
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 30 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Αφιερώνεται στους αδικαίωτους
με όποια ευθύνη τούς αναλογεί.
Αόρατος πόλεμος
«Κατάλαβες, σύντροφε Βασίλη;»
«Κατάλαβα. Μα πού γίνεται ο πόλεμος;»
«Μα το ρωτάς! Παντού όπου υπάρχει ζωή, και όχι μόνο. Εξωφρενικό, αλλά γίνεται και εκεί όπου εξουσιάζει ο θάνατος. Δυστυχώς έτσι τα καταφέραμε οι άνθρωποι». – «Δεν σας καταλαβαίνω». – «Βρε, εκεί που σε όλη τη φύση ο πόλεμος σταματά εμείς τον συνεχίζουμε με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Κι εγώ πρόσφατα το αντιλήφθηκα και πήρα μέτρα αυτοπροστασίας. Οι ανυποψίαστοι ενδέχεται να με περάσουν για παράφρονα». – «Δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς υπονοείτε». – «Πώς να το καταλάβεις; Εγώ στην ηλικία σου είχα ήδη πεθάνει τρεις φορές κι εσύ καμία. Μας χωρίζει χάος».
Έβγαιναν από τον σταθμό του Ηλεκτρικού και πήγαιναν στον προορισμό τους, κάτι έλεγαν, κάτι καταλάβαιναν από αυτά που έλεγαν σε αυτή την πρώτη τους ζωντανή συνάντηση. Πέρασαν την πύλη χωρίς επίδειξη κομματικής ταυτότητας, απλώς με ένα νεύμα οικειότητας στον φύλακα. Περπάτησαν στον προαύλιο χώρο κοιτάζοντας τριγύρω διερευνητικά. Αναζητούσαν σκιερό μέρος. Ο νεαρός σ. προθυμοποιήθηκε να τον υποβαστάξει, ώστε να τον καθίσει με ασφάλεια στο σκιασμένο παγκάκι που είχαν με το μάτι επιλέξει για μια σύντομη συνάντηση, αλλά δεν χρειάστηκε η βοήθειά του· παραδόξως ο ηλικιωμένος σ. αποδείχτηκε αρκετά σβέλτος, κάθισε ανάλαφρα πάνω στις διαχωρισμένες δρύινες σανίδες. Τελευταία στιγμή παρατήρησαν ότι είχε ένα θεματάκι καθαριότητας το παγκάκι, διότι στη φλαμουριά που το σκίαζε κάθονταν συνήθως αγριοπερίστερα και το κουτσουλούσαν. Μικροί ασβεστολιθικοί λοφίσκοι ήταν ορατοί. Όμως ήταν μακρύ και φαρδύ, και είχε αρκετά καθαρά σημεία όπου μπορούσαν κάπως προσεκτικά να καθίσουν δύο άνθρωποι, αν είχαν πισινούς φυσιολογικής έκτασης, και να ανταλλάξουν στα γρήγορα μερικές αναγκαίες λέξεις. Aγνόησαν το πρόβλημα και βολεύτηκαν.
Ήταν και οι δύο λιπόσαρκοι, προφανώς με καταγωγή από πεινασμένους, ταλαιπωρημένους προγόνους. Εξάλλου σε αυτόν τον περίβολο δεν περιφέρονται ευτραφείς σωματότυποι με καλοζωισμένους πισινούς, ώστε να χρειάζονται κάθε δύο λεπτά να κάθονται στα παγκάκια για να πάρουν ανάσα. Παρ’ όλα αυτά μερικοί τέτοιοι περιφέρονται και εδώ και κάθονται στα παγκάκια, είναι οι αποδημητικοί ιδεολόγοι που κάνουν μια στάση ξεκούρασης πριν πετάξουν σε άλλες χνουδωτές φωλιές. Ετούτη η φωλιά είναι πλεγμένη με αγκάθια, δεν βολεύει τον καθένα, ας μην κρυβόμαστε. Ο ηλικιωμένος σ. το παρατήρησε αμέσως. Στα πόδια τους, στο χώμα, πατημένες γόπες τσιγάρων με μακρύ φίλτρο δημιουργούσαν απορία σε όποιον παρατηρητικό έβλεπε πόσο πολύ λιωμένες ήταν. Αυτοί που τις πάτησαν κάτι φοβούνταν ή κάτι εκδικούνταν πιέζοντας στριφτά τη σόλα του παπουτσιού πάνω τους, το έκαναν σαν να συνέθλιβαν κατσαρίδες. Ποιος ο λόγος να συμπεριφέρονται κάποιοι εκεί μέσα σαν να συνθλίβουν κατσαρίδες; Τι ξέρουν κατά βάθος γι’ αυτές; Αυτό δεν άρεσε στον ηλικιωμένο σ. να το βλέπει μέσα στον ιερό περίβολο. Καμπούριασε το κορμί του, τέντωσε αργά το γεροντικό χέρι και έπιασε ανάμεσα στα δάχτυλα υπολείμματα μιας γόπας, το ίδιο αργά τα έφερε στην άκρη της μύτης του και μύρισε. Η έκφραση του προσώπου του έδειχνε δυσαρέσκεια, μεταφραζόταν στη νοηματική γλώσσα περίπου ως εξής: Δεν είναι σαν τον παλιό καπνό από τους δικούς μας καπνεργάτες.
Καμπούριασε το κορμί του, τέντωσε αργά το γεροντικό χέρι και έπιασε ανάμεσα στα δάχτυλα υπολείμματα μιας γόπας, το ίδιο αργά τα έφερε στην άκρη της μύτης του και μύρισε. Η έκφραση του προσώπου του έδειχνε δυσαρέσκεια, μεταφραζόταν στη νοηματική γλώσσα περίπου ως εξής: Δεν είναι σαν τον παλιό καπνό από τους δικούς μας καπνεργάτες.
Θυμήθηκε τη νεανική ηλικία του που κάπνιζε λαθραίο καπνό από μεγάλα σκληρά καπνόφυλλα, τα οποία τους προμήθευαν οι δικοί τους μέσω του παράνομου δικτύου του καπνεργάτη αρχιστράτηγου Μάρκου, κατάλληλα σε έκτακτες καταστάσεις ακόμα και να σολιάσεις αρβύλες αντάρτη· τα ψιλόκοβε με την ακονισμένη ξιφολόγχη, που την έκρυβε στη μάλλινη κάλτσα. Ο καπνός που έβγαινε από τα σπλάχνα στον αέρα ήταν μαύρος και παχύς σαν από εξάτμιση σακαράκας στο ξεκίνημά της. Δεν έφταιγαν τα φύλλα του καπνού, ήταν καπνός άριστης ποιότητας, καλλιεργημένος από δικούς μας καπνεργάτες· το δύσοσμο μαύρο σύννεφο της εκπνοής του καπνιστή οφείλονταν στα γραφόμενα που ήταν τυπωμένα στα αυτοσχέδια τσιγαρόχαρτα με τα οποία στρίβαμε τσιγάρα – τι καπνό θα έβγαζε το χαρτί της εφημερίδας Ακρόπολις, μαυρίλα και πίσσα. Τέτοιον καπνό ξαναείδε δεκαετίες μετά, όταν έκαψε τις δικογραφίες σε ένα νταμάρι στο Μαρκόπουλο, μέσα σε ένα μεταλλικό βαρέλι πετρελαίου. Αγχωμένος, θυμωμένος, τις ξεχώριζε με τη βοήθεια ενός νωχελικού δικηγόρου, συνεργάτη του, κοίταζε αστραπιαία το εξώφυλλο της δικογραφίας, Τάδε ΚATA Τάδε, και την έριχνε στη φωτιά. Οι περισσότερες δικογραφίες δεν του θύμιζαν κάτι. Δεν είχε πλέον ιδέα πού και πώς κατέληξαν ο τάδε και η τάδε, δεν τον ενδιέφερε η τύχη των διαδίκων. Μετά την έκδοση της απόφασης, τους παρέδιδε στη δικαιοσύνη του Χρόνου, που κρίνει αμετάκλητα χωρίς στρεψοδικίες, στον ανώτατο δικονομικό βαθμό, υπέρτερο του Αρείου Πάγου.
Αν και πιστοποιημένος αριστερός, δεν του έβγαινε κάποιος συναισθηματισμός για τα προσωπικά πάθη και τον αλληλοσπαραγμό των ανθρώπων. Γίνονταν κυνικός: Εσύ στη φωτιά! Εσύ στη φωτιά! Εσύ ζήσε λίγο ακόμα, να συνεχίσει τις δίκες ο στενόμυαλος δεξιός συνεργάτης μου, έχει παιδάκια ο χαμένος να φάνε ψωμί, θα πληρώσεις, κύριε τάδε, αφού έκανες απάτες, αφού, βρε κάθαρμα, δεν πλήρωνες τους εργάτες σου· αφού έκανες τρεις, τέσσερις γάμους και μάζεψες πέντε, δέκα, δεκαπέντε παιδιά, δικά σου και ξένα, φρόντισε τώρα να φτιάξεις αδέρφια το κοπάδι. Αμ, δεν γίνεται! Δεν μπορεί να βλέπει παιδιά, περιφερόμενα αγρίμια, ακαθοδήγητα. Ό,τι μπορεί στο ζήτημα αυτό, έστω και με αμφιλεγόμενο ή αφελή τρόπο, το κάνει, πάντως το προσπαθεί. Κάτι τέτοια βλέπει εκείνος ο μουσάτος, ο γυαλάκιας, και έβγαλε τραγούδι:
Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά
Στην αγορά στο Λαύριο.
Έτσι κι αλλιώς δεν ξέρουν τίποτα
Και δεν ελπίζουν στο αύριο.
Όσο έκαιγε δικογραφίες, ένιωθε το πρόσωπό του να σκληραίνει, δεν χρειάζονταν καθρέφτης· προφανώς παρόμοιοι ήταν και οι αξιωματικοί των Ες-Ες στις αποβάθρες των στρατοπέδων όπου σωριάζονταν οι Εβραίοι, έκαναν τη διαλογή ταχύτατα με ένστικτο, χωρίς να ξέρουν τίποτε γι’ αυτούς που έστελναν στη φωτιά ή τους άλλους που τους άφηναν να ζήσουν λίγο ακόμα για να βασανιστούν. Το γεύτηκε κι αυτό το συναίσθημα ο ορκισμένος εχθρός του ναζισμού. Τοξικό νέφος καπνού περιπλανιόταν στον ουρανό πάνω από τα Μεσόγεια και αναμειγνύονταν με τον καπνό των αεροπλάνων. Αν έμπαινε κάποιο καταδιωκτικό γεράκι του αεροδρομίου μέσα στο τοξικό νέφος, θα έπεφτε ακαριαία νεκρό. Ήταν απερισκεψία του, ήταν άγνοια κινδύνου να κάψει δικογραφίες χωρίς μέτρα προστασίας έστω και στην ερημιά ενός εγκαταλειμμένου λατομείου· όσοι είναι μαχόμενοι δικηγόροι καταλαβαίνουν τον κίνδυνο – ευτυχώς, όλα πήγαν καλά.
Θυμάται ότι, σε μια περίπτωση ακραίας έλλειψης χαρτιού, τόλμησε το αδιανόητο· έστριψε λίγο χαρτί από τον παράνομο Ριζοσπάστη, μάλιστα από τις πίσω σελίδες της εφημερίδας με τα κοινωνικά θέματα, και όμως παρατήρησε κάτι σαν θαύμα, ο καπνός ήταν αλλιώτικος, αρωματικός, από την αρωματική ποικιλία του καπνού της Ξάνθης. Τη σέβονταν ανέκαθεν αυτή την εφημερίδα, από τον καιρό που την έβλεπε στην κωλότσεπη του πατέρα του και από πίσω του έτρεχαν τα παλιοζάγαρα της μεταξικής Ασφάλειας, σαν να μύριζαν το λουκάνικο. Μετά, όταν πλέον δεν έβρισκε τέτοια καπνόφυλλα, έκοψε το κάπνισμα, βασανίστηκε αλλά το άντεξε. Να αγοράσει έτοιμα τσιγάρα του εμπορίου δεν το ήθελε, τα καπνεργοστάσια ήταν στα χέρια του Κεφαλαίου και δεν ήθελε να τους ενισχύσει ούτε και στο ελάχιστο. Επιπλέον οι βιομήχανοι ρίχνουν στο χαρμάνι του καπνού παραισθησιογόνες ουσίες, ώστε να φαίνεται στα μυαλά των καπνιστών ότι η κοινωνία είναι μια χαρά, ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει στο παραμικρό· δε βαριέσαι, αδερφέ, αρκεί που έχουμε τσιγάρα να μαστουρώνουμε. Και το κακό είναι ότι σχεδόν όλος ο κόσμος καπνίζει, αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην κάλπη, βλέπετε τι αλλοπρόσαλλα αποτελέσματα βγάζει. Αν αυτοί που ψηφίζουν δεν είναι ντοπαρισμένοι από κάτι, θα ψήφιζαν αλλιώς. Αυτό δεν έχει σχέση με τον Λαό, αλλιώς ψηφίζει ο Λαός, αλλιώς ψηφίζει ο κόσμος, η καθοδήγηση εισηγήθηκε πάνω σε αυτή την αντίφαση και η Κεντρική Επιτροπή αποφάσισε ότι ο Λαός είναι σοφός, ανεξάρτητα από τι παράλογα όντα αποτελείται. Δεν πρέπει να συγχέονται αυτά τα δύο πλήθη, έστω και αν αποτελούνται από τους ίδιους ανθρώπους.
Λοιπόν, αγαπητοί μου, πιστοποιημένοι σύντροφοι, μακριά από την κάλπη, είναι κάλπικη, μην τη νομιμοποιούμε, αυτό το 7 και 8 και 10% των ψηφοφόρων που είναι πιστοποιημένοι μαρξιστές εμείς το έχουμε, ό,τι κι αν γίνει. Ποιος ο λόγος να μας το πει η κάλπη; Η ασάφεια μας δίνει πολύ μεγαλύτερα ποσοστά. Βέβαια οι μη πιστοποιημένοι σοσιαλιστές μπορούν συγκυριακά να ανεβάσουν ποσοστά ακόμα και στο 50%, ξεκινώντας από το 3%, αλλά δεν τα κρατούν, χάνονται όπως το νερό από τα φτερά της πάπιας και μετά ξαναγυρίζουν διαπαντός στο τρία. Η χαρά των κεφαλαιοκρατών! Κάνουν αγρανάπαυση οι κεφαλαιοκράτες για κάποιο διάστημα και μετά δεν ξεκαβαλικεύουν από το μαύρο άλογο της εξουσίας, γίνονται ένα με τη σέλα. Να το θυμάστε από έναν αγωνιστή παππού, η εξουσία μόνο μαύρο άλογο καβαλικεύει, τα άλλα αφηνιάζουν και την γκρεμίζουν, γι’ αυτό δεν το αλλάζει. Το κακό είναι ότι μας χλευάζουν όλους, μας ειρωνεύονται· κοιτάξτε τους σοσιαλιστές και βγάλτε συμπέρασμα, μας βάζουν όλους στο ίδιο τσουβάλι, πιστοποιημένους και σκουπίδια. Οι σοσιαλιστές έχουν ένα τρωτό, είναι ευάλωτοι στη γελοιοποίηση γιατί αλλάζουν συνεχώς προσωπίδες, ενώ οι δεξιοί, οι φασίστες, οι τραμπούκοι, πες τους όπως θέλεις, δεν έχουν τέτοιον κίνδυνο, να, αυτά είναι τα μούτρα μας, δεν κρυβόμαστε, και αν σας αρέσουν. Αν δεν σας αρέσουν, ξαναπάμε στον Γράμμο να το καταλάβετε ακόμα μία φορά!
Έφτασα γέρος και βαρέθηκα να μου πιάνουν τον κώλο οι φασίστες, κι εγώ να παριστάνω ότι μάλλον κατά λάθος πέρασε το χέρι τους από το κωλομέρι μου, δηλαδή ό,τι γίνεται στις δημόσιες συγκοινωνίες, όποιος προλάβει πιάνει τον κώλο του συνεπιβάτη χωρίς όμως να δίνει ξεκάθαρο δικαίωμα παρεξήγησης. Αγανάκτησα. Θέλετε Γράμμο; Πάμε Γράμμο! Αλλά αλλιώς αυτή τη φορά, χωρίς δούρειους ίππους, με πιστοποιημένους αξιόμαχους πολεμιστές, όλες τους και όλοι τους παρασημοφορημένοι με καρφιτσωμένη στο στήθος τη σφαίρα που τους σκότωσε, θα αναλάβουν τον οπλισμό τους όπου πλέον βρίσκεται, ψέκασμα με αντισκοριακό στα κλείστρα· θα πάρω κι εγώ τα ένδοξα κιάλια, τον φονιά των αρμάτων, από το Μουσείο του Αγώνα, αν τελικά τα βάλουν εκεί, και θα βλέπω μέχρι χελώνα που περπατάει κάτω από τις οξιές στις Αρένες του Γράμμου. Θα φωνάζω στους συντρόφους: Βολή τρεις μοίρες αριστερά, βολή εφτά μοίρες δεξιά. Θα γεμίσει ο Γράμμος ατσάλινα χελωνοκάκαυλα made in USA.
Ξανάριξε τα τρίμματα της γόπας στο χώμα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του νεαρού σ., που δεν μπορούσε να κατανοήσει αυτή την αψυχολόγητη κίνηση. Μακάρι να μην την κατανοήσει. Ευτυχώς έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί –ας το ευχηθούμε– ο καιρός που οι άνθρωποι αναζητούσαν με τρελό μάτι αποτσίγαρα, τα άναβαν και τα φουμάριζαν μέχρι του σημείου να καπνίζουν ως και τα καμένα δάχτυλά τους.
Ξανάριξε τα τρίμματα της γόπας στο χώμα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του νεαρού σ., που δεν μπορούσε να κατανοήσει αυτή την αψυχολόγητη κίνηση. Μακάρι να μην την κατανοήσει. Ευτυχώς έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί –ας το ευχηθούμε– ο καιρός που οι άνθρωποι αναζητούσαν με τρελό μάτι αποτσίγαρα, τα άναβαν και τα φουμάριζαν μέχρι του σημείου να καπνίζουν ως και τα καμένα δάχτυλά τους. Ήταν τότε ύβρις να συνθλίψεις τόσο πολύ τη στριφτή γόπα του τσιγάρου σου· κάποιος άλλος θα τη στερούνταν. Η φάση με τη λιωμένη γόπα τελείωσε με μια φράση-εντολή: «Αν καπνίζεις, να το κόψεις!». Ο νεαρός σ. ήταν ανυποψίαστος για όλα αυτά που γυρόφερναν στο κεφάλι του διπλανού του. Τα μαλλιά του ηλικιωμένου σ., αραιά και λευκά, είχαν μακρύνει αρκετά και χρειάζονταν βαθύ κούρεμα, κόλλαγαν ενοχλητικά σαν ιστός αράχνης στο ιδρωμένο μέτωπο. Ήταν όμως, όπως πάντα, επιμελώς ξυρισμένος, του έμεινε η συνήθεια από τον καπετάνιο, που και στο Βουνό ξυρίζονταν καθημερινά με το σάλιο του και την ακονισμένη ξιφολόγχη, έμπαινε στη μάχη σαν γαμπρός. Τον έχει δει κάποιος σε φωτογραφία με γενειάδα; Με σταυρωτά φισεκλίκια σαν λήσταρχο; Κανένας. Το από μέσα μετράει.
Σήμερα το βλέμμα του δεν είχε γαλήνη, περιστρέφονταν οι βολβοί όπως το κεφάλι του πτηνού που έχασε την εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, υποπτεύεται ότι από κάπου το σημαδεύει μια σφεντόνα, και ας μην το σημαδεύει, αρκεί που του έχουν βάλει μια σφεντόνα μέσα στο μυαλό του. Το πρόσωπό του, σκυθρωπό, κέρινο, είχε περίεργα χρώματα και στίγματα, πλασμένο όχι από κύτταρα σάρκας αλλά από καφετιά ανακυκλωμένα κεριά νεκρώσιμων τελετών, που ξαναζυμώνονται στις βιομηχανίες κεριών μαζί με τα σβηστά φιτίλια τους και ξαναβγαίνουν στο εμπόριο.
Όμως η κινητικότητα και η ζωντάνια σε αυτή την ηλικία (υπάρχει στο διαδίκτυο το μακρινό έτος που γεννήθηκε, όπως και κάποιες ασήμαντες πληροφορίες για τη ζωή του, έζησε και κάποια χρόνια σκυλίσια, το ένα του σκύλου πέντε του ανθρώπου, συνεπώς η ηλικία του ανεβαίνει αφύσικα ψηλά) παραξένεψαν τον νεαρό σ., αλλά, πριν αυτός το εκφράσει, ο ηλικιωμένος σ. απάντησε στην απορία του: «Ξέρω, ξέρω, νεαρέ σ., απορείς πώς κρατιέμαι καλά σωματικά ως αυτή την ηλικία· όλοι μου το λένε, πώς έγινε και ακόμη δεν πέθανα ληξιαρχικά ενώ πέθανα τόσες φορές στη ζωή μου, θα τα διαβάσεις μερικά εδώ μέσα, το λέει και ο τίτλος του βιβλίου άλλωστε».

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι φτιαγμένος από υλικά υπαρξιακής αγωνίας, ιστορίας, ιδεολογίας, ιδεοληψίας, τέχνης, έρωτα. Τυπικό δείγμα του μετακατοχικού Έλληνα που προσπαθεί με οποιοδήποτε υλικό να καλύψει το προσωπικό και κυρίως το συλλογικό τραύμα. Η πορεία του μυθιστορήματος αρχίζει από τα χρόνια της Κατοχής, φτάνει σχεδόν στο σήμερα και αντιμετωπίζει τον Εμφύλιο σαν έναν τοκογλύφο που δεν μπορεί κανένας να τον ξεχρεώσει όσο αίμα και μελάνι κι αν τον αφήσει να ρουφήξει από τις αρτηρίες του. Όλα κινούνται με παραισθήσεις και ιδεοληψίες, δεν υπάρχει βεβαιότητα για τίποτε. Ματαιωμένες ζωές, ιδεολογικές ανατροπές, κωμικές και τραγικές καταστάσεις που εναλλάσσονται απροσδόκητα. Το μυθιστόρημα υποστηρίζεται από αλλήθωρη γλώσσα, αλλού κοιτάζει αλλού δαγκώνει και τρέφεται από τις δικές της σάρκες – εντέλει, περιέχει ευαισθησία και προκλητικότητα, ειρωνεία και ποιητικότητα, σεβασμό και βεβήλωση ιερών και οσίων, φιλοσοφικό στοχασμό. Όλα αυτά κρύβουν στο βάθος έναν ανεκδήλωτο σπαραγμό για την ατομική και συλλογική μοίρα του ανθρώπου.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γεννήθηκε (1951) και μεγάλωσε στο χωριό Γρανίτσα Ιωαννίνων. Αποφοίτησε από το Λύκειο Ιωαννίνων. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Από το 1977 έως πρόσφατα υπήρξε μαχόμενος δικηγόρος στην Αθήνα. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα. Έχει βραβευτεί με έγκυρα βραβεία λογοτεχνίας. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και σάιτ. Έργα του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες. Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του: Κόκκινο στην πράσινη γραμμή, Αναψηλάφηση, Σενάριο αθανασίας, Από την άλλη γωνία, Βέβηλη πτήση, Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων.





















