prodimosieusi papantonis

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων του Άκη Παπαντώνη «Στα θερμοκήπια του Αυγούστου», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 12 Ιουνίου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πάργα (ΙΙ)

Στὴν ἀδερφή μου

Δὲν ἤθελες νὰ κλείσεις τὸ μαγαζὶ γιὰ τόσες μέρες, ἀλλὰ ἦταν τὸ πρῶτο καλοκαίρι τῆς μάνας σου χωρὶς τὸν πατέρα σου. Κλείσατε μιὰ φτηνὴ πτήση ἀπὸ τὸ Χάν, προσγειωθήκατε Κέρκυρα προπαραμονὴ τῆς Παναγίας. Ἀπὸ τὸ ἀεροδρόμιο πήρατε ταξὶ ὣς τὸ λιμάνι – τὸ φέρι εἶχε μόλις φτάσει ἀπὸ ἀπέναντι. Βγάλατε εἰσιτήρια καὶ περιμένατε νὰ ξεφορτώσει. Ὁ Πέτρος ἦταν στὸ κινητὸ μὲ τ’ ἀκουστικὰ στ’ αὐτιά, ἡ μικρὴ ἐπάνω στὴ βαλίτσα δίπλα στὴ μητέρα της. Τῆς κρατοῦσε τὸ δεξὶ χέρι καὶ ἡ Γιούντιθ ἀναγκάστηκε ν’ ἀνάψει τσιγάρο μὲ τὸ ἀριστερό. Ἔκανε τὸν χαρακτηριστικό της μορφασμὸ καθὼς πλησίαζε τὴ φλόγα στὸ τσιγάρο. Οὔτε αὐτὸ δὲν τὴν ἀσχημαίνει, σκέφτηκες. Πίσω ἀπὸ τὰ μαῦρα της γυαλιὰ μόνο νὰ μαντέψεις μποροῦσες πρὸς τὰ ποῦ κοιτοῦσε.

Στὸ φέρι ὁ Πέτρος δὲν ἄφησε λεπτὸ τὸ κινητό. Ἡ μικρὴ ζήτησε παγωτό, ἡ Γιούντιθ σηκώθηκε νὰ πᾶνε νὰ πάρουν.

«Willst du Kaffee?» ρώτησε καθὼς ἀπομακρυνόταν.
«Ἂν πάρεις γιὰ σένα, ἴσως σοῦ πιῶ μιὰ γουλιά», φώναξες.

Ἐπέστρεψαν μὲ δύο παγωτὰ στὰ χέρια.

«Ich hatte schließlich keine Lust auf Kaffee», εἶπε χωρὶς νὰ σὲ κοιτάζει.

Κουμπώθηκες, τὸ πλοῖο εἶχε βγεῖ ἀπ’ τὸ λιμάνι κι εἶχε δροσιά.

Μιάμιση ὥρα μετά: Ἡ Ἠγουμενίτσα στὸν ὁρίζοντα, ἡ ζέστη ὅλο καὶ πιὸ ἔντονη. Ἡ μικρὴ κοιμᾶται στὰ πόδια τῆς μητέρας της, ποὺ κοιμᾶται ἐπίσης. Ὅσο τὸ πλοῖο δένει, ὁ κόσμος στριμώχνεται στὸν καταπέλτη, τὰ αὐτοκίνητα βάζουν μπρός. Κάποιοι σηκώνονται στὶς μύτες τῶν ποδιῶν ἀναζητώντας γνώριμα πρόσωπα στὴν ἀποβάθρα. ῞Ωσπου νὰ βγεῖτε καὶ νὰ σπρώξετε τὶς βαλίτσες στὴν ἄκρη, γύρω σας οἱ ἀγκαλιὲς ἔχουν δοθεῖ, οἱ ἀποσκευὲς ἔχουν φορτωθεῖ στὰ πορτμπαγκάζ.

«Τῆς εἶπα νὰ μὴν ἔρθει», κοιτάζεις τὴ Γιούντιθ στὰ μάτια. «Φοβᾶται πιὰ ὅταν ὁδηγάει. Θὰ βροῦμε ἕνα ταξί».

Ἐκείνη ἀνάβει ἀκόμα ἕνα τσιγάρο.

?

Μπροστὰ στὸ σπίτι ἡ μυρωδιὰ τῆς θάλασσας μπερδεύεται μὲ τὶς μυρωδιὲς ἀπὸ τὶς ταβέρνες. Ἀνεβάζεις τὶς βαλίτσες στὴν ἀσβεστωμένη σκάλα, ἀνοίγεις τὴν πόρτα τῆς κουζίνας. Ἂν σοῦ ἔλεγαν πὼς δὲν μένει κανεὶς πιὰ ἐδῶ, θὰ τὸ πίστευες.

«Μάνα;» λὲς χαμηλόφωνα.

Περνάει ἀπὸ τὸν νοῦ σου πὼς ἴσως τὴ βρεῖτε νεκρὴ στὸ σαλόνι. Κοιτάζεις πίσω σου νὰ βεβαιωθεῖς πὼς ὁ Πέτρος περιμένει ἀκόμη στὸ πλατύσκαλο σκυμμένος πάνω ἀπὸ τὸ κινητό, πὼς ἡ Γιούντιθ δὲν ἔχει ἀνάψει ξανὰ τσιγάρο. Ἡ μικρὴ δείχνει πρὸς τὴν ἀνοιχτὴ πόρτα, ὅπου ἐμφανίζεται ἡ γιαγιά της μὲ τὰ μαλλιὰ ἀνακατεμένα ἀπὸ τὸν ὕπνο.

«Σὲ ξυπνήσαμε, μάνα;»
«Ὄχι βέβαια» – σᾶς φιλάει ὅλους σταυρωτά. «Ἔχει φαγητὸ στὸν φοῦρνο».

?

Ἀνήμερα τῆς Παναγίας περιμένεις στὴ στάση τῶν ΚΤΕΛ τὴν ἀδερφὴ καὶ τὶς ἀνιψιές σου. Στὸν δρόμο γιὰ τὸ σπίτι κουβαλᾶς τὶς βαλίτσες τους, οἱ δίδυμες προπορεύονται τραγουδώντας. Ἡ ἀδερφή σου σοῦ ψιθυρίζει στὸ αὐτὶ πὼς μόλις βγῆκε τὸ διαζύγιο – «Τέλος». Ἔχει ἀδυνατίσει πολὺ καὶ τὰ μαλλιά της εἶναι ἄλλο χρῶμα στὶς ἄκρες καὶ ἄλλο στὴ ρίζα.

Στὸ σπίτι οἱ δίδυμες παίζουν μὲ τὴ μικρὴ στὸ μπαλκόνι. Ὁ Πέτρος στὸ ὑπνοδωμάτιο, ἡ Γιούντιθ καὶ ἡ ἀδερφή σου καπνίζουν στὴν κουζίνα. Ἡ μάνα σου, μὲ τὴ ρόμπα ἀκόμη, σὲ πλησιάζει.

«Πάει σχεδὸν χρόνος ποὺ ἔφυγε ὁ πατέρας σου» – στὸ ραδιόφωνο ὁ σταθμὸς τῆς ἐκκλησίας.
«Πέθανε, ρὲ μάνα, δὲν πῆγε ταξίδι».
«Δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ λέω ἔτσι».
«Καὶ ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ Ἕλενα[1] πέθαναν. Ὅλοι πεθαίνουν κάποτε. Κι ἐγὼ θὰ πεθάνω».
«Εὐτυχῶς δὲν θά ’μαι ἐδῶ νὰ τὸ δῶ».
«Ποτὲ δὲν ξέ–»
«Ἄι στὸν διάολο, Τάσο, μεσημεριάτικα».

Πάει στὴν κουζίνα. Πάνω ἀπὸ τὴν κατσαρόλα κάνει πὼς κάτι ἀνακατεύει.

1. Μόλις πέθανε ὁ πατέρας σου, ἡ μητέρα σου μετακόμισε στὸ σπίτι τῆς Ἕλενας στὴν Πάργα. Πήγαιναν παντοῦ μαζί: στὸ σουπερμάρκετ, στὴ λαϊκή, στὰ καφὲ καὶ στὶς ταβέρνες· πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη τους ὅλοι ἔλεγαν πὼς ἦταν λεσβίες.

?

Ἔχετε στριμώξει τέσσερις καρέκλες γύρω ἀπὸ τὸ τραπεζάκι στὸ μπαλκόνι, ὁ δήμαρχος ἐκφωνεῖ τὶς τελευταῖες ἀράδες ἀπ’ τὸν λόγο του.

«Ἐλᾶτε, ἀρχίζει» – στὴ μάντρα κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι δεκάδες τουρίστες μὲ τὰ κινητὰ στὰ χέρια.

Ἡ ἀδερφή σου ἐπέμεινε νὰ ντυθεῖτε ὅλοι καλά, ἡ μητέρα σου φόρεσε μαῦρα καὶ τὶς νυφιάτικες πέρλες της. Ὁ Πέτρος μετακινήθηκε ἀπ’ τὸ δωμάτιο στὸν καναπὲ τοῦ σαλονιοῦ χωρὶς νὰ βγάλει τὰ ἀκουστικὰ ἀπὸ τ’ αὐτιά, τὰ τρία κορίτσια κάθονται στὰ πόδια σας. Ἡ Γιούντιθ φοράει τὰ μαῦρα γυαλιά της.

«Feuerwerk tut meinen Augen weh, das weißt du», λέει ὅταν τῆς γνέφεις νὰ τὰ βγάλει.

Τὰ φῶτα σὲ ὅλο τὸ λιμάνι χαμηλώνουν,
οἱ πρῶτες βάρκες ἐμφανίζονται ὑπὸ τοὺς ἤχους τῶν Carmina Burana,
τὸ μεγαλύτερο πλοῖο μπαίνει στὸ λιμάνι μὲ πυρσοὺς ἀναμμένους στὴν πλώρη,
οἱ μικρὲς χειροκροτᾶνε,
ἡ ἀδερφή σου ἔχει βάλει μιὰ μπίρα καὶ πίνει,
ἡ μουσικὴ σβήνει, τὰ βεγγαλικὰ ξεκινοῦν.

Ἡ μάνα σου καὶ ἡ Γιούντιθ ἀκίνητες σὰν σὲ κηδεία.[2] Κάθεσαι ἀνάμεσά τους, ἡ μικρὴ στριφογυρίζει στὴν ἀγκαλιά σου. Οἱ δίδυμες ζητᾶνε τὸ κινητὸ ἀπὸ τὴ μάνα τους, «νὰ στείλουμε φωτογραφίες στὸν μπαμπά».

«Τὸν ἄλλο Σεπτέμβρη δὲν εἶναι ποὺ πρέπει νὰ ξεθάψουμε τὸν πατέρα σου;»
«Στὰ τρία χρόνια εἶναι, ρὲ μάνα».

Ἡ μητέρα σου χαμηλώνει τὸ βλέμμα, λὲς καὶ τὴν ἔπιασες νὰ μὴν ξέρει μάθημα. Ἡ Γιούντιθ λέει πὼς πεινάει καὶ μπαίνει στὸ σπίτι, μά, ὅταν ξαναεμφανίζεται στὸ μπαλκόνι, δὲν κρατάει κάτι φαγώσιμο. Ἀνάβει τσιγάρο καὶ ρωτάει τὴν ἀδερφή σου ἂν θέλει κι ἐκείνη.

Γυρίζεις πρὸς τὴ μητέρα σου:

«Ἂν τὸ καθυστερήσουμε λίγο, μποροῦμε νὰ τοὺς ξεθάψουμε μαζὶ μὲ τὴν Ἕλενα».

Σοῦ γνέφει καταφατικά.

«Ἂν βάλουμε τὰ ὀστεοφυλάκιά τους δίπλα δίπλα, λὲς νὰ τσακώνονται γιὰ τὸ ΚΚΕ;»

Γελάει σιγανά, γελᾶς κι ἐσύ.

Στὸ μεταξὺ ἡ μικρὴ ἔχει ἀποκοιμηθεῖ στὴν ἀγκαλιά σου. Ἡ Γιούντιθ τὴν παίρνει νὰ τὴν πάει στὸ κρεβάτι. Ἡ μητέρα σου τῆς χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καθὼς περνᾶνε ἀπὸ μπροστά της. Οἱ τουρίστες ἀρχίζουν νὰ σκορπίζουν, ἡ ἀδερφή σου λέει στὶς δίδυμες νὰ πλύνουν τὰ δόντια τους. Ὁ Πέτρος μοιάζει νὰ μὴν ἔχει ἀλλάξει στάση τόση ὥρα.

«Ἔτσι ἀμίλητος καὶ μοναχικὸς ἦταν κι ὁ πατέρας σου» – ἡ μάνα σου γνέφει πρὸς τὸ μέρος του.

Ἡ Γιούντιθ, ποὺ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἐπιστρέφει στὸ μπαλκόνι, μορφάζει.

«Ἀλήθεια εἶναι», ἐπιμένει ἡ μητέρα σου.
«Θὰ ξαπλώσω κι ἐγώ» – ἡ Γιούντιθ κάνει στροφὴ ἑκατὸν ὀγδόντα μοιρῶν καὶ χάνεται στὸ σκοτάδι τοῦ σπιτιοῦ.
«Τί τρέχει μὲ τὴ Γερμανίδα τελικά;»

Τὸ ὕφος τῆς μητέρας σου σοῦ εἶναι γνώριμο καὶ δὲν ἀπαντᾶς.

Μαζεύεις τὶς καρέκλες ἀπὸ τὸ μπαλκόνι, βοηθᾶς τὴν ἀδερφή σου νὰ φέρει πιάτα καὶ ποτήρια στὸν νεροχύτη. Ἡ μητέρα σου ξαπλώνει στὸν καναπὲ[3] κι ἀνάβει τὴν τηλεόραση. Ἔχει μία ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἐκπομπὲς στὶς ὁποῖες κάποιοι ἀναζητοῦν κάποιον.

Ὕστερα, ἐνῶ γδύνεσαι γιὰ νὰ ξαπλώσεις, ἀκουμπᾶς ἁπαλὰ τὴν παλάμη σου στὸν ὦμο τῆς Γιούντιθ.

«Σ’ εὐχαριστῶ ποὺ ἦρθες μαζί, Schatz. Ξέρω πὼς δὲν σοῦ εἶναι εὔκολο» – μιλᾶς ψιθυριστά.
«Sei ruhig».[4

Γυρισμένη πρὸς τὸν τοῖχο, ἔχει τὸ κεφάλι της χωμένο στὸ μαξιλάρι. Καὶ στὸ δωμάτιο ἁπλώνεται τέτοια ἡσυχία, λὲς κι ἀπ’ τὸ ταβάνι πέφτει χιόνι.

2. Στὴν κηδεία τοῦ πατέρα σου ἡ μητέρα σου ἦταν μὲ ἠρεμιστικά. Ἡ Γιούντιθ ἦρθε στὴν τελετή, ἀλλὰ δὲν μπῆκε στὴν ἐκκλησία. Ἐπιθυμία τῆς Ἕλενας ἦταν νὰ ἀποτεφρωθεῖ στὴ Βουλγαρία, μὰ δὲν τὸ ἐπέτρεψε ἡ μητέρα σου. Στὴν κηδεία της δὲν μπόρεσες νὰ πᾶς, ἡ Γιούντιθ δὲν δέχτηκε νὰ κρατήσει μόνη της τὸ μαγαζί.
3. ᾽Απὸ ὅταν πέθανε ὁ πατέρας σου ἡ μητέρα σου δὲν ξανακοιμήθηκε στὸ κρεβάτι ποὺ μοιράζονταν· ὅταν μετακόμισε στῆς Ἕλενας, τὸ μετέφερε ἐκεῖ καὶ τῆς τὸ παραχώρησε. Ἡ Ἕλενα πέθανε σ’ ἐκεῖνο τὸ κρεβάτι. Τὸ τελευταῖο της βράδυ ὅμως ἡ μητέρα σου στριμώχτηκε πλάι της κι ἀποκοιμήθηκε μαζί της.
4. Θέλεις καφέ; / Τελικὰ δὲν εἶχα ὄρεξη γιὰ καφέ. / Πονᾶνε τὰ μάτια μου μὲ τὰ βεγγαλικά, τὸ ξέρεις αὐτό. / Καρδιά μου. / Κάνε ἡσυχία. Κάθε φορὰ ποὺ ἡ Γιούντιθ θύμωνε μαζί σου, σοῦ μιλοῦσε στὰ γερμανικά – μέχρι ποὺ ἔπαψε ἐντελῶς νὰ σοῦ μιλάει.

kichli papantonis sta thermokipia tou augoustou

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Η ένταση και η νωχελικότητα του Αυγούστου γίνονται ο κιρκάδιος ρυθμός είκοσι έξι ιστοριών για την ερωτική επιθυμία και την απώλειά της, για την τρυφερότητα, την ενοχή και τη μνήμη. Από τα ανέμελα καλοκαίρια της παιδικής ηλικίας έως την αμείλικτη πραγματικότητα της ενηλικίωσης και από την προσδοκία για συντροφικότητα έως την αποξένωση και τη ρήξη, οι ήρωες του βιβλίου αναμετρώνται με όσα χάθηκαν, όσα δεν ειπώθηκαν και όσα δεν γίνεται πια να αλλάξουν. Ιστορίες που συνθέτουν μια ενιαία αφήγηση για το πώς χτίζονται, φθείρονται και καταρρέουν οι σχέσεις των ανθρώπων, με την ελπίδα μιας δεύτερης ευκαιρίας απλώς να αναζωπυρώνεται μέσα στα θερμοκήπια του Αυγούστου.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα 

Ο Άκης Παπαντώνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Είναι καθηγητής Επιγενετικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν· γράφει και μεταφράζει λογοτεχνία. Τα βιβλία του, η νουβέλα Καρυότυπος (2014, Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού «Ο Αναγνώστης»), το μυθιστόρημα Ρηχό νερό, σκιές (2019), η ποιητική συλλογή bildungsroman (2021) και η νουβέλα Η τελευταία αρκούδα του δάσους (2023, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας, Βραβείο Νουβέλας του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» και Le Prix Littéraire du Salon du Livre Métropolitain για τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου), κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κίχλη.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Πλανήτες, ύδατα και νήσοι» του Γιώργου Μητά (προδημοσίευση)

«Πλανήτες, ύδατα και νήσοι» του Γιώργου Μητά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Μητά «Πλανήτες, ύδατα και νήσοι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 14 Ιουνίου από τις εκδόσεις Στερέωμα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στη γιορτή...

«Κομπολόι στο χώμα» της Χίλντας Παπαδημητρίου (προδημοσίευση)

«Κομπολόι στο χώμα» της Χίλντας Παπαδημητρίου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα της Χίλντας Παπαδημητρίου «Κομπολόι στο χώμα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 19 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Η κατά Νόλαν «Οδύσσεια» (κριτική) – Ταξίδι ανάκτησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της πίστης σε θεούς και θνητούς

Η κατά Νόλαν «Οδύσσεια» (κριτική) – Ταξίδι ανάκτησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της πίστης σε θεούς και θνητούς

Για την ταινία «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτό το διάστημα στους κινηματογράφους. Ένα «ταξίδι όχι μόνο σωματικών και εγκεφαλικών δοκιμασιών για τον πρωταγωνιστή αλλά και ψυχολογικών, βάζοντας τον σε έναν δρόμο για να ανακτήσει την αξιοπρέπειά του και την πίστη του, τόσο στους θεούς ...

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (κριτική) – Εσωτερικές περιπλανήσεις, ανθρώπινες συναντήσεις

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (κριτική) – Εσωτερικές περιπλανήσεις, ανθρώπινες συναντήσεις

Για τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» (εκδ. Εστία). Εικόνα: Από την ταινία  «Πάτερσον» (2016) του Τζιμ Τζάρμους. 

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου

Μια φωτιά στο Καλαμίτσι γίνεται ο κα...

Γιάννης Κυριακίδης: Το φωτογραφικό αρχείο του σπουδαίου φωτορεπόρτερ στον Δήμο Καλαμαριάς

Γιάννης Κυριακίδης: Το φωτογραφικό αρχείο του σπουδαίου φωτορεπόρτερ στον Δήμο Καλαμαριάς

Το φωτογραφικό αρχείο του Γιάννη Κυριακίδη μεταφέρθηκε στον Δήμο Καλαμαριάς με τη δέουσα φροντίδα και επιστημονική μέριμνα.

Επιμέλεια: Book Press

Ένα ακόμη καθοριστικό βήμα για την ανάδειξη ενός από τα σημα...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Είκοσι βιβλία που ξεχώρισε η ομάδα του Guardian και διαβάζονται μονορούφι: λογοτεχνία, ψυχανάλυση, επιστήμη. Εικόνα: Πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Ντάρεν Τόμσον.

Επιμέλεια: Book Press

Με την ικανότητα συγκέντρωσης των περ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ