτεχνία»; Συμφωνείτε με αυτόν, διαφωνείτε και γιατί;
Οι ταμπέλες είναι χρήσιμες στα βιβλιοπωλεία. Όταν ξεκινούσα στη δεκαετία του '90 ήταν στη μόδα το μαθηματικό μυθιστόρημα, μετά με το Γιάντες ήρθε στη μόδα το γαστρονομικό μυθιστόρημα κ.ο.κ. Όσο για τη γυναικεία γραφή που σε όλη την Ευρώπη σήμαινε λογοτεχνία του γυναικείου κινήματος, (Ελέν Σιξού π.χ. ή Ζερμέν Γκριρ), στη μικρή μας χώρα σήμαινε ροζ λογοτεχνία! Σήμερα αν πω ότι γράφω φεμινιστική λογοτεχνία είναι σαν να μπαίνω μόνη μου στο ράφι μιας υποτιμητικής κατάταξης, μιας δημαγωγίας. Στην Ελλάδα ο φεμινισμός είναι ακόμη ανέκδοτο ή γραφικό αίτημα που αφορά στις γυναίκες και όχι στον μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας. Μεγάλωσα με αφόρητο σεξισμό στο δημόσιο διάλογο, η γενιά μου τον έχει ενσωματώσει σαν τσιπάκι. Και ό,τι ξεφεύγει από τα παραδεδομένα, απειλεί και ενοχλεί. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να διανοηθούν ότι κάτι αλλάζει επειδή είναι ηθικά επιλήψιμο, επειδή ήρθε η ώρα να αλλάξει. Το ίδιο δηλαδή που συνέβη όταν ξεσηκώθηκαν οι μαύροι σκλάβοι. Οι λευκοί το βρήκαν ανήκουστο.
Το μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του ξεφεύγει από τις ταξινομήσεις, σε κάνει διαρκώς να αμφιβάλλεις.
Πάντως δεν πιστεύω στη συρρίκνωση του μυθιστορήματος – να του βάλουμε κονκάρδα για να το αναγνωρίζουμε. Το μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του ξεφεύγει από τις ταξινομήσεις, σε κάνει διαρκώς να αμφιβάλλεις. Δεν θυμάσαι από ποιο ράφι το πήρες, θυμάσαι τι χώρο άνοιξε μέσα σου.
Ένα θέμα που έχει τεθεί από πολλές φεμινίστριες κριτικούς αφορά στο κατά πόσο οι άντρες μπορούν να δώσουν φωνή σε γυναικείους χαρακτήρες. Κάποιοι πιστεύουν πως το βίωμα και η εμπειρία μας ως πολιτικά όντα είναι το παν, κάποιοι πως η φαντασία δεν θα έπρεπε να έχει όρια. Σε ποια από όλες τις απόψεις είστε πιο κοντά;
Φυσικά και μπορείς να γράψεις με τη φωνή ενός άντρα, ενός παιδιού, μιας γυναίκας ή ενός εξωγήινου με τρία μάτια. Στη λογοτεχνία μπορείς να γίνεις λύκος και πρόβατο, ψυχοπαθής δολοφόνος, γέρος και έμβρυο και η ίδια η πόλη της Μπρυζ (πήγε ο νους μου στον Ρόντενμπαχ). Θα ήθελα να δω ωστόσο πανεπιστημιακές μελέτες ιστορικού περιεχομένου, οι οποίες σίγουρα γράφονται τη στιγμή που μιλάμε, που θα διερευνήσουν π.χ. ψυχαναλυτικά ή κοινωνιολογικά γιατί οι ερωτευμένες γυναίκες, από την Άννα Καρένινα ως την Μαντάμ Μποβαρύ αυτοκτονούν στο μεγάλο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Ακόμη και τη Μωρήν στο μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, δεν την αποτέλειωσε ο Τάρνοπολ, αυτοκτόνησε. Τι άλλο χρειάζεται να πω; Ότι ένα συλλογικό φαντασιακό βιάζει ή σκοτώνει επί αιώνες ερωτευμένες γυναίκες; Πόσοι άντρες έχουν αυτοκτονήσει από έρωτα, πλην του Βέρθερου; Ας γράφει, λοιπόν, ο καθένας ό,τι θέλει, αρκεί η λογοτεχνία να μην είναι ένας χώρος εκτόνωσης ή εκδίκησης ή μισαλλοδοξίας, αλλά ζωτικής ορμής, στοχασμού και παρατήρησης. Αν θέλεις να βγεις από το σώμα σου και την εμπειρία σου πρέπει στ' αλήθεια να μπορείς να νιώσεις το βάσανο του άλλου. Της άλλης, στην προκειμένη περίπτωση.
Μιας και το μυθιστόρημα ενώνει μεταξύ τους τόσες γυναίκες, υπάρχουν συγγραφείς με τις οποίες έχετε κάποια εκλεκτική συγγένεια; Γυναίκες, αλλά και άντρες, που γράφουν προς την κατεύθυνσή σας;
Δεν με ενδιαφέρει η αυτοεπιβεβαίωση της δικής μου κατεύθυνσης. Γι' αυτό διαβάζω πολύ διαφορετικά κείμενα από αυτά που γράφω. Θα ξεκινούσα τον προσωπικό μου κατάλογο με τον Ίταλο Καλβίνο και τον Μπόρχες. Με τα μυθιστορήματα ποταμούς του Μπουλγκάκοφ και τα διηγήματα της Τατιάνα Τολστάγια και τον αγαπημένο μου Σωσία του Γιάννη Μπεράτη. Με τα Στοιχεία για τη δεκαετία του '60 του Θανάση Βαλτινού. Με την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν και την Έντνα Ο' Μπράιαν. Με Το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία του Τζέιμς Τζόις. Θα συνέχιζα με την Κλαρίσε Λισπέκτορ που μου έμαθε τόσα πολλά για τη γλώσσα και με τη δική μας Κλαρίσε, τη Μαργαρίτα Καραπάνου. Και θα κατέληγα στη λογοτεχνία που διαβάζω σήμερα – τη Χαν Γκανγκ, την Τοκάρτσουκ, την Κονστάνς Ντεμπρέ, την Αντριάνα Χάροουιτς. Μου αρέσουν αυτές οι τολμηρές γυναίκες που μοχθούν τόσο και φέρνουν νέες θεματικές και νέα κοφτερή γλώσσα. Και μην ξεχνάμε τους ποιητές και τις ποιήτριες, κι όλες τις δοκιμιογράφους χάρη στις οποίους βασανίζουμε και κυκλώνουμε το θέμα μας. Σκέφτομαι πρόχειρα την Όντρεϊ Λορντ, τη Σούζαν Σόνταγκ, την Ολίβια Λέινγκ, τη Μάγκι Νέλσον. Χωρίς αυτές δεν θα υπήρχε αναμέτρηση της μυθοπλασίας με νέες ριζοσπαστικές ιδέες.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου έχει τιμηθεί με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού Ρεύματα για το Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη (1993), το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» για το Γιάντες (1996), το Βραβείο Διεθνούς Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και το καταλανικό Liberis Liber για το Θα ήθελα (2005), το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για τη Λαμπερή μέρα (2012).

Τα μυθιστορήματά της Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη και Η γυναίκα του Θεού έφτασαν στη βραχεία λίστα του Βραβείου ALTA στις ΗΠΑ. Έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Τον Ιούλιο του 2021 το θεατρικό της «Η Φαίδρα καίγεται» ανέβηκε στη Μικρή Επίδαυρο.
Ζει στην Αθήνα και διδάσκει δημιουργική γραφή.
* Εκδήλωση, το Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου, στην Αίγινα.

























