
Προδημοσίευση ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων του Ξάνθου Μαϊντά «Το δάκρυ της κληματαριάς και άλλες ιστορίες» (εικονογράφηση: Βάσω Λεουνάκη), η οποία θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Η ΓΑΤΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ
Δεν ήταν γάτα αυτή. Όχι, δεν ήταν. Μεταμορφωμένη τίγρις, άγρια, που δεν κατάφερε ποτέ της να εξημερωθεί. Και το ότι ζούσε με τους ανθρώπους, κι αυτό ένα μυστήριο της φύσης ήταν. Γι’ αυτό και μας τη χάρισε το προηγούμενο αφεντικό της, αφού έκανε τη δουλειά του. Είχε, λέει, στο κτήμα του ενσκήψει μεγάλος αριθμός από ποντίκια. Χρόνια εγκαταλειμμένο μετά το θάνατο του πατέρα του, κι όταν γύρισε από τη Γερμανία και άρχισε να το δουλεύει βρήκε τα ποντίκια κατά εκατοντάδες – ένα είδος μικρού ποντικού και όχι σαν τους αρουραίους των αγρών. Η παλιόγατα αυτή τακτοποίησε το ζήτημα σε λίγους μήνες, ή μάλλον σε λίγες εβδομάδες. Και πλέον δεν ξαναφάνηκε το βρόμικο τρωκτικό.
Έχοντας κάνει τη δουλειά του λοιπόν, μας τη χάρισε, μαζί με τις συμβουλές του: «Όχι πολύ φαΐ, λίγο, και μέρα παρά μέρα, για να συνεχίσει να κυνηγάει. Και θα σας έχει τον τόπο πεντακάθαρο. Και όχι χάδια, μην της δίνεται θάρρος. Δεν θέλει κι ούτε χρειάζεται τέτοια». Όνομα δεν μας είπε, μα δεν της βγάλαμε κι εμείς. Έτσι, με το γατί της περιοχής μας είχαμε μια καθαρά επαγγελματική σχέση. Κι όταν από καιρού εις καιρόν βρίσκαμε κανένα ποντικό σκοτωμένο, καταλαβαίναμε πως η δικιά μας είχε επιτελέσει το καθήκον της και άφηνε το θύμα της προς επίδειξη της αποτελεσματικότητάς της στα νέα αφεντικά.
Πριν καν την αγγίξω, γύρισε το κεφάλι της και είδα το πιο άγριο και επιθετικό μούτρο ζώου που μεγάλωνε μέσα σε κόσμο, ενώ την ίδια στιγμή σήκωσε απειλητικά το μπροστινό της πόδι προς το μέρος μου έχοντας βγάλει νύχια.
Κατάλαβα ακόμη καλύτερα περί τίνος επρόκειτο όταν ήρθε το γατί και κάθισε κάτω από την καρέκλα μου. Κάποια στιγμή, έχοντας ξεχάσει τις συμβουλές του ανθρώπου που μας την είχε χαρίσει, έτεινα το χέρι εις απόπειρα χαϊδέματος. Πριν καν την αγγίξω, γύρισε το κεφάλι της και είδα το πιο άγριο και επιθετικό μούτρο ζώου που μεγάλωνε μέσα σε κόσμο, ενώ την ίδια στιγμή σήκωσε απειλητικά το μπροστινό της πόδι προς το μέρος μου έχοντας βγάλει νύχια. Και όλα αυτά συνοδεύτηκαν από δύο προειδοποιητικά γρυλίσματα. Εννοείται πως μου έδωσε το χρόνο και εγκαίρως τραβήχτηκα. Τότε ο Στάθης μου είπε: «Άσ’ την, δεν θέλει τέτοια, αυτή είναι τέρας».
Κι όμως, είχε χάρη αιλουροειδούς· είχε δύναμη που χαιρόσουνα να τη βλέπεις. Και υπέροχη τεχνική στην αντιμετώπιση των εχθρών της. Είχε μια αρτιότητα στην εκτέλεση των αστραπιαίων της κινήσεων, που την έκαναν εκτός από αποτελεσματική και αξιοθαύμαστη. Μάλιστα, υπήρξε φορά που την είδα στη μάχη της με ένα φίδι. Την είχε πλησιάσει όταν έκανε τον καθημερινό της περίπατο και έλεγχο γύρω από το χωριό. Στάθηκε απέναντί του με το πόδι της σηκωμένο και το νύχι έτοιμο. Οι δύο αντίπαλοι κοιτάζονταν ακίνητοι, κοκαλωμένοι. Για πότε η γάτα κάρφωσε το νύχι της στο κεφάλι του φιδιού, ούτε που το κατάλαβα. Βλέπετε, είχε σαν καλή νοικοκυρά οριοθετήσει το χώρο της και δεν επέτρεπε την είσοδο σε απρόσκλητους επισκέπτες, λες και ήταν σκυλί, και μάλιστα φύλακας.
Έτσι ακριβώς είχαν τα πράγματα, όταν κάποιο μεσημέρι κατέβηκε στην πλατεία μας ένας άγνωστος σκύλος. Ίσως έψαχνε περισσότερη δροσιά ή λίγο νερό. Πάντως κατέβηκε ανέμελος, μια και δεν ήξερε —ούτε μπορούσε κανείς να φανταστεί— τι τον περίμενε. Η γάτα μας ενοχλήθηκε από την παρουσία του. Τι ζητούσε τώρα αυτός εκεί πέρα και της χαλούσε τη μεσημεριάτικη ραστώνη της; Πρώτα γρύλισε απειλητικά προς τον νεοεισερχόμενο επισκέπτη. Αυτός έκανε πως δεν κατάλαβε. Και τότε οι ελάχιστοι θαμώνες της πλατείας μας είδαν το γατί να κυνηγάει με μένος τον επισκέπτη σκύλο, που έτρεχε γαβγίζοντας με απόγνωση και προσπαθώντας να της ξεφύγει και να εγκαταλείψει το χώρο της πλατείας, όπου εξουσίαζε η μανιασμένη τίγρις μας. Μετά γύρισε στη θέση της, κάτω από μια καρέκλα, για να συνεχίσει τη μεσημεριανή της ξεκούραση, ευχαριστημένη που είχε επιτελέσει για άλλη μια φορά το καθήκον της αλλά και βαριεστημένη. «Ούφ! Πολύ βαρετός αντίπαλος και πολύ λίγος για μένα», νομίζω πως θα σκέφτηκε.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Οι ιστορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο σαν το σιτάρι καλλιεργήθηκαν. Ο σπόρος φύτρωσε, η γη έδωσε καλό κλινάρι, η βροχή δύναμη στο βλαστό, ώσπου ωρίμασε και έβγαλε καρπό. Κι αυτός, πιο χρυσός κι απ’ το χρυσάφι, ρέει και αποζητάει πλέον τη δικαίωση. Ν’ ακουστεί. Μια ιστορία, ένα παραμύθι, είναι για να λέγεται, είναι για να βρει ψυχές να αφομοιωθεί, να γίνει ένα μαζί τους, να μεταπλαστεί για να ζήσει, δηλαδή να μην ξεχαστεί. Και μαζί με την ιστορία, να μην ξεχαστούν οι άνθρωποι, τα λόγια και τα έργα τους. Λόγια της χαράς και του πόνου, έργα καλά και άσχημα. Όλα τους δίδυμα αδέρφια είναι άλλωστε. Τέτοιες είναι οι ιστορίες που ακολουθούν· άλλες τις έζησα κι άλλες τις άκουσα, μέχρι που έγιναν δικές μου. Κι έγιναν κτήμα μου, και μεγάλωσα μ’ αυτές, και τις κράτησα σαν φυλαχτό…
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ξάνθος Μαϊντάς γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1950 στη Νέα Ιωνία Αττικής. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά σε Ελλάδα και Κύπρο. Έχουν περιληφθεί σε σύγχρονες ανθολογίες ελληνικής ποίησης και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά και ρουμανικά. Από το 2006 συμμετέχει ενεργά στις δραστηριότητες του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος, του οποίου είναι πρόεδρος από τον Ιανουάριο του 2011.





















