
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα της Χίλντας Παπαδημητρίου «Κομπολόι στο χώμα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 19 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Τετάρτη 6 Απριλίου 2016
Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει
κι από τα μάτια σβήνει η στεριά.
Μες στα κατάρτια πετούνε οι γλάροι
κι εγώ σου λέω έχε γεια.
Η Αθήνα ήταν κάποτε μια όμορφη πόλη, που ξυπνούσε χαμογελαστή κάθε πρωί, τριγυρισμένη από βουνά και δροσερούς λόφους και μια γαλάζια θάλασσα που της έβρεχε τα πόδια. Οι κάτοικοί της όμως, που δεν ήταν ούτε όμορφοι ούτε χαμογελαστοί, αποφάσισαν να γκρεμίσουν τα παλιά αρχοντικά και τα μικροαστικά σπιτάκια τους, για να τα αντικαταστήσουν με άσχημες πολυκατοικίες χωρίς χαρακτήρα. Στη συνέχεια πήραν σειρά τα βιομηχανικά κτίρια, που έμεναν άδεια μετά την αποβιομηχάνιση της χώρας, τη δεκαετία του ’90. Λες και διατηρώντας την Ακρόπολη στη θέση της οι Αθηναίοι είχαν κάνει το καθήκον τους απέναντι στην πόλη εφ’ όρου ζωής.
Τίποτα απ’ αυτά δεν απασχολούσε τον Μένη, τον εργάτη που χειριζόταν την μπουλντόζα στο εγκαταλειμμένο εργοστάσιο της Columbia, εκείνο το πρωινό του Απριλίου 2016. Το χρυσό αθηναϊκό φως τόνιζε ακόμα περισσότερο την καταστροφή και την εγκατάλειψη που επικρατούσε στον χώρο. Το μόνο που ενδιέφερε τον Μένη ήταν να ξεμπερδέψει γρήγορα με τα σκαψίματα, για να προλάβει να πιει ένα ουζάκι στο Καφενείον Η Ωραία Νάξος πριν γυρίσει σπίτι για τη μεσημεριανή του σιέστα. Όση ώρα περίμενε τον εργολάβο να του δείξει σε ποιο σημείο ακριβώς θα έσκαβε, σφύριζε αφηρημένα ένα παλιό λαϊκό τραγούδι, το σήμα των διαφημιστικών ραδιοφωνικών εκπομπών της Columbia προ αμνημονεύτων χρόνων. Άλλη μια ειρωνεία της ζωής. Ο ίδιος, αν τον ρωτούσες τι σφύριζε, δεν θα ήξερε να απαντήσει, παρότι μουρμούριζε κάθε τόσο μηχανικά: «Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει κι από τα μάτια σβήνει η στεριά». Δεν ασχολούνταν με τραγούδια και μουσικές, μετρούσε μόνο και ξαναμετρούσε τα χρόνια που έμεναν ως τη σύνταξη, για να επιστρέψει στο χωριό του στην ορεινή Νάξο.
Ο υπεργολάβος που είχε αναλάβει την επιδιόρθωση της βλάβης του υπόγειου σωλήνα της ΕΥΔΑΠ μελετούσε το σχεδιάγραμμα των σωληνώσεων. Σήκωσε το κεφάλι του κι έδειξε δίπλα στη λασπωμένη λίμνη που είχε δημιουργήσει το νερό αναβλύζοντας ολονυχτίς. Ο Μένης έβαλε όπισθεν και κατέβασε την ατσάλινη φαγάνα, που άρπαξε στα δόντια της μια μεγάλη μπουκιά χώμα. Ο Αλέκος, ο Αλβανός εργάτης, περίμενε παραπέρα μ’ ένα φτυάρι για να βαθύνει αρκετά την τρύπα, ώστε να μπει και να μπαλώσει πρόχειρα το σπάσιμο. Η δημοτική αρχή τούς είχε ενημερώσει πως σύντομα θα άλλαζε όλες τις παλιές σωληνώσεις, οι οποίες, εκτός των διαρκών βλαβών λόγω παλαιότητας, περιείχαν αμίαντο.
Όταν ο Μένης τελείωσε, ο Αλβανός πήδησε μέσα στο χαντάκι και άρχισε να φτυαρίζει το νωπό χώμα. Λίγα λεπτά αργότερα σταμάτησε και φώναξε: «Αφεντικό! Κοίτα δω τι βρήκα!». Ο εργολάβος ρώτησε αφηρημένα: «Τι βρήκες, Αλέκο; Κανένα μπαούλο με λίρες;». Ο Αλβανός τότε ύψωσε το εύρημά του: ένα ανθρώπινο μηριαίο οστό.
Η ψηλόλιγνη κοπέλα στην οποία ανήκε το χέρι και η βέσπα, ντυμένη με μπλουτζίν και μαύρο δερμάτινο μπουφάν, έβγαλε το λαχανί κράνος της και πλησίασε στο χαντάκι με το αργό βήμα του Κλιντ Ίστγουντ όταν μπαίνει σε έρημη πόλη της Άγριας Δύσης. Ήταν η αστυνόμος Αΐντα Μητροπούλου, το νούμερο δύο της Υποδιεύθυνσης Εγκλημάτων κατά Ζωής.
Το παλιό εργοστάσιο της Columbia είχε να δει τόσο κόσμο από τα χρόνια που ηχογραφούσαν εκεί όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες του ελληνικού τραγουδιού, τότε που προμήθευε με δίσκους βινυλίου την Ελλάδα, τη Μέση Ανατολή και όλα τα Βαλκάνια. Τρία περιπολικά και το βανάκι της Σήμανσης είχαν αδειάσει καμιά δεκαριά άτομα, ο φωτογράφος της αστυνομίας στεκόταν σε ετοιμότητα, ενώ ένας αστυφύλακας προσπαθούσε να απομακρύνει τους δημοσιογράφους και τους διάφορους περίεργους που είχαν μαζευτεί με τα κινητά στο χέρι. Είναι ανεξήγητη η λαχτάρα του μέσου ανθρώπου για φρίκη – αρκεί να μην έχει σχέση με τον ίδιο. Όλοι κοιτούσαν προς την κεντρική πύλη, περιμένοντας τον επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Εγκλημάτων κατά Ζωής, κι έτσι δεν πρόσεξαν μια λαχανί βέσπα που σταμάτησε δίπλα στο συρματόπλεγμα της περίφραξης. Ένα αδύνατο χέρι ανασήκωσε το συρματόπλεγμα για να περάσει η βέσπα, η οποία σταμάτησε δίπλα στο βανάκι. Η ψηλόλιγνη κοπέλα στην οποία ανήκε το χέρι και η βέσπα, ντυμένη με μπλουτζίν και μαύρο δερμάτινο μπουφάν, έβγαλε το λαχανί κράνος της και πλησίασε στο χαντάκι με το αργό βήμα του Κλιντ Ίστγουντ όταν μπαίνει σε έρημη πόλη της Άγριας Δύσης. Ήταν η αστυνόμος Αΐντα Μητροπούλου, το νούμερο δύο της Υποδιεύθυνσης Εγκλημάτων κατά Ζωής.
«Τι έχουμε εδώ;» γάβγισε για να διακόψει την οχλαγωγία και να δώσει το μήνυμα για το ποιος κάνει κουμάντο.
«Στη διάρκεια εργασιών για την επιδιόρθωση σωλήνων ύδρευσης, ο εργάτης ξέθαψε ανθρώπινα οστά» την ενημέρωσε ο αστυνόμος Γεωργίου. «Περιμένουμε τον ιατροδικαστή για να μπορέσει στη συνέχεια η Σήμανση να προβεί στη συγκέντρωση στοιχείων».
Κανείς δεν φαινόταν ιδιαίτερα σοκαρισμένος από τη μακάβρια ανακάλυψη. Ο Αλβανός, μόλις παρέδωσε τα οστά, στήθηκε καμαρωτός μπρος στους δημοσιογράφους. «Δεν είναι πτώμα» είπε. «Κόκαλα παλιά είναι, αλλά δεν ξέρω πόσο παλιά. Και είναι από δύο ανθρώποι. Δούλευα νεκροθάφτης σε Άγιο Σαράντη και ξέρω».
Ο Μένης έφυγε να προλάβει το ουζάκι του, σιγοτραγουδώντας: «Σίγουρα θα πάμε, μιας και φτάσαμε ως εκεί, εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή».
Η Μητροπούλου πρόσεξε ότι, εκτός από λίγους δημοσιογράφους, μόνο ένα κανάλι είχε στείλει τηλεοπτικό συνεργείο, κάτι που της έκανε εντύπωση. Φαίνεται ότι το κοινό ενδιαφέρεται πια μόνο για ποτάμια αίματος και σφαγμένη σάρκα, σκέφτηκε. Μια ξερακιανή ρεπόρτερ αυτοσχεδίαζε ιδρωμένη μπροστά στην κάμερα, προσπαθώντας να στήσει ένα σενάριο για «το ειδεχθές έγκλημα που είχε αποκαλυφθεί λόγω βλάβης της ΕΥΔΑΠ». Εκνευρισμένη από τη φασαρία, η Μητροπούλου διέταξε την εκκένωση του περίβολου από όποιον δεν είχε δουλειά. Ύστερα φόρεσε ένα ζευγάρι γάντια από λατέξ και πήδησε στο χαντάκι. Ο ιατροδικαστής είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως τα οστά ανήκαν σε δύο άτομα και, παρότι ο Αλβανός επέμενε ότι είχε ψάξει καλά –«δεν ξέρω εγώ από κόκαλα πεθαμένα;»–, η αστυνόμος ήθελε να το διαπιστώσει με τα ίδια της τα μάτια. Ή μάλλον με τα ίδια της τα χέρια, αφού, δίνοντας το μπουφάν της στον αστυνόμο, έμεινε μ’ ένα μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι με το logo Megadeath και γονατίζοντας άρχισε να σκαλίζει τα χώματα στην περιφέρεια και στις γωνίες του χαντακιού.
Χώνοντας τον δεξή της πήχη βαθιά στη γη, πασπάτεψε κάτι στρογγυλεμένο και το τράβηξε όσο πιο μαλακά γινόταν. Το κρανίο διαλύθηκε σχεδόν μέσα στη χούφτα της και ο επικεφαλής της Σήμανσης συγκέντρωσε τα θραύσματα στο ειδικό σακουλάκι. Η αστυνόμος συνέχισε την ανασκαφή, αλλά τα υπόλοιπα ευρήματα δεν ήταν εξίσου εντυπωσιακά: μερικά ακόμα θρυμματισμένα οστά, η λαστιχένια σόλα ενός αντρικού παπουτσιού, μια αγκράφα. Προτού εγκαταλείψει την προσπάθεια, ψαχούλεψε πάλι τον σωλήνα στο σημείο που βυθιζόταν στο νωπό χώμα. Το δάχτυλό της σκάλωσε σε κάτι. Έχωσε το χέρι της πιο βαθιά και τέντωσε τα δάχτυλά της. Ύστερα τα τράβηξε έξω, αναφωνώντας: «Όπα! Τι έχουμε εδώ;».
Από τον δείκτη της κρεμόταν ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι που είχε διατηρηθεί ανέπαφο, καθώς οι χάντρες του ήταν περασμένες σε μια ασημένια αλυσίδα. Το σκούπισε πρόχειρα στο παντελόνι της, αδιαφορώντας για τις λάσπες, και το σήκωσε στο φως. Μετά έριξε το κομπολόι στο ειδικό σακουλάκι και το φύλαξε σε μια εσωτερική τσέπη του μπουφάν της.
1
Από την περσινή άνοιξη του 2015 τα πάντα είχαν έρθει τα πάνω κάτω. Φυσικά, την κάθε αλλαγή κυβέρνησης ακολουθούν κρίσεις στα Σώματα Ασφαλείας, εν προκειμένω όμως, όπως γράφτηκε σε έγκριτη εφημερίδα: «Στελέχη της λεωφόρου Κατεχάκη μιλούν για “αποχώρηση από την ΕΛ.ΑΣ. ιδιαίτερα εξελίξιμων αξιωματικών με αστυνομικά προσόντα, οι οποίοι υπολογίζονταν τα επόμενα χρόνια για τις κορυφαίες θέσεις και την καθοδήγηση του αστυνομικού σώματος”. Ταυτόχρονα κάνουν λόγο για επιλογές που δεν σχετίζονται με αυστηρώς υπηρεσιακά κριτήρια».
Αυτό το περσινό, πάντως, ήταν αλλούτερο, όπως επαναλάμβανε αδιάκοπα ο αστυνόμος Γεωργίου. Είχε ξαναρχίσει το κάπνισμα, για να ξεπεράσει το σοκ και την οργή του. Πού ξανακούστηκε να τοποθετηθεί μια γυναίκα επικεφαλής στην Υποδιεύθυνση Εγκλημάτων κατά Ζωής; Ήταν, βέβαια, η αρχαιότερη και σπουδαγμένη στο Πάντειο, αυτό της το αναγνώριζε, αλλά πρώτη φορά θα ήταν που θα παραβίαζαν την ιεραρχία, αν την παρέλειπαν;
Δεν ήταν μόνο η τοποθέτηση της Μαρίτας Σπανουδάκη, της πιο παλιάς φίλης του Χάρη Νικολόπουλου στο Σώμα, στην Υποδιεύθυνση Εγκλημάτων κατά Ζωής που προκάλεσε απανωτά εγκεφαλικά στην ανδροκρατούμενη ΓΑΔΑ. Ακολούθησε και η πρώτη ενέργεια της Σπανουδάκη, να ζητήσει τη μετακίνηση της Αΐντας Μητροπούλου από την Υποδιεύθυνση Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος στο δικό της γραφείο. Όσοι δεν γνώριζαν την Αΐντα πήγαν να το ρίξουν στην πλάκα, αστειευόμενοι για τις συνταγές για σουτζουκάκια που θα αντάλλασσαν οι δύο γυναίκες, μετά όμως έπεσαν πάνω στη Μητροπούλου και τους κόπηκε κάθε διάθεση για πλάκες. Και, καθώς η Μητροπούλου ήταν κόρη στρατιωτικού και δεν μπορούσαν να της προσάψουν αριστερές διασυνδέσεις, οι συνάδελφοί της απέδωσαν την προαγωγή της «σ’ εκείνη τη μαλακία, τις ποσοστώσεις».
Στο κυλικείο, ο Μανώλης ο καφετζής, που παρακολουθούσε τα πάντα φτιάχνοντας σάντουιτς και καφέδες και δεν του ξέφευγε κανένα κουτσομπολιό παρά το συνεχές φςςςςς της εσπρεσιέρας, ανέπτυξε στον Γεωργίου τη δική του θεωρία.
«Αυτή η αλεπού η Σπανουδάκη είναι Κρητικιά. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, έναν Κρητικό θα βρεις από κάτω! Γιατί, εδώ που τα λέμε, πού θα έβρισκαν αριστερό αστυνομικό στο Σώμα; Έχωσαν την Πασόκα για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, που λέει ο λόγος. Πού το ξέρω ότι η Σπανουδάκη είναι Πασόκα; Γιατί, εσύ ξέρεις κανέναν Κρητικό που να μην είναι;»
Μετά το ξήλωμα του κυκλώματος επίορκων αστυνομικών που κάλυπτε ένα δίκτυο τράφικινγκ, το 2012, κάποιες υποδιευθύνσεις είχαν μείνει ακέφαλες – όχι τυπικά, αλλά ουσιαστικά. Το πολύπαθο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης είχε αλλάξει ξανά ονομασία και μετονομάστηκε σε Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, και μαζί με την ονομασία του άλλαξαν πολλά. Ανάλογα με τη θέση και τα συμφέροντα του καθενός, κάποιοι λίγοι χαιρέτισαν τις αλλαγές διθυραμβικά, ενώ η πλειοψηφία τις θεώρησε ως το πρώτο βήμα προς την καταστροφή. Για παράδειγμα, προκάλεσε σούσουρο το γεγονός ότι ο Παρασκευάς Γερασιμίδης, το δεξί χέρι του Χάρη Νικολόπουλου που τον είχε αντικαταστήσει για λίγο στην Υποδιεύθυνση Εγκλημάτων κατά Ζωής, ορίστηκε νέος προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων. Οι συνάδελφοί του στοιχημάτιζαν σε πόσους μήνες θα εξαναγκαζόταν σε παραίτηση.
Η Αΐντα Μητροπούλου είχε επιστρέψει στις αρχές του 2016, ύστερα από μια μεγάλη άδεια άνευ αποδοχών. Είχε χαθεί ξαφνικά, χωρίς να το πάρει είδηση κανείς. Το κατάλαβαν όταν τους έλειψε – όχι η παρουσία της, αλλά η φασαρία της. Οι μόνοι που ήξεραν τον λόγο της απουσίας της ήταν ο Παρασκευάς και η Μαρίτα, κρατούσαν όμως σφραγισμένο το στόμα τους. Έτσι, όταν μια μέρα η νεαρή αστυνόμος εμφανίστηκε πάλι, κάποιοι λίγοι συνάδελφοι έσπευσαν να την καλωσορίσουν. Η Αΐντα όμως τους έκοψε τον βήχα. Τους έριξε μια ματιά σαν να ήταν όλοι τρελοί, σαν να μην είχε λείψει ούτε μία μέρα, και πήγε να παρουσιαστεί στον καινούργιο ΓΑΔΑρχη.
Έτσι, όταν μια μέρα η νεαρή αστυνόμος εμφανίστηκε πάλι, κάποιοι λίγοι συνάδελφοι έσπευσαν να την καλωσορίσουν. Η Αΐντα όμως τους έκοψε τον βήχα. Τους έριξε μια ματιά σαν να ήταν όλοι τρελοί, σαν να μην είχε λείψει ούτε μία μέρα, και πήγε να παρουσιαστεί στον καινούργιο ΓΑΔΑρχη.
Όπως ήταν φυσικό, ο παλιός ΓΑΔΑρχης γνώριζε τον λόγο της απουσίας της, αλλά το τελευταίο διάστημα βρισκόταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση και κανείς δεν τολμούσε να τον ρωτήσει οτιδήποτε. Όντας κλασικός μπάτσος, γεννημένος και μεγαλωμένος στα χωριά της Πηνείας του νομού Ηλείας, από οικογένεια εθνικοφρόνων και με παππού που τον είχαν εκτελέσει οι αντάρτες, δεν μπορούσε να αποδεχτεί το γεγονός ότι η αριστερή λαίλαπα είχε καταλάβει την εξουσία. Τα προβλήματα της Αΐντας ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε.
Η νεαρή αστυνόμος ήταν πιο αδύνατη από ποτέ, παρότι οι μύες της διαγράφονταν ατσάλινοι κάτω από τη χαρακτηριστική στολή της: μαύρα μπλουζάκια με ονόματα συγκροτημάτων μπλακ και ντεθ μέταλ, μαύρο μπλουτζίν και μαύρο μπουφάν χειμώνα καλοκαίρι. Όταν ένας φρουρός στην είσοδο της ΓΑΔΑ τη ρώτησε αν ακούει μέταλ, νομίζοντας ότι είχε βρει στο πρόσωπό της την αδελφή ψυχή του, εκείνη του έκοψε τον βήχα, δηλώνοντας ότι σιχαίνεται τα μέταλλα, αλλά φοράει τα μπλουζάκια για να βλέπει τον τρόμο και την αηδία στα πρόσωπα των συναδέλφων: Ακόμα κι όσοι δεν τα μιλούσαν τα εγγλέζικα έπιαναν το νόημα ονομάτων όπως οι Necrophagia, Thanatos, Atheist.
Η Υποδιεύθυνση Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής καταλάμβανε το μισό εμβαδόν του ορόφου και βάσει του οργανογράμματος θα έπρεπε να διαθέτει πενήντα αστυνομικούς όλων των βαθμών, αν και εκείνη την εποχή είχε λιγότερους, καθώς δεν είχαν αντικατασταθεί ακόμη όλοι όσοι είχαν αποχωρήσει με εθελούσια έξοδο ή είχαν αποταχθεί και συνταξιοδοτηθεί πρόωρα. Παρότι δηλαδή υπήρχε άπλετος χώρος και αρκετά γραφεία ελεύθερα για την εγκατάστασή της, η πρώτη κίνηση της Μητροπούλου ήταν να επιτάξει μια μικρή αποθήκη που βρισκόταν μέσα στο γραφείο της Σπανουδάκη και κάποτε εκτελούσε χρέη αρχείου. Μετά την ψηφιοποίηση των φακέλων της νέας χιλιετίας και τη μεταφορά των παλαιότερων στο τέταρτο υπόγειο της ΓΑΔΑ, οι συνάδελφοι είχαν αρχίσει να στοιβάζουν εκεί διάφορα άχρηστα της υποδιεύθυνσης, όπως πληκτρολόγια, μονάδες υπολογιστών, φαξ και εκτυπωτές που χρειάζονταν επισκευή. Για την περίπτωση που θα βρισκόταν ποτέ κάποιος με διάθεση και χρόνο να τα επισκευάσει. Η Αΐντα, με τη βοήθεια του φίλου της του Φούλη, ενός νερντ από την Υποδιεύθυνση Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, ξεφορτώθηκε τα πάντα, χρήσιμα και άχρηστα, παρά τις διαμαρτυρίες των υπολοίπων, κρατώντας μόνο ένα παλιό ξύλινο γραφείο και μια καρέκλα καφενείου, τα οποία στρίμωξε στο τυφλό δωματιάκι. Όταν η Μαρίτα τής πρότεινε να της εξασφαλίσει μια σύγχρονη ανατομική καρέκλα, η Αΐντα αρνήθηκε κατηγορηματικά. «Δεν θέλω βολική καρέκλα, γιατί θα χαλαρώνω και θα πάψει να λειτουργεί το μυαλό μου. Θέλω να είμαι συνέχεια στην τσίτα μην τυχόν πέσω από την καρέκλα, να με πονάει ο κώλος μου για να έχω λόγο να βγαίνω στους δρόμους».

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Αθήνα, άνοιξη του 2016, και η χώρα παλεύει ακόμη με την οικονομική κρίση. Πυρκαγιές καταστρέφουν παλαιά σπίτια του κέντρου και εγκαταλειμμένα βιομηχανικά κτίρια, ενώ στους δρόμους του Μεταξουργείου βρίσκονται δολοφονημένες αλλοδαπές σεξεργάτριες. Λόγω των πολλών ανοιχτών μετώπων, όταν στο παλιό εργοστάσιο της Columbia θα βρεθούν δύο σκελετοί κι ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι, σαν επιθανάτιο στολίδι, μόνο η αστυνόμος Αΐντα Μητροπούλου θα θελήσει να ερευνήσει αυτή την ανεξιχνίαστη υπόθεση. Με τη βοήθεια ενός Ρομά αστυφύλακα, ενός αστυνομικού νερντ της τεχνολογίας και μιας ομάδας γκραφιτάδων, κυρίως όμως με τη βοήθεια του παλιού της φίλου, του Χάρη Νικολόπουλου, η Αΐντα θα περιπλανηθεί στις γειτονιές του υποβαθμισμένου κέντρου, στα προσφυγικά της Καλλιθέας και στο ερειπωμένο παλιό εργοστάσιο της Columbia, αναζητώντας τον μίτο που συνδέει παλιές και καινούργιες δολοφονίες, εξαφανισμένους μουσικούς και παλαίμαχους δημοσιογράφους, ανθρώπους της νύχτας και επαγγελματίες κακοποιούς. Γιατί όπως λέει συχνά ο Χάρης Νικολόπουλος, ποτέ τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται∙ αλλά ούτε φαίνονται όπως είναι.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Χίλντα Παπαδημητρίου γεννήθηκε το 1957 στην Καλλιθέα. Σπούδασε νομικά και για μία εικοσαετία είχε ένα δισκάδικο στη Νέα Σμύρνη. Από το 1995 ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση λογοτεχνίας και δοκιμίων για την τέχνη και την ιστορία των πολιτικών κινημάτων. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων: Percival Everett, John Barth, Joyce Carol Oats, Dashiell Hammett, Jonathan Coe, Bob Dylan, Leonard Cohen, Ian Rankin, Graeme McCray Burnet, κ.ά. Από το 2011 γράφει μια σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων (Για μια χούφτα βινύλια, Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς, Η συχνότητα του θανάτου, Ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου, όλα στις εκδόσεις Μεταίχμιο). Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί στη σειρά Ελληνικά Εγκλήματα 5, 6 και 7 (Καστανιώτης), Ο πρώτος σταθμός (Μεταίχμιο), κ.ά. Έχει γράψει δύο μουσικές μονογραφίες (Beatles, Clash, Απόπειρα), και δύο δοκίμια, για την ιστορία του φεμινιστικού κινήματος (Το φάντασμα μιας δεκαετίας, εκδόσεις Δελφίνι) και για το φλίπερ (Multiball: οχτώ κείμενα για το φλίπερ, Αλεξάνδρεια). Είναι τακτική συνεργάτης της ιστοσελίδας για το βιβλίο bookpress.gr και της μουσικής ιστοσελίδας mic.gr.




















