
Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι», η οποία θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Εστία.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
ΤΟ ΔΩΡΟ
«Θα πρέπει να είναι είτε @ ενδιαφερόμεν@ είτε κάποι@ πρώτου βαθμού συγγενής», του είπε διαδικαστικά καθώς σημείωνε κάτι στον υπολογιστή μπροστά της. Από τον τόνο της φωνής καταλάβαινε πως την ίδια φράση είχε επαναλάβει εκατοντάδες φορές μέσα στη βδομάδα. Τον εκνεύριζε όταν δεν τον αντιμετώπιζαν ως μια ξεχωριστή ύπαρξη. «Αδύνατον για την ίδια», της απάντησε. «Τότε ίσως εσείς. Τι της είστε;» «Σχετικά με το κόστος δεν μου είπατε…» «Εξαρτάται από τη δυσκολία προσομοίωσης, τη διάρκεια του δείγματος και τον βαθμό συνεργασιμότητας του υποκειμένου». Συνέχιζε να μην τον κοιτάζει. «Το υποκείμενο έχει μηδενική συνεργασιμότητα… Εγώ, απόλυτη». Η επιθετικότητα της φράσης την ανάγκασε να σηκώσει το κεφάλι. Του έδειξε την κάρτα με το barcode και αυτός αφού το σκάναρε κατευθύνθηκε προς την έξοδο. «Θα τα μελετήσω και θα επανέλθω. Και για να σας λύσω την απορία, γιος της».
Επιστροφή στο σπίτι, ίδιο μετρό αντίθετη κατεύθυνση. Το μυαλό του είχε κατακλύσει η λέξη συνεργασιμότητα, απλωνόταν στα τοιχώματα σαν στόκος. Κάλυπτε κενά, λείαινε εξογκώματα. Η λέξη είχε εμφανιστεί πριν δυο χρόνια στην ομιλία ενός υπουργού, αλλά δεν έλεγε να υποχωρήσει. Την άκουγες διαρκώς να επαναλαμβάνεται από τα διαγγέλματα των πολιτικών έως τις συνεντεύξεις για δουλειά. Μια αδιόρατη απειλή κρυβόταν ανάμεσα στα γράμματα της φαινομενικά άκακης λέξης, αλλά ίσως και να παρανοούσε. Αν και δεν είχε αρκετό κόσμο στο βαγόνι, ελεύθερη θέση δεν υπήρχε. Πιάστηκε από τη χειρολαβή, σ’ αυτό το νωχελικό λίκνισμα του συρμού. Ασυναίσθητα ακούμπησε το χέρι στη μύτη. Ένοιωσε κάτι σαν ζεστή μύξα να τρέχει ενώ τα δάχτυλά του βάφτηκαν κόκκινα. Είχε πάλι ανοίξει. Με χορευτικές κινήσεις προσπαθούσε να μη στάξει πάνω στο λευκό του πουκάμισο. Λύγιζε τη μέση, έστρεφε τον κορμό, έσκυβε, απομάκρυνε τα χέρια. Τα αποτελέσματα της υπερβιταμίνωσης, σκέφτηκε, αλλά τις είχε ανάγκη. Οι επιβάτες τον παρατηρούσαν σαν να έβλεπαν μια σύγχρονη performance, με το νόημα να τους διαφεύγει. Μια ηλικιωμένη άπλωσε το χέρι της. Ένα καθαρό χαρτομάντηλο τρεμόπαιζε στα δάχτυλά της. Η πίστη στην ανθρωπότητα αποκαταστάθηκε.
Πάνω από ένα μπρίκι με τον καφέ να φουσκώνει, μονολόγησε πως, αν της έλειπε κάτι, ήταν να ξανανιώσει την αιώρηση και την ελαφράδα που μόνο η θάλασσα προσφέρει. Ήταν περίεργο, το είπε χαμηλόφωνα με πλάτη σ’ αυτόν, σαν να μιλούσε στον αφρισμένο καφέ.
Όλη η ιδέα είχε προκύψει σε ανύποπτο χρόνο, μια δεκαετία πριν, σε μια επίσκεψη στο σπίτι της μητέρας του. Σχέδια για το μέλλον μπορεί η ίδια να είχε σταματήσει εδώ και καιρό να κάνει, όμως οι σκέψεις έπαιρναν ακόμα σχήμα στο μυαλό της, οι μυρωδιές την ταξίδευαν. Πάνω από ένα μπρίκι με τον καφέ να φουσκώνει, μονολόγησε πως, αν της έλειπε κάτι, ήταν να ξανανιώσει την αιώρηση και την ελαφράδα που μόνο η θάλασσα προσφέρει. Ήταν περίεργο, το είπε χαμηλόφωνα με πλάτη σ’ αυτόν, σαν να μιλούσε στον αφρισμένο καφέ. Τα τελευταία χρόνια είχε σταματήσει να πηγαίνει για μπάνιο. Τα πόδια της δεν την βοηθούσαν και η θάλασσα είχε πνίξει την καλύτερή της φίλη. Δεν συνέβη κάπου στα βαθιά, χάθηκε σε λιγότερο από μισό μέτρο νερό. Συννεφιασμένη μέρα του Σεπτέμβρη, δεν αποφάσιζε κανείς από την παρέα να ακολουθήσει. Σκόνταψε-έπεσε. Δεν ήθελε πολύ. Κακιά στιγμή, έτσι είπαν. Την βρήκαν μπρούμητα, η πλάτη της εξείχε σαν μικρή ξέρα στα ρηχά. Ο γιος απόρησε με τη φράση της για τη θάλασσα, ειδικά μετά τη φρίκη της Λαμπρινής. Όμως αυτή συνέχισε να μονολογεί. Ήθελε λέει να αισθανθεί το νερό σε κάθε πόρο του σώματός της, την άνωση να την κρατά σαν μια αόρατη κουτάλα –συχνά χρησιμοποιούσε απολαυστικά παραδείγματα από τη μαγειρική, αυτό ουδέποτε το έχασε–, το υγρό στοιχείο να εφάπτεται στο δέρμα της, πρόσφορο σε άγνωστο θεό. Του είχε χαρίσει μια αντίστοιχη αιώρηση μέσα στον αμνιακό της σάκο, δεν μπορούσε να της το αρνηθεί.
Κάθισε στην πολυθρόνα και άνοιξε το κινητό στο σωσμένο φυλλάδιο. Όταν είχαν πρωτοεμφανιστεί οι εξομοιωτές πραγματικότητας, το κόστος ήταν απαγορευτικό με τα αποτελέσματα –τις περισσότερες φορές– πενιχρά. Οι αποχρώσεις των χρωμάτων έπασχαν σε ποικιλία, η κίνηση δεν έμοιαζε αρκετά ομαλή. Αλλά με το ενδιαφέρον του κόσμου να αυξάνεται, εμφανίστηκαν νέες εταιρείες και η τιμή μειώθηκε αισθητά. Ξανακοίταξε τον κατάλογο. Πλέον είχαν οδηγηθεί στα 16-bit βάθος χρώματος με απόδοση 281 τρισεκατομμύρια αποχρώσεις, ενώ ο χρόνος απόκρισης και καθυστέρησης είχε μειωθεί σε κάποια νανοδευτερόλεπτα. Δεν καταλάβαινε αλλά του φαίνονταν όλα αυτά πειστικά. Τελευταία, η δουλειά του δεν πήγαινε πολύ καλά και, όπως τους είχαν ενημερώσει στην εταιρική συνάντηση της Παρασκευής, ο ανταγωνισμός αποδεικνυόταν σκληρός και ο βαθμός συνεργασιμότητας –πάλι η γνωστή κυρίαρχη λέξη– οριακά ικανοποιητικός. Είχαν επίσης θίξει το θέμα των εθελούσιων εξόδων –όχι, δεν ήθελαν να τους διώξουν–, με αντίστοιχη βέβαια αποζημίωση. Ευτυχώς το ίδρυμα της μάνας του καλυπτόταν από τη σύνταξή της, με ελάχιστη δική του συνεισφορά. Όπως και να ’χε, θα μπορούσε να της προσφέρει δέκα λεπτά μιας λησμονημένης εμπειρίας, ένα τελευταίο δώρο, η γυναίκα του δεν θα είχε αντίρρηση.
Της το χρωστούσε;
Όχι ακριβώς.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Μια διερμηνέας της νοηματικής γλώσσας σε νυχτερινή υπηρεσία, ένας ερωτευμένος φαντάρος που του αρέσει να παίζει με σκορπιούς, νυχτερίδες και κοράκια, ένας άστεγος που ξημεροβραδιάζεται στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, μια όχι και τόσο αθώα επαγγελματική πρόταση σ’ έναν καλλιτέχνη. Μια επίσκεψη στον τάφο του Τζιμ Μόρισον. Έντεκα ιστορίες και ένας επίλογος. Για την ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Για τη γοητεία των αόρατων εξουσιαστικών μηχανισμών. Για την αντίσταση και την κατανόηση. Για τους άγνωστους που εισχωρούν στη ζωή μας. Για την τελεία που βάζει ο θάνατος. Η λαχτάρα να βάλουμε τα δικά μας σημάδια σ’ αυτό το πέρασμα.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Γιάννης Καρκανέβατος γεννήθηκε το 1966 στις Σέρρες. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ΕΜΠ και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Εργάστηκε πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Tο πρώτο του βιβλίο Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά, Εστία 2022, ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο (2023), για το Βραβείο «Μένη Κουμανταρέα» για πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο της Εταιρείας Συγγραφέων (2022), καθώς επίσης και για τα βραβεία των περιοδικών: O Αναγνώστης, Κλεψύδρα και (δε)κατα (The Athens Prize for Literature). Η συλλογή διηγημάτων Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι είναι το δεύτερο βιβλίο του.





















