prodimosieusi manikas

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Φώτη Μανίκα «Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Το είπε.

«Μαρία, θα φύγω».

Το κράταγε καιρό. Η κατάλληλη στιγμή δεν ήρθε ποτέ.

Της Μαρίας της βγήκε γέλιο. Αυτός δεν άλλαξε βλέμμα. Κόλλησε στη μύτη της. Πού στο καλό είναι η σερβιτόρα; Είχε πιάσει την πάρλα με δυο ζωγράφους που κάθονταν στην μπάρα. Το γέλιο τους έφτανε μέχρι έξω. Να πάρει τον κώλο της να έρθει. Πήρε ανάσα να τη φωνάξει. Δεν βγήκε φωνή. Κι αυτός εκεί, δεν άντεχε άλλο να τον βλέπει. Ήθελε να του ρίξει μπουνιά. Θα της έτρωγε τη μύτη. Πώς κοίταγε έτσι; Συγκεντρώθηκε σ’ ένα σημείο και μετά σκλήρυνε. Ήθελε κι αυτή να σκληρύνει. Αυτός γιατί μπορούσε, ενώ εκείνη όχι; Τι θα γινόταν άμα η σερβιτόρα ερχόταν στην ώρα της; Άμα δεν υπήρχαν οι ζωγράφοι, άμα το μαγαζί καιγόταν, άμα του έβαζε φωτιά μ’ ένα μπιτόνι βενζίνη. Έμεινε κολλημένη στη θέση της. Τώρα πάει. Όλα πάνε.

Τον άκουσε να το λέει. Θα φύγω. Του έφυγε κι ένα βάρος. Πάλι της ήρθε να γελάσει. Τι στον διάολο συμβαίνει; Ούτε τώρα. Φώναξε πάλι τη σερβιτόρα. Φωνή μηδέν. Ήθελε ακόμα λίγο. Όλα γίνονται μέσα σε μια στιγμή. Έτσι δεν λένε; Εκεί που δεν το περιμένεις.

Με το που κάτσανε στις καρέκλες έπαιρνε ωραία στάση η μέση τους, όπως κάθονται τα παλιά ζευγάρια, όλη η πλάτη πίσω. Κουβέντα καμιά στο μεταξύ τους. Έπρεπε να το περιμένει.

Η Μαρία έβγαλε το μπουφάν. Το φόρεσε στην πλάτη της καρέκλας. Εκείνος ίσιωνε τα μπατζάκια στο παντελόνι του. Δεν τον έβλεπε; Κάτι συνέχιζε να τον ενοχλεί. Σήκωσε την αριστερή του κάλτσα. Να το πω; Ψηλάφησε μηχανικά το φερμουάρ της ζακέτας του. Τώρα; Του άρεσε πολύ το πάνω κάτω του φερμουάρ. Το έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τώρα, τώρα, τώρα!!! Από τα διπλανά τραπέζια ένας γέλασε. Μπορεί να ήτανε και βήχας.

Η Μαρία έτοιμη να τον ρωτήσει. Φώτισε απότομα το πρόσωπό του. Αλλά γαμώτο, την πρόλαβε εκείνος. Τώρα, τώρα, τώρα!!! Όλο αυτό το πράγμα εκφράστηκε μόνο του. Τόσο απλό.

Μαρία θα φύγω.

Η Μαρία έτοιμη να τον ρωτήσει. Φώτισε απότομα το πρόσωπό του. Αλλά γαμώτο, την πρόλαβε εκείνος. Τώρα, τώρα, τώρα!!! Όλο αυτό το πράγμα εκφράστηκε μόνο του. Τόσο απλό.

Μαρία θα φύγω.

Η Μαρία κατάπιε τη γλώσσα της. Ένιωσε να καταπίνει ψάρι. Έγινε η ίδια ψάρι για να το καταπιεί. Έτσι είναι η ζωή. Οι άντρες έρχονται και φεύγουν. Τους παίρνουνε πίσω τα ρεύματα. Μόνη της εκεί κάτω, μέσα στα ψάρια και τον πάτο. Γύρω της το βαθύ κατατονικό μπλε. Οπότε ναι.

Ξύπνα, Μαρία!

Σπίτι της, καθότανε αυτός στον καναπέ, στο χέρι του σαν να κράταγε τσιγάρο χωρίς να κρατάει. Της είπε να πάνε για μπίρα, ότι «έχει καλό καιρό, πάμε». Σκατά καιρό είχε. Δεν πρότεινε ποτέ κάτι. Όλο αυτή κανόνιζε. Ούτε τότε της πήγε το μυαλό.

Εεε, τι θα γίνει;

Την παρακολουθούσανε δυο τύποι από διαφορετικά τραπέζια. Στο μαγαζί είμαστε. Ο πρώτος φόραγε μαύρα κι έπαιζε κάτι κλειδιά. Ο άλλος φόραγε την μπλούζα μέσα από το τζιν. Της βγήκε ένα σιγανό γέλιο, κράτησε μερικά δευτερόλεπτα. Το βλέμμα της τρύπαγε το τραπέζι. Τέρμα τ’ αστεία. Εκείνος στον κόσμο του. Είχε ξεκολλήσει από τη μύτη της. Δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Σκέφτηκε χίλιους δυο τρόπους να της μιλήσει. Διάλεξε τον χειρότερο. Σταμάταγε σ’ ένα σημείο μόνο δυο τρία δευτερόλεπτα. Μετά πάλι από την αρχή. Μπορούσε να της πει ότι το σκέφτεται, ότι πάνε μέρες, μπορεί και μήνες (ας μην έλεγε χρόνια). Δεν θα ήταν το ίδιο σκληρό. Άμα το έκανε έτσι θα ήταν άλλος.

Οπότε και φτάσανε σε αυτό το σημείο.

Η Μαρία ξέσπασε στο μάτι της. Πίεζε, έτριβε, η φαγούρα μεγάλωνε. Αυτός στριφογύριζε στη θέση του. Έψαχνε να ισοφαρίσει. Κι αμέσως, να! Τον έπιασε αυτό που τον πιάνει. Το βουητό. Οι χτύποι σαν να βαράει βαριοπούλα. Τι το ήθελε να ισοφαρίσει; Αφού του γυρνάει ανάποδα. Στην αρχή δεν το πιστεύει για δικό του· έτσι ξεκινάει πάντα. 

Πες, ρε παιδί μου, ότι ξεκινάει έτσι.

Η Μαρία να τρίβει το μάτι της. Αυτός κοίταζε κάτι σκοτάδια πίσω από τη Μαρία. Στην Καλλιδρομίου είχανε καεί στη σειρά τρεις λάμπες. Μπροστά αποκεί που κάθονταν. Καμιά δεκαριά μέτρα μετά τη Ζωσιμάδων οι λάμπες άναβαν ακόμη.

Της το είπε τόσο ξερά, ούτε ο ίδιος το περίμενε. Πώς στον διάολο γίνανε έτσι; Φαινόταν δίχως επιστροφή. Άμα φεύγεις, φεύγεις. Η ταραχή δεν έφευγε. Τα σκοτάδια το γύρναγαν όλο πίσω, του το έτριβαν στη μούρη. Το μόνο που δεν ήθελε αυτή τη στιγμή. Τι ωραία φλέβα. Πω, πω. Μεγάλη, καταπράσινη. Χώριζε το κούτελό του στα δύο.

Είδε ξαφνικά τον έλικα.

Μαρία, κοίτα!

Πού μωρέ; 

Εκεί! 

Τέντωσε το χέρι του. 

Δεν βλέπω τίποτα, είπε η Μαρία. 

Πού να δει; Άμα συνέχιζε να τρίβει, σε λίγο δεν θα υπήρχε μάτι. Περίμενε να δει τι θα γίνει. Ακούγεται πιο σωστό για τη Μαρία. Σιγά σιγά της ερχόταν η δύναμη κι όλο κατάπινε σάλιο. Σταμάτησε να τρίβει και τον κοίταξε.

Τη μια στιγμή όμορφος· την άλλη άσχημος.

Της ήρθε να σηκωθεί. Να φέρει δυο γύρες πάνω κάτω στην καφετέρια. Τη βοηθούσε να σκεφτεί. Άμα ήταν οι δυο τους θα το έκανε. Θα φώναζε κιόλας. Όταν σηκώνεται πάνω της αρέσει να φωνάζει. Έγινε ένα με την καρέκλα. Έπνιγε τα χερούλια από τα νεύρα της.

Είσαι σίγουρος γαμώτο;

Το φώναξε. Δεν την ένοιαξε. Και που υπήρχε κόσμος τι; Όλοι την πάρτη τους κοιτάνε.

Ναι, είμαι!

Το φώναξε κι αυτός. Σιγά μην άφηνε. Του άρεσε να την αντιγράφει. Bιάστηκε να το παίξει και πνίγηκε με το σάλιο του. Ο τύπος με τα μαύρα έφυγε. Αυτός με τα κλειδιά. Ανέβηκε σε μια μηχανή που γκάριξε μόλις την άναψε. Μέχρι να φύγει την κοίταγε. Σαν λιγούρης έκανε. Ο άλλος ήταν ακόμη στο τραπέζι μ’ έναν φίλο του. Πίνανε σόδες. Άνοιξαν έναν χάρτη της Ελλάδας.

Très bel après-midi, vous ne trouvez pas?

On va jouer aux cartes?

Κωλοτουρίστες!

Ένα ταξίδι δεν πήγανε φέτος. Το καλοκαίρι που έρχεται προβλέπεται κόλαση. Ταξίδι είχανε να πάνε από πέρυσι στην Αμοργό. Την έπιασε στεναχώρια. Ακόμη δεν μπορούσε να καταλάβει τι θέμα είχανε. Μαντεψιές έκανε. Δεκαπέντε μέρες γύριζαν την Αμοργό με το μηχανάκι. Τις μισές με σκηνή στα Κατάπολα. Η Μαρία με ουρολοίμωξη. Τις άλλες μισές σε δωμάτιο στη Χώρα. Η Μαρία ανάρρωνε από την ουρολοίμωξη. Χτύπησε μια καμπάνα, τυχαίο γεγονός. Αυτός να βήχει σαν γέρος, το έκανε επίτηδες. Η Μαρία κάρφωσε το χέρι στα μπούτια της. Τον φαντάστηκε να τρέχει. Του φόρεσε το κοντό σορτσάκι του Γκάλη από τον τελικό του ’87 με τη Σοβιετική Ένωση. Δεν άντεχε να τον ακούει. Την πιάνανε νεύρα.

Ήτανε ίδιος ο Γκάλης όταν της μίλησε.

Θα πάω στην Ευρώπη. 

Στα καλά καθούμενα. Χωρίς να ρωτήσει. Βραχνιασμένος. Δεν είπε χώρα. Το άφησε μετέωρο. Σαν μουρλός της έμοιαζε τώρα. Τα μαλλιά του πετάγανε. 

Τι να κάνεις στην Ευρώπη; 

Να πιάσω δουλειά. 

Άρχισε το γνωστό στριφογύρισμα. Δεν ισοφάριζε με τίποτα. Ανακάθισε στη θέση του λες και καθόταν σε καρφιά. Το παντελόνι τρίφτηκε στα μπούτια του. Την καύλωναν τρομερά τα κοτλέ του. Ακόμα και τώρα μέσα στα νεύρα της ένιωσε κάτι. Άμα ήταν πολύ δυνατό την έπιανε ότι κατουριέται αλλά ήξερε να τα ξεχωρίζει. Έκοψε απότομα, δεν είχε νόημα.

Άρχισε το γνωστό στριφογύρισμα. Δεν ισοφάριζε με τίποτα. Ανακάθισε στη θέση του λες και καθόταν σε καρφιά. Το παντελόνι τρίφτηκε στα μπούτια του. Την καύλωναν τρομερά τα κοτλέ του. Ακόμα και τώρα μέσα στα νεύρα της ένιωσε κάτι. Άμα ήταν πολύ δυνατό την έπιανε ότι κατουριέται αλλά ήξερε να τα ξεχωρίζει. Έκοψε απότομα, δεν είχε νόημα. Κοίταξε τη σερβιτόρα που ερχόταν φουριόζα στο τραπέζι τους. Οι ζωγράφοι γίνανε πουλιά. Δεν υπήρχαν εμπόδια πια. Δυο άδεια ποτήρια μπίρας πάνω στην μπάρα. Από κοντά ήτανε τόσο γυάλινη. Έτοιμη να σπάσει ήτανε. Άφησε τα νεράκια πάνω στο τραπέζι. 

Φέρε μας δυο λάγκερ! 

Κουνιόταν σαν μαλάκας. Η Μαρία κατάλαβε. Για κάποιον λόγο είχε συμπαθήσει τη σερβιτόρα. Έμοιαζε με μια παλιά της συμμαθήτρια. Της ζήτησε ευγενικά λίγο πάγο. 

Παγώνει το παγόνι; 

Έπιασε κι η Μαρία να ψάχνει στα σκοτάδια. Κοίταγε πότε θα πετύχει τον έλικα που της είπε. Προτιμούσε τον έλικα. Άμα της έλεγε τι δουλειά βρήκε θα ξενέρωνε. Ήθελε να το αφήσουν έτσι στο φλου. Μπας και δεν γίνει. Ορισμένες φορές υπήρχε ο έλικας. Ήτανε τεράστιος σαν προπέλα πλοίου. Άλλες φορές όχι. Πέρασε ένα αυτοκίνητο με αναμμένες τις μεγάλες σκάλες. Πόσοι από την καφετέρια κατεβάσανε τα γυαλιά ηλίου στα μάτια τους. Η ατμόσφαιρα άλλαξε απότομα. Μέχρι να τους φέρει τις μπίρες παίξανε το κουίζ για τη σερβιτόρα.

Φοράει κολλητό τιραντέ για να διαγράφονται οι ρώγες της ή ο σταυρός της;

Αυτός επέλεξε τις ρώγες. Γι’ αυτό της ζήτησε να το παίξουν. Η Μαρία ήθελε την επιλογή «τίποτα από τα δύο». Δεν υπήρχε τέτοια επιλογή στο κουίζ. Του πρότεινε να κάνουνε τρεις τις επιλογές για να έχει ενδιαφέρον. Εκείνος αρνήθηκε. Το δικό του κουίζ παίζανε! Τελικά διάλεξε τον σταυρό, αν και σιχαινόταν τους σταυρούς. Της θύμιζαν το σόι της. Παλιά θα γελάγανε με τους ανθρώπους που φοράγανε σταυρό. Θα τους ονόμαζαν και υποψήφιους τάφους ή φορητά νεκροταφεία. Στα παλιά κουίζ θα βάζανε σίγουρα και την επιλογή «τίποτα από τα δύο».

Αλλά πόσο να αλλάξει η κωλοατμόσφαιρα;

Η Μαρία άρπαξε το ποτήρι. Κουβέντα δεν είπε για την Ευρώπη. Το σήκωσε στο ύψος των ματιών της και κοίταξε από μέσα (δεν είχανε έρθει ακόμη τα παγάκια). Το έκανε μικρή, όταν την κατσάδιαζε ο πατέρας της μπροστά στους συγγενείς. Γι’ αυτό τον λόγο δεν της αρέσει να πηγαίνει τις Κυριακές στις ταβέρνες. Στις διακοπές που όλοι χαλαρώνουνε κι αφήνουν τον εαυτό τους χωρίς λουριά, αυτή προτιμάει τα λουριά. Χίλιες φορές.

Κανένας δεν μπορούσε να της πάρει το ποτήρι. Μια φορά που το προσπάθησε η μάνα της, η Μαρία της δάγκωσε το χέρι.

Ο πατέρας της γινόταν καλύτερος στο ποτήρι γιατί δεν έμοιαζε με πατέρα. Και τι δεν έλεγε το στόμα του. Έπαιρνε φωτιά αλλά την έσβηνε αμέσως το νερό. Ήταν καλή ιδέα, δεν ένιωθε τύψεις. Ακόμα πατέρας της ήταν, πάντα θα ήταν. Κάθε ξημέρωμα πνιγόταν από τα φλέματα του τσιγάρου. Αυτή ήταν η τιμωρία του (μαζί και η δική της). Για χρόνια τον άκουγε να τρέχει στην κουζίνα, να παίρνει το κρυστάλλινο ποτήρι από το ντουλάπι, να το γεμίζει νερό, να καταπίνει τον εαυτό του.

Φτάνει πια!

Τώρα γιατί το σήκωσε; Α ναι.

Ήπιε όλο το νερό χωρίς να διψάει. Όταν το άφησε κάτω ένιωσε ανακουφισμένη. Εκείνος ήταν ήσυχος. Θα μπορούσανε να κάτσουν με τις ώρες χωρίς να μιλάνε. Αντί για αυτό κοιτάξανε ψηλά.

Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό. Έκαναν ώρα μέχρι να ξετρυπώσουν κάποιο αστέρι. Πολλές φορές μπερδεύανε τα αστέρια με αεροπλάνα. Όταν τα κατάφεραν, κολλήσανε πάνω του. Ο καθένας στο δικό του, όπως η μεριά τους στο κρεβάτι.

Μέχρι που ήρθανε οι μπίρες. Ο πάγος ακόμη έρχεται. Τους έφερε φιστίκια, άναψε το κερί στο τραπέζι. Το δέρμα στα χέρια της σερβιτόρας είχε πανάδες από περασμένα μαυρίσματα. Τα νύχια της φαγωμένα από το άγχος. Τα δικά του γεμάτα τσόφλια γιατί έπιασε να καθαρίζει όλα τα φιστίκια από το πιατάκι. Της Μαρίας της αρέσανε τα τσόφλια. Της άρεσε να σπάει το χοντρό αλάτι στα δόντια της. Τον κοίταξε θυμωμένη. Δεν θα της άφηνε ούτε μισό φιστίκι έτσι όπως πήγαινε. Ήθελε να του χύσει την μπίρα στη μούρη. Όταν σήκωσε το βλέμμα του από το πιατάκι εκείνη κοίταγε αλλού. Ήθελε να της πει κάτι, χτύπαγε νευρικά το πόδι του. Η Μαρία τον έκρυψε με το χέρι της. Δεν γούσταρε. Ήθελε να είναι κάπου μόνη της. Αυτός δεν το έβαλε κάτω. Προσπάθησε να δει ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά της. Τον κατάλαβε και τα σφράγισε μεταξύ τους. Μείνανε ώρα έτσι. Πηγαινοέρχονταν μηχανάκια. Αυτός δεν είχε τι άλλο να κάνει. Έπιασε πάλι το φερμουάρ. Όταν της πέρασε, κατέβασε αργά το χέρι της. Ήταν πιο ήρεμη. Παραλίγο να βάλει τα κλάματα από την αίσθηση του κρύου τραπεζιού. Την είδε και του έφυγε τελείως η αγωνία. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Χαρούμενη μουσική απλώθηκε στον δρόμο. Όλοι γυρίσανε να δουν. Από τα σκοτάδια πετάχτηκε μια αυτοσχέδια μπάντα με χάλκινα. Τέσσερις πέντε τύποι με όργανα κι ένα κορίτσι με ψάθινο καπέλο και φουστανέλα. Γυρίζανε ανάμεσα στους ανθρώπους. Το κορίτσι είχε το τουμπερλέκι της ανάποδα για να μαζεύει ψιλά. Όση ώρα παίζανε τα χάλκινα, η Μαρία χαμογέλαγε. Τώρα μπορούσε. Ήταν με τα χέρια πλεγμένα στο στήθος της, κούναγε τα μπούτια της πάνω κάτω. Είχε πολύ μακριά χέρια για το σουλούπι της. Έπρεπε να τα πλέκει. Όσο αυτή γέλαγε, εκείνος νευρίαζε. Δεν μπορούσε να καταλάβει πού το έβρισκε τόσο γέλιο. Επικεντρώθηκε στα μαλλιά της. Του θύμιζαν ουρά αλόγου όπως έπεφταν κατάμαυρα και γυαλιστερά στις μασχάλες της. Δεν γινόταν να γελάει πολλή ώρα. Πιανόταν το σαγόνι της. Η μουσική δίπλα στο αυτί της δεν ακουγόταν πια. Σαν κάτι να σκεφτόταν, έχωνε το ένα της νύχι μέσα στ’ άλλο. Γύρισε απότομα προς το μέρος του.

Κάποτε μου είπες ότι δεν πρόκειται να φύγεις ποτέ.

Το είπα;

Το είπες, ναι. 

metaixmio manikas den upurxe pio pisto epixeirima


Λίγα λόγια για το βιβλίο

Δυο άνθρωποι είναι µαζί και µετά δεν είναι πια. Ένας χωρισµός στην Αθήνα γίνεται η αιτία για δύο ξεχωριστές πορείες µέσα στον κόσµο. Ό,τι και να κάνουν όµως παραµένουν φαντασιακά συνδεδεµένοι. Κατοικούν ο ένας στον άλλον και είναι ο ένας του άλλου. Ακόµη ερµηνεύουν τα πάντα µέσα από το πρίσµα της σχέσης, χωρίς να το θέλουν, ζουν και αναπνέουν σε ένα εδώ και τώρα που δεν έχει καµία σχέση µε το πριν. Όλα όµως τους µοιάζουν τόσο ίδια. Μέσα από µια εναλλαγή τόπων οι ήρωες έρχονται αντιµέτωποι µε την απώλεια και χωρίς να το αντιλαµβάνονται αλλάζουν κάθε στιγµή.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Φώτης Μανίκας γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Το 2023 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγηµάτων µε τίτλο Δεν θυµάµαι να υπήρχε κάποια πόρτα κοντά µας από τις εκδόσεις Loggia. Το βιβλίο βραβεύτηκε στα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού Ο αναγνώστης, στην κατηγορία Πρωτοεµφανιζόµενου συγγραφέα, και την ίδια χρονιά έλαβε εξ ηµισείας το βραβείο «Μένης Κουµανταρέας» από την Εταιρεία Συγγραφέων.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Ο Γιώργης Χαριτάτος μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική του συλλογή «Πρώτη ύλη» (εκδ. Βακχικόν).

Επιμέλεια: Book Press

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν; Ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;

...
«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Ζησιμόπουλου «Καύση τελεία και παύλα» (εκδ. Νίκας). Εικόνα: Ο πίνακας του Χάινριχ Φούγκερ «Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στην ανθρωπότητα».

Γράφει ο Γιώργος Βέης

«Ποια χέρια σφίγγουν το τιμόνι;/ Δεν είναι τ...

«Η αφήγηση της φιλοσοφίας» των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Θεοδωρακέα – Χαρτογραφώντας την περιπέτεια των ιδεών και των εννοιών

«Η αφήγηση της φιλοσοφίας» των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Θεοδωρακέα – Χαρτογραφώντας την περιπέτεια των ιδεών και των εννοιών

Για το βιβλίο ιστορίας της φιλοσοφίας των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Ι. Θεοδωρακέα «Η αφήγηση της φιλοσοφίας. Μια κοινωνική ιστορία τής δυτικής σκέψης – τόμος Α΄:  Αρχαία φιλοσοφία» (εκδ. Αλεξάνδρεια). Εικόνα: Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης στον πίνακα του Ραφαήλ «Η σχολή των Αθηνών».

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη. ...

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β' μέρος με 33 ποιήματα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...
Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Λίγα λόγια για τον Τόμας Μαν (1875-1955) και τις νέες εκδόσεις των έργων του με αφορμή την «απελευθέρωση» των συγγραφικών του δικαιωμάτων, μετά τη συμπλήρωση 70 ετών από τον θάνατό του, το 1955. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ