
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Σάκη Σερέφα «Πέτα το στη θάλασσα», το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
1
Μια αμαξοστοιχία διασχίζει τη σήραγγα Τάουρεν, η οποία διαπερνά τις Άλπεις στα χίλια διακόσια μέτρα ψηλά. Κουπέ που ζέχνουν τσιγαρίλα, λερά στόρια να κολνάνε στα δάχτυλα, βραστό αυγό τυλιγμένο στη χαρτοπετσέτα. Μόνο για ένα τέτοιο βαγόνι τρίτης θέσης έχει χρήματα η Όλγα Ζ. και μάλιστα με εισιτήριο αλέ ρετούρ, Μόναχο-Θεσσαλονίκη, ώστε να της έρθει πιο φτηνά. Καθώς γέρνει νυσταγμένη στο πλάι, δεν φαντάζεται πως το ρετούρ που πλήρωσε θα αποδειχτεί, μέσα σε μόλις δύο μέρες, μια μοιραία σπατάλη.
Ένα βρέφος στην αγκαλιά της κλαίει. Μέσα από το χάσκον στόμα του διακρίνεται ο κάτω αριστερός πρώτος γομφίος που ζητά περιγραφή και τροφή για να αλέσει, ενώ ο κάτω δεξιός προγόμφιος δεν ζητά τίποτα γιατί δεν έχει ανατείλει ακόμη, άρα πρόκειται για γήινο πλάσμα περίπου ενός έτους.
Μέσα στο ίδιο κουπέ βρίσκονται ένας μετανάστης Τούρκος τορναδόρος (κοιμάται) μια μετανάστρια Ιταλίδα κοπτοραφού (κοιμάται) κι ένα ζευγάρι γερμανόφωνων ερωτευμένων Ελβετών που λύνουν σταυρόλεξο (ο καθένας το δικό του). Εκείνη ζορίζεται να βρει τη λέξη TOD στο 5 καθέτως. Εκείνος παιδεύεται να βρει ένα συνώνυμο με δώδεκα γράμματα για τη λέξη «τσιρότο». Δεν τους περνά από το μυαλό πως και οι δυο λέξεις βρίσκονται μέσα σε αυτό το κουπέ, εκεί, δίπλα τους, τσιροκοπώντας.
2
Και η κυρία Νίτσα αναζητά μέσα της κάποιες λέξεις, καθώς σφουγγαρίζει με μια λερή μάπα το δάπεδο του Σιδηροδρομικού Σταθμού της Θεσσαλονίκης, σέρνοντας πλάι της έναν σκουριασμένο κουβά, τίγκα στο βρομόνερο. Χτες κήδεψε την αγαπημένη της γιαγιάκα, οπότε τώρα μες στο μυαλό της αναβοσβήνουν, σαν τα πλήκτρα επιλογής τραγουδιού του τζουκ μποξ, οι ιστορίες που της έλεγε τόσα χρόνια. Πατάει το πλήκτρο που γράφει στην ετικέτα του «Εκμέκ, Εμινέ», το δισκάκι πέφτει από τον περιστρεφόμενο κύλινδρο στο πλατό, η βελόνα προσγειώνεται πάνω του και η ιστορία παίρνει μπρος.
«Μικρό κοριτσάκι ήμανε και με είχε βάλει η μαμά μου να ζυμώσω ψωμί. Ε, το ζύμωσα, κι εκεί που πάω να το βάλω στον φούρνο με τα ξύλα έξω στην αυλή, αρχινάν να φωνάζουν οι γειτόνοι “Έρχονται οι Τσέτες! Έρχονται οι Τσέτες!” Είχε έρθει ένας δικός μας με το άλογο και είχε πει ότι οι Τσέτες ήταν καμιά ώρα δρόμο απ’ το χωριό. Πατάει φωνή η μαμά μου “Κατίνα, φόρα τα παπούτσια σου να φύγουμε, θα μας σφάξουνε, άντε καλέ, κουνήσου!” Ε, πήγα μέσα, έβγαλα τα πασουμάκια, φόρεσα τα καλά μου τα παπούτσια, που τα είχα για την εκκλησία. Στο μεταξύ, η μάνα μου μάζευε σ’ έναν μπόγο κάτι ρούχα κι όλο έλεγε “Αχ Παναγίτσα μου! Παναγιά μου εσύ, βόηθα”. Βγαίνω πάλι στην αυλή, παίρνω το ψωμί, το φουρνίζω. Βγαίνει η μάνα μου με τον μπόγο στην πλάτη, με βλέπει “Τι κάνεις εκεί, μαρή;” φωνάζει “χαζάθηκες ντιπ για ντιπ;”. “Βρε μαμά, να μην πάει άδικο τόσο ψωμί, από το πρωί ζυμώνω” της λέω. “Και ποιος θα το φάει το ψωμί με το κακό που μας βρήκε, μωρή αχμάκισσα;” μου κάνει εκείνη. “Ας το φάει η Εμινέ, καλέ μαμά” της λέω. Η Εμινέ ήταν η Τουρκάλα φιλενάδα μου, μένανε δυο σπίτια παρακάτω. Πολύ αγαπημένες ήμασταν, παραπάνω κι από αδελφούλες.
“Βρε μαμά, να μην πάει άδικο τόσο ψωμί, από το πρωί ζυμώνω” της λέω. “Και ποιος θα το φάει το ψωμί με το κακό που μας βρήκε, μωρή αχμάκισσα;” μου κάνει εκείνη. “Ας το φάει η Εμινέ, καλέ μαμά” της λέω. Η Εμινέ ήταν η Τουρκάλα φιλενάδα μου, μένανε δυο σπίτια παρακάτω. Πολύ αγαπημένες ήμασταν, παραπάνω κι από αδελφούλες.
Μ’ αρπάζει η μάνα από το χέρι και τρέχουμε χάλα χάλα να προλάβουμε το κάρο που θα έφευγε από την πλατεία. Όπως περνάγαμε μπροστά από το σπίτι της, τη βλέπω στο παράθυρο να κλαίει και να μου κουνάει το χέρι. “Εκμέκ, Εμινέ” της φωνάζω, εκμέκ είναι το ψωμί στα τούρκικα, “σε μια ώρα θα έχει ψηθεί, να το βγάλεις μην καεί”. Κούνησε το κεφάλι της και τράβηξε την κουρτίνα, να μην τη δω που σπάραζε στο κλάμα. Έτσι την έχω από τότε στον νου μου κι όποτε λέω μέσα μου “Εμινέ” βλέπω μια κλειστή κουρτίνα στο μυαλό μου κι από πίσω ξέρω ότι είναι η Εμινέ και το σπιτάκι μας και η Μαριλού η γάτα μας και τα βραχάκια στον γιαλό που πήγαινα και μάζευα καβούρια να τα βράσει η μαμά μου να πιει το ούζο του ο μπαμπάκας μου, και όλα».
Αυτά φέρνει στο μυαλό της τα χαράματα της 12ης Απριλίου του 1963 η κυρία Νίτσα, κάτοικος συνοικισμού Αγίας Φωτεινής, έγγαμος μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, καθώς προσπερνά αφηρημένη μια μητέρα που κοιμάται γερμένη σ’ έναν πάγκο του σταθμού, αγκαλιά με το παιδί της, που έχει πάψει πια να κλαίει.
3
Όλα ξεκίνησαν από ένα τηλεφώνημα. Που λέτε, κύριε συγγραφέα μου, ήταν οχτώ το βράδυ. Έρχεται ο αξιωματικός υπηρεσίας και μου λέει «Κύριε Διοικητά, κάποιος τηλεφώνησε και είπε ότι είδε ένα πτώμα στη θάλασσα, στη Νέα παραλία, κοντά εκεί που χτίζεται το μεγάλο το ξενοδοχείο».
Ούτε η πρώτη φορά ήτανε ούτε η δεύτερη που μας ειδοποιούσανε στην Ασφάλεια για κάτι τέτοιο. Τριάντα χρόνια στην υπηρεσία, βαρεθήκαμε να μαζεύουμε πνιγμένους από την παραλία, όλοι εκεί πάνε και φουντέρνουνε.
Μια φορά, πριν από πολλά χρόνια, ακόμα και για ένα σκέτο πόδι μας είχανε φωνάξει. Πάμε, το μαζεύουμε από το νερό, τότε δεν ήμουνα ακόμη Διοικητής, το πιάνω, το βλέπω, τίγκα στους κιρσούς ήτανε, ζαρωμένο, σαν του βατράχου το μπούτι ένα πράμα. Ερευνήσαμε στις κλινικές, μιας γριάς ήτανε, της το είχανε κόψει στο χειρουργείο κι η αποχέτευση, τι αποχέτευση δηλαδή, ένα ρεματάκι ήτανε, το έβγαλε στη θάλασσα, λίγο παρακάτω αποκεί που είναι σήμερα η Σχολή Τυφλών. Οχτώ μήνες φυλακή έφαγε ο κλινικάρχης και λίγα του ρίξανε. Ρε μπαγλαμά, το πετάνε το ποδάρι στη θάλασσα;
4
Το βρέφος εντοπίστηκε από διερχόμενο στρατιώτη γύρω στις 8 μ.μ. και περισυνελλέγη από βενζινάκατο. Φορούσε γαλάζιο πλεκτό κουστουμάκι και γαλάζια πλεκτά καλτσάκια. Μετά την ιατροδικαστική εξέταση ταριχεύτηκε ώστε να συντηρηθεί μέχρι να γίνει η αναγνώριση. Ο διερχόμενος στρατιώτης στην αρχή το ενόμισε για κούκλα. Όταν διαπίστωσε ότι πρόκειται για βρέφος, πήγε στο Στρατηγείον του Γ’ Σώματος Στρατού και ειδοποίησε την Γενικήν Ασφάλειαν.
(εφημερίδες)

Δυο λόγια για το βιβλίο
Μια μητέρα πλησιάζει την προκυμαία της Θεσσαλονίκης στα 1963. Σε λίγα λεπτά, το βρέφος που κρατά στην αγκαλιά της βυθίζεται στη θάλασσα. Σε δύο μέρες, τα πρωτοσέλιδα οργιάζουν. Ο κόσμος τη γιουχάρει στην αναπαράσταση. Η σκύλα, η φόνισσα, η παιδοκτόνος. Γύρω της, στροβιλίζεται το σκοτεινό σύμπαν εκείνης της εποχής. Ένα ίδρυμα παρατημένων βρεφών που το ίδιο πρωί δεν δέχτηκε το βρέφος. Το ίδιο ίδρυμα διοχετεύει παρανόμως βρέφη που αγοράζονται στην Αμερική. Πολιτικά σκάνδαλα και μεσίτες βρεφών. Αλισβερίσια δημοσιογράφων και αστυνομίας, για να κουκουλωθεί το βρόμικο κύκλωμα. Πολιτικός που κάνει κομπίνες με τα οικόπεδα και τα βρέφη που πουλά ο κουμπάρος του. Νεογνά-μούμιες στις σοφίτες των παλιών σπιτιών της Αθήνας. Ο Ψυχρός Πόλεμος Αμερικανών και Ρώσων. Ένας Γάλλος Πρόεδρος που ξεψυχά ξεθεωμένος στην αγκαλιά της μετρέσας του.
Μια βρόμικη πραγματικότητα που τυλίγει το πτωματάκι του βρέφους σαν μαγαρισμένη φασκιά. Μια αληθινή ιστορία για μια μάνα που έγινε παιδοκτόνος από τη μια στιγμή στην άλλη. Ποια γρανάζια της εξουσίας και της κοινωνίας την οδήγησαν σε αυτή την πράξη; Μια αληθινή ιστορία που επινοεί τον μύθο της μέσα από την πραγματικότητα από την οποία πηγάζει. Γιατί κάθε ιστορία ανήκει σε αυτόν που την αφηγείται τελευταίος.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Σάκης Σερέφας γράφει ποίηση, πεζογραφία και θέατρο. Η ποιητική συλλογή του Κήτη τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών «Λάμπρου Πορφύρα» (2022). Το θεατρικό έργο του Χέρια τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο συγγραφής θεατρικού έργου μικρής φόρμας στον διεθνή διαγωνισμό του Διεθνούς Φεστιβάλ Αναλόγιο (2021). Το θεατρικό έργο του Μαμ τιμήθηκε με το βραβείο νεοελληνικού έργου «Κάρολος Κουν» (2007) της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών. Το θεατρικό έργο του Λιωμένο βούτυρο παρουσιάστηκε ως πρόταση του Υπουργείου Πολιτισμού στο Διεθνές Φεστιβάλ του Σαράγεβο (2012). Το θεατρικό έργο του Αποστολή στον πλανήτη Γη τιμήθηκε με το Βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού (2007). Το θεατρικό έργο του Θα σε πάρει ο δρόμος περιλαμβάνεται στον κατάλογο «Τα 120 καλύτερα σύγχρονα ευρωπαϊκά θεατρικά έργα» της European Theatre Convention (ETC, 2010). Το βιβλίο του Ένας δεινόσαυρος στο μπαλκόνι μου τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Γνώσεων για Παιδιά (2008). Το βιβλίο του Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου (2013). Το βιβλίο του Μια τρύπα στο νερό τιμήθηκε με το Βραβείο «Πηνελόπη Μαξίμου» για το 2012 από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου-Greek IBBY (2012). Το βιβλίο Θεσσαλονίκη σε πρώτο πρόσωπο (κείμενα: Σάκης Σερέφας, φωτογραφίες: αρχείο Χάρη Γιακουμή) τιμήθηκε με το βραβείο Milos και εκδόθηκε στα γαλλικά από τις εκδόσεις Kallimages (2005). Έγραψε το σενάριο για τη μεγάλου μήκους ταινία Ρουλεμάν (2004).




















