prodimosieysi kirimi

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ελευθερίας Κυρίμη «Καλό σημάδι», το οποίο κυκλοφορεί στις 22 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σήμερα δεν θα συναντιόταν με τον Πότη. Είχε κανονίσει ο δάσκαλος να βρεθεί με φίλους σε ένα διπλανό χωριό, σε ένα παραθαλάσσιο ουζερί, μιας κι ήταν Σάββατο, μέρα σχόλης για όλους – με εξαίρεση τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, που ήταν κι αυτός της παρέας. Την κάλεσε κι εκείνη, προφασίστηκε όμως ότι ήθελε να κάνει κάτι διορθώσεις στο αφιέρωμα για το ξενοδοχείο στον Κόχυλα και αρνήθηκε την πρόσκληση όσο πιο ευγενικά μπορούσε. Δεν θα αισθανόταν και πολύ άνετα ανάμεσα σε παλιούς φίλους και συμμαθητές, που θα συζητούσαν τα δικά τους. Η αλήθεια είναι ότι η απουσία του Πότη της παρείχε τη χρυσή ευκαιρία να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της.

Ντύθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ήπιε στα βιαστικά δυο γουλιές γαλλικό στην αίθουσα πρωινού και κατέβηκε με το γνωστό γοργό της βήμα στη μεγάλη πλατεία των Αθανάτων, με το άγαλμα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στη μέση, εκεί που είχε παρατηρήσει πως ήταν η πιάτσα των λιγοστών ταξί της περιοχής, με την ελπίδα να βρει κάποιο διαθέσιμο.

Δεν της άρεσε καθόλου το σημείο ετούτο, την πίκραινε η ιδέα πως ο περαστικός επισκέπτης που θα σταματούσε για έναν καφέ σε αυτό το απρόσωπο, αλαζονικό προς τα μεγέθη του τόπου, κατασκεύασμα, χωρίς να κάνει τον κόπο να περπατήσει δυο μονάχα βήματα και να χωθεί στα λιθόστρωτα σοκάκια της Αρεόπολης, θα έφευγε απογοητευμένος, κουβαλώντας στις αποσκευές του μόνο την εικόνα μίας ακόμα αδιάφορης και μίζερης ελληνικής κωμόπολης, χάνοντας την ευκαιρία να γνωρίσει μια γωνιά της μανιάτικης γης που διατηρεί –παρά την τουριστική ανάπτυξη, ή ίσως χάρη σε αυτήν– αρκετά στοιχεία αυθεντικότητας. Σκεφτόταν μάλιστα την υπηρεσία που θα προσέφερε ο γενναίος ντόπιος ο οποίος θα τολμούσε να κρεμάσει στον κεντρικό δρόμο ένα πανό που θα έγραφε: «Μη σας ξεγελά η πλατεία, ο τόπος μας είναι, στ’ αλήθεια, όμορφος».

Όσο για το ταξί, στάθηκε πράγματι τυχερή. Έξω από το μοναδικό αυτοκίνητο, με την πλάτη ακουμπισμένη στην πόρτα, στεκόταν ο οδηγός, που κάπνιζε θεριακλίδικα δείχνοντας να απολαμβάνει την κάθε ρουφηξιά.

«Ελεύθερος;» ρωτά με σχετική ανησυχία η Ηλέκτρα, ρίχνοντας καλού κακού και ματιές τριγύρω, μήπως και ξετρυπώσει από καμιά γωνιά ο Πότης.

«Ελεύθερος» απάντα νωχελικά ο ταξιτζής, που την κοιτάζει από την κορφή ως τα νύχια, σαν να τη γδύνει με τα μάτια. Μπαίνει έπειτα με το πάσο του στο αυτοκίνητο κρατώντας ακόμη στο χέρι του το τσιγάρο. Η Ηλέκτρα κάθεται στην πίσω θέση.

«Δεν πιστεύω να υπάρχει πρόβλημα. Με το τσιγαράκι, εννοώ. Αμαρτία είναι να το πετάξω, δε συμφωνείς;»

Δεν θέλησε να κάνει φασαρία η Ηλέκτρα, μολονότι σιχαίνεται το κάπνισμα, αλλά κι όλους αυτούς που την υποχρεώνουν να μετατρέπεται σε παθητικό καπνιστή. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε τσακωθεί γι’ αυτό το θέμα στη δουλειά, όταν το γραφείο γινόταν ντουμάνι από τους καπνούς των συναδέλφων. Προτιμά ωστόσο να μη λογοφέρει με τον ταξιτζή, κι απλώς ανοίγει τέντα το παράθυρό της, με την ελπίδα να λάβει εκείνος το μήνυμα.

Το αυτί του όμως δεν δείχνει να ιδρώνει.
«Για πού το βάλαμε, δεσποινίς;»
«Στο Βίγλι θέλω να με πάτε. Είναι μακριά;»
«Μπα, κάνα τέταρτο το πολύ. Μα τι πας να κάνεις νέα κοπέλα εσύ στο Βίγλι; Κάτι γερόντια έχουν απομείνει μονάχα στο χωριό, που όλη μέρα τη βγάζουν στο καφενείο, να παίζουν πρέφα και να χαζεύουν τα βυζιά της Μεγαλάκη. Συχώρα με για τα θάρρητα, μα τους έχω δει με τα μάτια μου να κοιτάνε το χαζοκούτι και να ξερογλείφονται. Έχεις συγγενείς στο χωριό;»

«Ν’ αγιάσει το στόμα σας» κάθε τόσο ο ταξιτζής. «Ε, ρε, Παπαδόπουλος που σας χρειάζεται! Να σας βάλει όλους στη θέση σας. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», και στρίβοντας ελαφρά το κεφάλι προς τα πίσω: «Να ξέρεις πως, αν δεν ήτανε ο Παπαδόπουλος κι ο Παττακός να φτιάξουν δρόμους, ακόμη με κανέναν σκυλοπνίχτη θα ’ρχόσουνα στη Μάνη. Αλλά βλέπεις η μνήμη του λαού είναι κοντή».

Κάνει πως δεν άκουσε η Ηλέκτρα, που ανεβάζει τελικά το τζάμι, μιας κι έχει αρχίσει να κρυώνει, μες στον χειμώνα με ανοιχτό το παράθυρο.

Κάνα δυο προσπάθειες ακόμα του ταξιτζή να πιάσει κουβέντα πέφτουν στο κενό. Είδε κι απόειδε κι αυτός, κι ανοίγει το ραδιόφωνο σε μια εκπομπή τοπικού σταθμού. Οι παρουσιαστές σχολιάζουν, υποτίθεται, την επικαιρότητα, συναγωνίζονται στην ουσία ποιος θα στολίσει καλύτερα τους πολιτικούς με διάφορα κοσμητικά επίθετα, ανάβει και κορώνει ο ένας μιλώντας για πουλημένους, παίρνει πάσα ο άλλος, τους αποκαλεί προδότες που τους περιμένουν κρεμάλες. Πού και πού πέφτουνε και μερικά καψουροτράγουδα, έτσι να ξαλεγράρουν κομματάκι κι οι ακροατές.

«Ν’ αγιάσει το στόμα σας» κάθε τόσο ο ταξιτζής. «Ε, ρε, Παπαδόπουλος που σας χρειάζεται! Να σας βάλει όλους στη θέση σας. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», και στρίβοντας ελαφρά το κεφάλι προς τα πίσω: «Να ξέρεις πως, αν δεν ήτανε ο Παπαδόπουλος κι ο Παττακός να φτιάξουν δρόμους, ακόμη με κανέναν σκυλοπνίχτη θα ’ρχόσουνα στη Μάνη. Αλλά βλέπεις η μνήμη του λαού είναι κοντή».

Προσέχει η Ηλέκτρα πως έχει στο πλαϊνό τζάμι κολλημένο τον ήλιο της Βεργίνας και δίπλα μια ξεθωριασμένη οικογενειακή φωτογραφία του τέως σε νεαρή ηλικία με τη λεζάντα «Οι βασιλείς σάς εύχονται ευτυχισμένον το νέον έτος».

Συνδυασμός που σκοτώνει, συλλογίζεται. Βασιλικός και χουντικός ταυτόχρονα. Και στο κινητό του –το άκουσε που χτυπούσε πριν από λίγο– για ρινγκ τόουν ένα στρατιωτικό εμβατήριο, είχε χρόνια να τ’ ακούσει, από μαθήτρια στις παρελάσεις. Μέσα σ’ όλα παίζει να ’ναι κι οπαδός τους, γιατί όχι; Βλέπεις, στρογγυλοκάθονται πλέον κι επισήμως στα έδρανα της Βουλής. Δεν μπούκαραν όμως με το έτσι θέλω, κάποιοι τους άνοιξαν διάπλατα την πόρτα, τους είπαν περάστε, κύριοι, καθίστε, σαν στο σπίτι σας. Τους καλούν και σε εκπομπές, τους παίρνουν και συνεντεύξεις. Σουλατσάρουν ανερυθρίαστα μέσα στα σαλόνια και στις κρεβατοκάμαρες του κόσμου, δυστοπία που παίρνει σάρκα και οστά καμουφλαρισμένη κάτω από την προβιά της κανονικότητας. Και τα κρίματά τους ξεπλύθηκαν όλα στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ των τηλεσκουπιδιών, από ναζιστικά τέρατα γίνανε εν μια νυκτί άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Οι συνάδελφοι –απορεί με τον ίδιο της τον εαυτό, τι της ήρθε να τους αποκαλέσει έτσι–, αυτοί που πριν από λίγο τα ’χωναν στους πολιτικούς στο ραδιόφωνο, είναι ολοφάνερο πως φλερτάρουν με τις ιδέες τους. Άλλωστε είναι πολύ της μόδας τελευταία, περνιούνται και για αντισυστημικές.

Λες ο ταξιτζής να είναι όντως από δαύτους; Μήπως να τον προκαλέσει με ένα δήθεν τυχαίο «εγέρθητω»; Κι αν την πετάξει έξω από το αυτοκίνητο, εδώ στη μέση του πουθενά; Σύνελθε, Ηλέκτρα! Δεν είναι ώρα για τέτοια παιχνιδάκια.

Κάτι στιγμές σαν και τούτη καίγεται να τεντώσει το σχοινί μέχρι εκεί που δεν παίρνει, την κατακλύζει ακατάσχετη η επιθυμία να δοκιμάσει τα όρια των άλλων, μα πιότερο να δοκιμάσει τα δικά της, κι ας κάνει πίσω την τελευταία στιγμή, πάντα πίσω την τελευταία στιγμή.

Κοιτάζει το τοπίο έξω από το παράθυρο, αλλά δεν βλέπει. Κόλλησε ο νους. Γυροφέρνει διαρκώς σε εκείνη την κακοποιημένη προστακτική του στρατιωτικού παραγγέλματος.

Δάκρυσε όταν πρωτοείδε το βίντεο. Ούτε η ίδια ξέρει καλά καλά το γιατί. Από ξάφνιασμα για τον βιασμό της γλώσσας; Από λύπη για την κατάντια της χώρας; Από αγανάκτηση για τις τόσες χιλιάδες που βρέθηκαν να τους ψηφίσουν; Ίσως να ’ταν κι από φόβο, πρώτη φορά αντίκριζε κατάματα το φίδι που τόσα χρόνια τρέφανε στον κόρφο τους. Έκατσε κι έγραψε κι ένα άρθρο-καταπέλτη, να δώσει διέξοδο στη συσσωρευμένη πίεση από τις στριμωγμένες στο μυαλό της αγωνίες. Το διάβαζε, το ξαναδιάβαζε, βρήκε την ανάλυση εύστοχη και εμβριθή, δίχως ιδεολογικές αγκυλώσεις κι εύκολους αφορισμούς – να δεις που δεν πήγαν τελικά χαράμι τόσες σπουδές, τόσα βιβλία στα ράφια της ξέχειλης βιβλιοθήκης της. Μύχιος ωστόσο πόθος της, κι ας μην το ομολογούσε ούτε στον ίδιο της τον εαυτό, να το δει να φιγουράρει δίπλα σε ονόματα τρανταχτά στις μέσα σελίδες μιας έγκριτης κυριακάτικης εφημερίδας: «Το αυγό του φιδιού», Ηλέκτρα Μακρή, δημοσιογράφος, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην Κοινωνιολογία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Είχε τις άκρες για να το προωθήσει, τα απαραίτητα κονέ, όπως λένε στην πιάτσα. Ένας παλιός συμφοιτητής της δούλευε στο Δημοκρατικό Βήμα, σε καλό πόστο –γόνος διάσημου ποινικολόγου, δεν ζορίστηκε και πολύ είναι η αλήθεια–, ενώ στα Καθημερινά Νέα, πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα στον χώρο της κεντροδεξιάς, η αρχισυντάκτρια του πολιτιστικού ένθετου ήταν γνωστή του πατέρα της – του χρώσταγε από παλιά, χάρη στα δικά του λογιστικά μαγειρέματα, την έβγαλε καθαρή με τόσο χαμηλό φόρο, κι ας της άφησε μια άτεκνη θεια της τη μισή Κόρινθο σε σπίτια και μαγαζιά. Δεν έκανε όμως την κίνηση. Δεν της άρεσε αυτό το μονοπάτι. Ήθελε όλα να τα κερδίζει με το σπαθί της. Και τη δουλειά στο περιοδικό μόνη της τη βρήκε, δεν πόνταρε στις γνωριμίες των γονιών της. Ψωροπερήφανη την έλεγε η κολλητή της, σίγουρα κι άλλοι στον κύκλο της θα το σκέφτονταν, δεν τολμούσαν όμως να της το πουν κατάμουτρα. Θα μπορούσε τουλάχιστον να ανεβάσει το άρθρο της στο ίντερνετ. Άδικος κόπος. Πόσοι θα βρίσκονταν να το ψαρέψουν μέσα σε αυτόν τον ωκεανό πληροφοριών; Το πέταξε τελικά στον κάδο ανακύκλωσης του υπολογιστή της, λέξεις και στραπατσαρισμένες φιλοδοξίες ένας πολτός, ετοίμασε στα γρήγορα μια βαλίτσα κι έφυγε για Σαντορίνη. Το αφιέρωμα στο καινούργιο πεντάστερο ξενοδοχείο με τις πισίνες υπερχείλισης πάνω στην Καλντέρα δεν μπορούσε να περιμένει άλλο.

kyrimi ex«Που λες, κοπελιά, το Βίγλι δεν είναι και κανένα σπουδαίο χωριό να πεις, το έχω όμως στην καρδιά μου».

Δεν το πήρε τελικά απόφαση να το βουλώσει, απογοητεύεται η Ηλέκτρα, ξεψαχνίζει ταυτόχρονα τα λεγόμενα του ταξιτζή, να επιβεβαιώσει τις προηγούμενες εικασίες της για τον ιδεολογικό αχταρμά στο κεφάλι του, να δικαιώσει αν μη τι άλλο και το άχρηστο για τα τουριστικά περιοδικά δημοσιογραφικό της δαιμόνιο. Έτσι, μόνο και μόνο για το γαμώτο, για τη μάταιη ικανοποίηση πως στα είκοσι επτά της δεν έχει σκουριάσει κι ολότελα, πως θα μπορούσε να το πάρει κι αλλιώς, αν δεν έσκαγε έτσι στα ξαφνικά το πρόβλημα με το μάτι, αν δεν ήταν τόσο ψωροπερήφανη, αν…, αν…

«Για μας τους πατριώτες ήταν τιμή ο γερο-Αυγουλέας» συνεχίζει εκείνος, ανίδεος για την τρικυμία που σηκώνουν τα λόγια του.

Σαν να τη χτύπησε ξαφνικά ηλεκτρικό ρεύμα. Ούτε που τις περίμενε τέτοιες κουβέντες. Άλλα είχε προετοιμαστεί να ακούσει. Τι στο διάτανο ξέρει ο ταξιτζής για τον Αυγουλέα; Και ποιον από τα δύο αδέρφια εννοούσε; Τον μεγάλο, τον Πέτρο, ή τον μικρότερο, τον Αναστάση, για τον οποίο είχαν βρει πληροφορίες στο αρχείο του Γυμνασίου; Ίσως, πάλι, να αναφερόταν σε έναν οποιονδήποτε Αυγουλέα, στη Μάνη τα σόγια είναι μεγάλα κι αριθμούν πολλά μέλη.

Τον περιμένει με αδημονία η Ηλέκτρα να συνεχίσει την ιστορία του, εκείνος όμως είναι ήδη αλλού. Δυνατά και παράφωνα τραγουδάει το ρεφρέν από το σουξέ που παίζει αυτή την ώρα το ραδιόφωνο.

«Ποιος είναι αυτός ο Αυγουλέας;» τολμάει να τον ρωτήσει η Ηλέκτρα, διακόπτοντας την παθιασμένη κορόνα του.

Τσίμπησε με τη μία ο ταξιτζής.

«Ο Αυγουλέας, κοπελιά, είναι σύμβολο για μας τους εθνικιστές. Αυτός ήταν η ψυχή της γιορτής που στήναμε κάθε χρόνο για τη νίκη στο συμμοριτοπόλεμο. Μόνο αυτός σ’ όλη τη Μέσα Μάνη είχε τα αρχίδ…, ε, κατάλαβες, για κάτι τέτοιο. Μάθαμε κι εμείς οι νεότεροι πως παλικάρια σαν και του λόγου του… Τι κάνεις, ρε μαλάκα, δε βλέπεις μπροστά σου; Να, πάρ’ τα, να μη σ’ τα χρωστάω». Και ρίχνει μια χορταστική μούντζα στο αυτοκίνητο που πέρασε βολίδα στο αντίθετο ρεύμα – ο οδηγός είχε πάρει ανοιχτά τη στροφή, κόντεψε να τους τρακάρει.

«Τι σου ’λεγα;» συνέχισε, σαν να μην τρέχει τίποτα, ο ταξιτζής. «Α, ναι, αυτοί που λες σώσανε την Ελλάδα απ’ το σλάβικο το σκυλολόι. Δεν πιστεύω να ’χεις κι εσύ καμιά σχέση με τα κουμμούνια και να παρεξηγιέσαι, ε; Μπροστάρης κι όταν πήγαμε να στήσουμε στο Γύθειο το άγαλμα του Κατσαρέα, του αετού της Μάνης, τον έχεις ακουστά; Μας σταμάτησαν όμως, είχανε βάλει βλέπεις το χεράκι τους κάτι καλόπαιδα αριστεροί, ήτανε λέει σφαγέας. Ακούς εκεί σφαγέας! Γυρνάει και τους πετάει στα μούτρα ο δικός σου: “Αν ο ήρωας που υπερασπίστηκε την πατρίδα είναι σφαγέας, οι άλλοι με τα κονσερβοκούτια και την πηγάδα του Μελιγαλά τι είναι;”. Μόκο, τα τάπωσε ο παππούς τα κου…μμουνάκια».

Σίγουρη η Ηλέκτρα πως, σαν γνήσιο αρσενικό, πολύ θα το χάρηκε ο ταξιτζής το υπονοούμενο που σκάρωσε. Μέσα της βράζει, καίγεται από την επιθυμία να μάθει για την οικογένεια Αυγουλέα, αλλά δεν αντιδρά – δεν θέλει να του δώσει αυτή την ικανοποίηση. Τον αφήνει να τρώγεται με την έγνοια μήπως το παρατράβηξε και στραβώσει τελικά το ψηστήρι του με την γκόμενα.

Ο ταξιτζής την κόβει επίμονα από τον καθρέφτη. Έπειτα συνεχίζει ατάραχος:

«Όλα, που λες, απ’ τα χέρια του περνούσαν για τη γιορτή, ομιλίες, στεφάνια, τρισάγιο για τους νεκρούς, και μέχρι την τελευταία στιγμή το μυαλό του ξουράφι. Τον χάσαμε όμως, πάνε τέσσερα, όχι κάτσε, πολλά λέω, τρία χρόνια, και τώρα λουφάξανε όλοι στις τρύπες τους, ούτε γιορτές ούτε τίποτα. Καλύτερα, δεν έζησε να δει πώς καταντήσανε τη χώρα οι κλέφτες οι πολιτικοί. Μαγαρίσανε τη μνήμη του οι άτιμοι. Πίσω όμως έχει η αχλάδα την ουρά».

«Το μικρό του όνομα;»
«Ποιανού;»
«Του Αυγουλέα».
«Α, ναι. Πιέρρος».
«Πιέρρος… Περίεργο όνομα, στ’ αλήθεια!»
«Πέτρος είναι το βαφτιστικό του. Έτσι λέμε τους Πετρήδες εδώ στη Μάνη».
«Α, ο Πέτρος…» λέει δυνατά τη σκέψη της εκείνη.

«Τι οφείλω;»
«Δώσε ένα τριαντάρι, κι είσαι εντάξει. Τι θα ’λεγες και για ένα ποτάκι το βράδυ; Ξέρω ένα μαγαζί πολύ μπάνικο», και πήρε η φωνή του εκείνο το γλοιώδες ηχόχρωμα που σιχαίνεται η νεαρή δημοσιογράφος στους άντρες που το παίζουν επιβήτορες.

Ο ταξιτζής την κόβει και πάλι από τον καθρέφτη, με μια ματιά αθώας απορίας αυτή τη φορά.

«Γιατί; Τον ήξερες;»
«Δεν είχε έναν αδερφό; Πέθανε κι αυτός;»
«Τρεις αδερφούς και δυο αδερφάδες. Όλοι σχεδόν αποθαμένοι. Μόνο ο μικρότερος ζει, ο Αναστάσης, στο κακό του το χάλι κι αυτός».

Τινάζεται από το κάθισμα η Ηλέκτρα, τόσο που γύρισε ο ταξιτζής να δει τι συμβαίνει.

«Καλά είσαι; Τρέχει κάτι;»
«Είσαι σίγουρος ότι ζει ο Αναστάσης Αυγουλέας;»
«Παιδιά είμαστε; Να, τώρα φτάσαμε στο Βίγλι, ρώτα και μόνη σου στο καφενείο να μάθεις».

Κοιτάζει η Ηλέκτρα το ταξίμετρο να δει πόσα χρωστάει, διαπιστώνει όμως πως δεν είναι αναμμένο.

«Τι οφείλω;»
«Δώσε ένα τριαντάρι, κι είσαι εντάξει. Τι θα ’λεγες και για ένα ποτάκι το βράδυ; Ξέρω ένα μαγαζί πολύ μπάνικο», και πήρε η φωνή του εκείνο το γλοιώδες ηχόχρωμα που σιχαίνεται η νεαρή δημοσιογράφος στους άντρες που το παίζουν επιβήτορες.

Πληρώνει το αδικαιολόγητα παραφουσκωμένο ποσό για σκάρτα δέκα λεπτά διαδρομή και, χωρίς να καταδεχτεί ούτε καν να απορρίψει την πρόταση του ταξιτζή, κλείνει με δύναμη την πόρτα πίσω της κι αναζητά με το βλέμμα της το καφενείο του χωριού.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» του Άκη Παπαντώνη (προδημοσίευση)

«Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» του Άκη Παπαντώνη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων του Άκη Παπαντώνη «Στα θερμοκήπια του Αυγούστου», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 12 Ιουνίου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πάργα (ΙΙ) ...

«Πλανήτες, ύδατα και νήσοι» του Γιώργου Μητά (προδημοσίευση)

«Πλανήτες, ύδατα και νήσοι» του Γιώργου Μητά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Μητά «Πλανήτες, ύδατα και νήσοι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 14 Ιουνίου από τις εκδόσεις Στερέωμα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στη γιορτή...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Μεσσίας» (εκδ. Μίνωας).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

...
«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας 

Ο σημαντικός, Άγγλος βιρτουόζος σκηνοθέτης ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

Καταιγιστική δράση αλλά και χαλαρή ατμόσφαιρα, κοινωνικός σχολιασμός και σκοτεινός ρεαλισμός: Είκοσι έξι αστυνομικά, νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ, για ένα καλοκαίρι γεμάτο συγκινήσεις. 

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου

...
Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Πέντε ποιητικά έργα με πυκνή γραφή, φιλοσοφικούς στοχασμούς και πολιτικό περιεχόμενο.

Επιλογή-παρουσίαση Παναγιώτης Γούτας

Πέντε ποιητικά έργα από τον βορρά, καρποί ώριμης γραφής, που εκφράζουν φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς. 

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ