panagiotopoulos prodimosieusi

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος, από τη συλλογή διηγημάτων του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Ανήσυχα άκρα», που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΝΗΣΥΧΩΝ ΑΚΡΩΝ

Ένα χαρχάλεμα. Αυτό άκουσα όλο κι όλο. Σαν να πέρασε κάποιος ανάμεσα στις γαρδένιες. Να ’χε αέρα, θα ’λεγα ο αέρας. Αλλά δεν φυσούσε. Τέντωσα τα αυτιά μου. Αλλιώς δεν θα τον έπαιρνα χαμπάρι. Μπορεί και να ’ταν καλύτερα έτσι. Να μην τον είχα ακούσει δηλαδή. Καλύτερα να κοιμόμουν. Αλλά πού να κλείσω μάτι;

Το χαζοκούτι το έκλεισα μετά τις ειδήσεις. Δεν είχε τίποτα. Και να είχε, πού μυαλό; Πήρα το τηλέφωνο κοντά. Για καλό και για κακό. Που λέει ο λόγος. Άμα χτυπήσει μες στη νύχτα για καλό δεν είναι. Αν και δεν ξέρω. Στην περίπτωση της Μαρίας κακό δεν το λες. Ενενήντα εννιά έφτασε. Παρά ένα εκατό. Και να μη γνωρίζει ούτε την κόρη της πια. Το πρωί, λέει, είχε ανοίξει τα μάτια. Τέντα. Σαν να ’βλεπε μπροστά της τον οξαποδώ. Καμιά ώρα μετά τα ’κλεισε πάλι. Η Ζωζώ είχε πει δεν έβγαζε άλλη νύχτα. Γι’ αυτό το πήρα το τηλέφωνο κοντά.

Την ονειρεύτηκα νυφούλα. Στο γλέντι, λέει, χόρευε με τον Σπύρο. Τον δικό μου τον Σπύρο. Πράγμα φύσει αδύνατον. Ο Σπύρος ήταν πολύ μικρότερός της. Στον γάμο της θα ήταν ακόμη παιδί. Αλλά χόρευε με τον Σπύρο μου, λέει, κι ο Σπύρος φορούσε κι εκείνος το γαμπριάτικό του. Τινάχτηκα. Κοίταξα το τηλέφωνο. Δεν χτυπούσε. Σκέφτηκα, πάει η Μαρία. Πάει να βρει τον Σπύρο μου. Αλλά τα όνειρα δεν σημαίνουν πάντα αυτό που λένε. Με είχε επηρεάσει η Ζωζώ. Σάμπως δεν το ’χε ξαναπεί όμως; Πριν από έξι μήνες, τα ίδια. Δεν βγάζει τη νύχτα, είχε πει πάλι. Κι ο γιατρός το ’χε πει. Τα ανοίγματα στις φτέρνες και στις γάμπες της έκλειναν. Οι καινούργιες αλοιφές. Τα σπρέι. Μια περιουσία κόστιζαν. Τα άξιζαν τα λεφτά τους. Η πληγή στην πλάτη όμως όχι. Και γύρω γύρω δώσ’ του να βγαίνουν καινούργιες μαυρίλες. Κι όμως, μας έβγαλε όλους ψεύτες η Μαρία. Την επόμενη βδομάδα πήρα ένα ταξί και κατέβηκα στη Βούλα. Μου γέλασε. Με γνώρισε; Δεν ξέρω. Ξαπλωμένη ανάσκελα, τυλιγμένη στα σκεπάσματα. Σαβανωμένη πρόωρα, σκέφτηκα. Κάτι μουρμούριζε. Το παιδί, το παιδί, έλεγε. Ποιο παιδί; Ένας Θεός ξέρει. Ο Θεός που δεν την έπαιρνε, να ησυχάσει. Την είχε ξεχάσει τότε. Γιατί να μην το ξανακάνει;

Σηκώθηκα να κατουρήσω. Έντεκα η ώρα. Νωρίς αρχίσαμε απόψε, σκέφτηκα. Πήγα να πλαγιάσω πάλι, αλλά πού… Τινάζονταν τα πόδια μου, σαν να με χτυπούσε ρεύμα. Τσάμπα τόσα χάπια. Ο μεγάλος επέμενε. Αφού σου είπε η Ντίνα να τα πάρεις, θα τα πάρεις. Χρυσή κοπέλα η Ντίνα. Η νευρολόγος. Τι να σου κάνουν όμως κι οι γιατροί; Σάμπως στο χέρι τους είναι; Άμα πάρει νερό η βάρκα μεσοπέλαγα… Ο Σπύρος το ’λεγε αυτό. Μου ’μεινε κι εμένα.

Από του Φλέσσα ακούγονταν γέλια. Είναι μια μορφονιά στον τρίτο. Ηθοποιός είναι, μου είπανε; Δεν θυμάμαι. Κάτι στην τηλεόραση. Μπορεί και παρουσιάστρια. Το ίδιο κάνει. Έχει κόσμο συχνά. Πάνε κι έρχονται οι πίτσες. Και τα σουβλάκια. Τελευταία άνοιξε και κινέζικο. Δικοί μας το άνοιξαν. Ο γιος του Αρίστου. Αλλά δεν πάει καλά. Ο Αρίστος μου το ’πε. Ψόφια πράματα. Τέλος πάντων. Είναι μεγάλη ευκολία. Όχι σαν κι εμάς! Καλείς, και δεν σε νοιάζει. Έχεις ψωνίσει; Έχεις μαγειρέψει; Παίρνεις ένα τηλέφωνο, και να το φαγητό στην πόρτα σου. Ούτε ταψιά ούτε κατσαρόλες. Έχει συχνά κόσμο. Έχει μεγάλο μπαλκόνι. Και το πάνε πάντα αργά. Άλλοι διαμαρτύρονται. Τις προάλλες είχε βγει ο λογιστής από του Τζανουδάκη και φώναζε. «Δεν έχετε συναίσθηση; Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν! Βγάλτε τον σκασμό πια!» Το τι του έσουρε; Να ήσουν από μια μεριά! Έχει μια γλώσσα ίσα με το μπόι της. Ψηλή κοπέλα. Τσαούσα! Εμένα οι κουβέντες τους με νανουρίζουν. Και τα γέλια τους. Αυτά τα γέλια τους… Ζωή να ’χουν! Όλο γέλιο να ’ναι η ζωή τους.

Ένα χαρχάλεμα. Αυτό άκουσα όλο κι όλο. Σαν να πέρασε κάποιος ανάμεσα στις γαρδένιες. Να ’χε αέρα, θα ’λεγα ο αέρας. Αλλά δεν φυσούσε. Τέντωσα τα αυτιά μου. Αλλιώς δεν θα τον έπαιρνα χαμπάρι. Μπορεί και να ’ταν καλύτερα έτσι. Να μην τον είχα ακούσει δηλαδή. Καλύτερα να κοιμόμουν. Αλλά πού να κλείσω μάτι;

Ξανακοιμήθηκα με τα πολλά. Όχι πολύ. Μέχρι τις δύο, δύο και… Πάλι τινάγματα. Είπα, μη σηκωθείς. Δεν είναι ζωή αυτή. Καμιά φορά σηκώνομαι για τρεις σταγόνες. Από συνήθεια πιο πολύ. Λέω, θα με ξαναπάρει. Στριφογύρισα, στριφογύρισα, τίποτα.

Είναι κι αυτό το ρολόι με τους κόκκινους αριθμούς. Ο Σπύρος το είχε περί πολλού. Αλλά ήταν απ’ τη μεριά του και δεν το ’βλεπα. Από τότε που έφυγε, έτσι και πέσει το μάτι μου εκεί, πάει, κόλλησα. Από ’ναν πλανόδιο το ’χε πάρει. Κινέζικο. Φτηνόπραμα. Κρατάει όμως ακόμη. Μια χαρά δουλεύει. Μέχρι τις τρεις το χάζευα. Μου λέει ο μεγάλος, να σου φέρω ένα; Μην μπαίνεις σε έξοδα, του λέω. Έχεις οικογένεια. Έχεις παιδί. Τι έξοδα, ρε μάνα, μου λέει. Αφού λες ότι σ’ ενοχλεί. Δεν είναι το ρολόι, παιδί μου, του λέω. Κι αυτό να μην ήταν, πάλι θα ξαγρυπνούσα. Του είπα τότε για τα τινάγματα. Τι το ’θελα; Πήγε κι έκλεισε ραντεβού με τη νευρολόγο. Κι άλλα χάπια! Θα τα πάρεις, μου λέει. Αφού είπε η Ντίνα να τα πάρεις, θα τα πάρεις. Πήρε σε δυο μέρες. Να μάθει αν είδα διαφορά. Πολύ καλύτερα, του λέω. Ψέματα. Να τον ησυχάσω. Να μην παίρνει κάθε τρεις και λίγο. Είναι ικανός. Είναι ευαίσθητο παιδί ο μεγάλος. Μέχρι που μου πήρε κι άλλο ρολόι, να μη μ’ ενοχλούν οι κόκκινοι αριθμοί που λαμπυρίζουν. Κι ας έχει κι εκείνος τα ζόρια του. Που δεν μιλάει; Τον ξέρω εγώ. Ίδιος ο πατέρας του. Τα κρατάει όλα μέσα του. Μη σε βαρύνει. Χτυπάω ξύλο, αλλά δεν θα του βγει σε καλό. Κι ο Σπύρος έτσι έπαθε την καρδιά του. Να πεις ότι κάπνιζε; Ούτε να το μυρίσει. Το άγχος κι η στεναχώρια. Αυτά σε σκοτώνουν. Αλλά γι’ αυτά δεν έχει χάπια.

Άσ’ τους άλλους. Τον εαυτό σου κοίτα! Ο μικρός είναι αυτός. Άλλη πάστα. Από ποιον πήρε; Όχι ότι δεν μπορεί να έχει δίκιο! Διότι ποιος σου εγγυάται; Ανησυχείς για τη Μαρία. Παίρνεις και το τηλέφωνο κοντά σου. Και φεύγεις εσύ πρώτη. Λίγα ακούμε; Μ’ ανοιχτά τα μάτια. Κοιτώντας τους κόκκινους αριθμούς. Τρεις η ώρα τα χαράματα. Ποιος το λέει ότι ο οξαποδώ δεν είναι κόκκινοι αριθμοί που λαμπυρίζουν στο σκοτάδι; 

Έκλεισα τα μάτια. Με κόπο. Για να διώξω τη σκέψη. Να μη δω τους κόκκινους αριθμούς να μου γνέφουν. Να μου λένε, έλα, πάμε! Που ίσως να ήταν και μια λύση. Θα δικαιωνόταν κι ο μικρός. Σ’ τα ’λεγα, μάνα. Δεν σ’ τα ’λεγα; Του αρέσει αυτό. Τον τρέφει. Να έχει δίκιο. Και μετά να λέει, σας τα ’λεγα. Στον αδερφό του πιο πολύ. Αλλά και σ’ εμένα. Εγώ δεν του πάω κόντρα. Προτιμώ να κάνω πίσω. Εσύ ξέρεις, παιδάκι μου. Του λέω. Που σημαίνει διαφωνώ, αλλά δεν θέλω να σου πάω κόντρα. Κι αυτό τον διαολίζει. Τι άλλο να κάνω όμως; Ο μεγάλος δεν του χαρίζεται. Τον κάνει ηφαίστειο. Σ’ όλα έχεις δίκιο, του λέει. Σ’ όλα εσύ ξέρεις καλύτερα. Δεν άκουσες ποτέ κανέναν, και γι’ αυτό πας κατά διαόλου.

panagiotopoulos exΚάπου εκεί τον ξαναπήρα λιγάκι. Κι είδα τη μάνα μου. Καθότανε, λέει, σ’ ένα σκαμνί πλάι στο πηγάδι. Καθάριζε ζοχούς, που αρέσαν του πατέρα μου. Λέει για χόρτα ο ονειροκρίτης; Δεν θυμάμαι. Για πηγάδι θα λέει σίγουρα. Καθάριζε ζοχούς κι είχε στα μάτια της μια συννεφιά. Τι έχεις, μάνα; τη ρώτησα. Αλλά δεν μου απάντησε. Ούτε με κοίταξε. Σαν να μην ήμουνα εκεί. Μάζεψε τα χόρτα στην ποδιά της και σηκώθηκε. Πού πας, μάνα; της είπα. Αλλά δεν στάθηκε. Την ξαναφώναξα. Μάνα! Δεν γύρισε. Πήγα να βγάλω νερό, να της πάω. Ο κουβάς δεν ανέβαινε. Κοιτάω κάτω. Τι να δω; Ήμουν γριά γυναίκα.

Το πατρικό μας το δώσαμε το ’75. Βρήκε ο Χρήστος έναν εργολάβο. Τα μιλήσανε, τα συμφωνήσανε. Πήγανε και πιάσανε και τον Βασίλη. Τον ψήσανε. Βάλαν και την Καλλιόπη στον χορό. Η Στέλλα είπε, ό,τι πει ο Χρήστος. Εγώ βέβαια δεν συμφωνούσα. Είπα του Σπύρου, μίλα κι εσύ. Εσένα θα σ’ ακούσουνε. Δεν μου πέφτει λόγος εμένα, λέει ο Σπύρος. Το σπίτι είναι του πατέρα τους. Έχουμε κι εμείς μερίδιο, του λέω. Άμα συμφωνούνε όλοι, μου λέει. Το δώσανε. Ο Χρήστος κι ο Βασίλης πήραν ένα μαγαζί στο ισόγειο. Σ’ εμάς βγήκε ένα γραφειάκι στον τρίτο. Το πουλήσαμε το ’90. Ν’ ανοίξει δική του δουλειά ο μικρός. Σε πέντε χρόνια μέσα γίναν αέρας. Χρωστούσε κι από πάνω. Έβαλε ο μεγάλος, τσοντάραμε κι εμείς. Τον σώσαμε.

Από τότε βλέπω τη μάνα στον ύπνο μου. Φύγαν ένας ένας οι άλλοι. Έρχεται σ’ εμένα. Τι να ’κανα; Αφού τα είχαν βρει μεταξύ τους. Κι ο Σπύρος δεν ήθελε να πάμε κόντρα. Μην τα χαλάσει με τ’ αδέρφια μου. Και με τους γαμπρούς της Στέλλας. Σιγοντάρανε κι αυτοί. Η Στέλλα είχε το μεγαλύτερο μερίδιο. Τι να ’κανα;

Ούτε μία ώρα. Μαρτύριο σκέτο. Πώς να ξεκουραστείς έτσι; Λέω, δεν θα σηκωθώ. Άμα σηκωθώ τώρα, πάει, ξαγρύπνησα. Γυρνάω πλευρό, να μην κοιτάω το ρολόι. Και εκεί τον ακούω.

Ένα σούρσιμο. Λιγότερο κι από σούρσιμο. Μέσα στην ησυχία, ένα χαρχάλεμα. Σαν να πέρασε κάποιος ανάμεσα στις γαρδένιες. Αέρα δεν είχε. Λέω, να δεις, κάποιος είναι. Λίγα ακούμε; Τεντώνω τ’ αυτιά μου. Πιάνει να γαβγίζει το σκυλί της Χαρούλας. Λέω, απ’ την κουζίνα πάει. Για δυο λεπτά μονάχα η καρδιά μου ακουγόταν. Ντάπα ντούπα. Πήγε να σπάσει. Ησύχασε ο σκύλος. Λέω, μπορεί καμιά γάτα. Μη βάζεις πράματα με το μυαλό σου. Αλλά έλα που μου είχε κολλήσει η ιστορία της Φωτιάδου… Απέναντί της, λέει, μπήκαν Γεωργιανοί. Ευτυχώς που δεν ήταν οι άνθρωποι μέσα. Λίγα ακούς κάθε μέρα; Κι η συμμορία με το σίδερο; Αδίστακτοι. Τους πιάσανε; Καιρό έχω ν’ ακούσω για δαύτους. Κι όπως τα σκέφτομαι αυτά, ακούω ένα τσικ τσικ τσικ. Απ’ την κουζίνα. Η πόρτα ξεχαρβαλωμένη από τη βόμβα που βάλαν στην εισαγγελέα. Ποια γάτα, μωρέ, λέω. Σήκω! Θα σε σιδερώσουν!

Σηκώνομαι. Ένα τρέμουλο στα πόδια! Να μην τα ορίζω. Λέω, μην πέσεις τώρα! Το καλό που σου θέλω! Και στο κεφάλι ένα βουητό. Να μου περνάνε χίλιες σκέψεις. Για την εισαγγελέα θα ’ναι. Επειδή της έχουν φρουρό από μπροστά. Την άλλη φορά δεν τους εμπόδισε. Βάλανε τη βόμβα στη σκάλα. Μέρα μεσημέρι. Γιατί ο φρουρός ερχόταν τη νύχτα. Έσκασε τρεις τα ξημερώματα. Ρημαδιό. Το διπλανό της σαν βομβαρδισμένο. Στον δρόμο βροχή τα τούβλα. Τα αυτοκίνητα όλο λακκούβες. Η πόρτα της κουζίνας μου ξεχαρβαλωμένη. Το παράθυρο στο μπάνιο κομμάτια. Αν είχα σηκωθεί για κατούρημα, θα με είχαν κάνει λουρίδες. Μετά βάλανε φρουρό όλο το εικοσιτετράωρο. Κατόπιν εορτής.

Ξανά το τσικ τσικ στην πόρτα. Λέω, σύνελθε! Δεν είναι για την εισαγγελέα. Σήκωσες λεφτά. Αυτό είναι. Έτσι κάνουν. Το λένε στις ειδήσεις. Παραμονεύουν στις τράπεζες και ξέρουν. Σε είδαν. Χαζoβιόλα. Ανοίγω την ντουλάπα. Τα είχα ανάμεσα στα καθαρά σεντόνια. Μετά λέω, τι κάνεις; Θα του τα μετρήσεις κιόλας; Την κλείνω. Πανικός δηλαδή. Πιάνω, την ξανανοίγω. Λέω, τη βλέπει ανοιχτή. Τι θα σκεφτεί; Ότι αποκλείεται να είναι εκεί η κρυψώνα. Ή αυτό ή που θα την ψάξει πρώτη. Και θα την κάνει λαχείο. Οχτώ χιλιάρικα. Οχτώ τρακόσια είχα σηκώσει. Όσα είχα δηλαδή. Τα τρακόσια τα κράτησα στο πορτοφόλι. Να πληρώσω το ρεύμα, να πάω σουπερμάρκετ, κι όσα μείνουν για τη λαϊκή. Λέω, θα μου αφήσει τα τρακόσια; Πανικός. Μετά λέω, να του δώσεις το πορτοφόλι. Ίσως δεν σε είδε στην τράπεζα. Μπουκάρουν και για λιγότερα. Λίγα είναι τα τρακόσια; Κάθε μέρα τ’ ακούμε. Θα του πεις, αυτά έχω όλα κι όλα.

Κι εκεί που του κάνω παζάρια, ακούω την πόρτα να τρίζει. Έχει ένα τρίξιμο χαρακτηριστικό. Σαν χήρα που στενάζει. Από τότε με τη βόμβα. Πιο πριν ήταν εντάξει.

Στην αστυνομία είπα, εμάς ποιος θα μας αποζημιώσει; Τους έδειξα την ξεμανταλωμένη κάσα και τα τζάμια απ’ το μπάνιο. Τα είχα μαζέψει σ’ ένα φαράσι. Εμείς απλώς καταγράφουμε τις ζημιές, μου λέει ο νεαρούλης. Και για σας το λέω, του απαντάω. Τσάμπα ο κόπος σας. Πρώτη φορά θα ’ναι, κυρία μου; μου λέει. Τι να σου κάνει το παιδί; Σάμπως αυτός φταίει; Ό,τι αποφασίσουν οι κεφαλές. Αυτός τη δουλειά του κάνει. Δεν μας αποζημίωσε κανείς. Ε, από τότε τρίζει η πόρτα. Ήρθε ο μάστορας. Στερέωσε την κάσα. Την άνοιξε. Την έκλεισε. Ορίστε, μου λέει. Διακόσια ευρώ. Χωρίς απόδειξη. Με απόδειξη, διακόσια πενήντα. Λέω, κι αν ζητήσουν αποδείξεις, για να μας αποζημιώσουν; Μου λέει, διακόσια πενήντα τότε. Λέω, πενήντα ευρώ δεν τους τα χαρίζω. Σιγά μη μας αποζημιώσουν. Μου λέει ο μάστορας, αν πουν γι’ αποζημίωση, μου δίνεις το πενηντάρι και σου κόβω εγώ απόδειξη για πεντακόσια. Έννοια σου. Γνωστός του μικρού. Αλλά η πόρτα τρίζει. Το είπα του μικρού. Μου λέει, έχει δουλειά ο άνθρωπος. Του λέω, ναι. Αλλά τρίζει. Και τα διακόσια τα πήρε. Μου λέει, θα του πω. Ρώτησα, ξαναρώτησα. Μου λέει, του το ’πα. Άμα αδειάσει, θα περάσει να τη δει. Δεν πέρασε. Για το πενηντάρι είχα δίκιο. Μας ξέχασαν.

Ακούω τότε ένα ντουπ. Λέω, αχ, το σκαμπό. Είναι μέσα! Θα σκόνταψε. Καλά, φακό δεν έχει; Έχω ένα σκαμπό, ξύλινο – δυο σκαλοπατάκια. Για να φτάνω τα πάνω ντουλάπια, τις πιατέλες. Το είχα δίπλα στο καλοριφέρ. Έρχεται, λέω. Δεν θα του φτάσουν τα τρακόσια. Θα ψάξει.

Ακούω τότε ένα ντουπ. Λέω, αχ, το σκαμπό. Είναι μέσα! Θα σκόνταψε. Καλά, φακό δεν έχει; Έχω ένα σκαμπό, ξύλινο – δυο σκαλοπατάκια. Για να φτάνω τα πάνω ντουλάπια, τις πιατέλες. Το είχα δίπλα στο καλοριφέρ. Έρχεται, λέω. Δεν θα του φτάσουν τα τρακόσια. Θα ψάξει. Και να μην ξέρει για τα οχτώ χιλιάρικα, πάλι θα ψάξει. Για χρυσαφικά. Δεν είναι πολλά, αλλά αυτός θα ψάξει. Το χρυσό ρολόι του Σπύρου για τον αρραβώνα μας. Τα βραχιόλια. Κάτι δαχτυλιδάκια. Και οι λίρες των παιδιών. Αυτές πιο πολύ. Λέω, Σπύρο, πάει το ρολόι. Και πώς μου ’ρχεται. Επειδή είπα Σπύρο…

Ανοίγω τη δίφυλλη ντουλάπα. Σχεδόν άδεια είναι. Τα κοστούμια του τα έδωσα στον Δήμο για τους άστεγους. Ένα έχω κρατήσει. Το καλό το γκρι. Του πήγαινε. Εκείνου του άρεσε ένα μπλε σκούρο με διπλή ρίγα. Μ’ αυτό τον έντυσα. Και κράτησα για μένα το γκρι. Εκεί, πίσω από το κοστούμι, ήταν η καραμπίνα του. Λέω, ή ταν ή επί τας. Δεν τον άκουγα, αλλά ήξερα ότι ερχόταν. Πού θα έψαχνε πρώτα; Βγάζω την καραμπίνα. Ασήκωτη. Πρώτη φορά την έπιανα στα χέρια μου. Ψέματα. Δεύτερη. Ο Σπύρος την καμάρωνε. Κι ας μην ήταν φανατικός κυνηγός. Πιο πολύ για την παρέα πήγαινε. Με τους γαμπρούς της Στέλλας. Για τσίχλες και ορτύκια. Πιο πολύ όμως για το περπάτημα. Ακόμα κι έτσι, καμάρωνε για την καραμπίνα του. Τη φρόντιζε. Τη γυάλιζε. Για τη φιγούρα πιο πολύ. Αμφιβάλλω αν είχε χτυπήσει ποτέ τίποτα. Δεν ήταν γι’ αυτά ο Σπύρος. Φέρνανε πουλιά. Τα βάζαν στο αλουμινόχαρτο στη θράκα. Τρώγαμε. Πίνανε. Καλά ήταν. Εγώ δεν τρελαινόμουν. Ούτε ο Σπύρος, νομίζω. Για την παρέα πιο πολύ. Περνούσαμε ωραία. Ποιος τα είχε χτυπήσει, δεν έλεγαν. Εγώ λέω πως ο Σπύρος δεν ήταν για τέτοια. Αυτό ή το ’χεις ή δεν το ’χεις. Δεν γίνεσαι κυνηγός ξαφνικά σε μια μέρα. Ο Σπύρος δεν ήταν κυνηγός.

Με είχε δει στο τηλεγραφείο. Του γυάλισα. Ε, ούτε το δαχτυλάκι του δεν κούνησε. Πήγα. Ξαναπήγα. Κι εγώ δεν ξέρω σε πόσους τηλεγράφησα «Χρόνια πολλά». Αν δεν έβαζα τη Μέλπω… Εκείνη έπιασε τον Μαραγκόπουλο κι αυτός είπε στον Σπύρο το και το. Κάθισε σε στρωμένο τραπέζι. Κυνηγός δεν ήταν. Για μένα καλύτερα. Μια έγνοια λιγότερη. Αλλά πήγε και πήρε καραμπίνα.

Την κρατάω ψηλά και σημαδεύω. Ούτε αν την κρατάω σωστά δεν ξέρω. Στην κάννη της γυαλίζουν οι κόκκινοι αριθμοί. Ο οξαποδώ. Να τος. Έρχεται. Αχ, τρέμει το φυλλοκάρδι μου. Και τα χέρια μου τρέμουν. Ασήκωτη είναι. Μια φορά την έχω κρατήσει. Μου την είχε δώσει ο Σπύρος. Ώσπου να διορθώσει τη μηχανή. Να βγούμε φωτογραφία. Πού να την έχω, άραγε; Δεν μου ’χε φανεί βαριά τότε. Να τος. Στο χολ. Ένα βήμα ακόμα, και θα φανεί.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τζίντιλι, του Δημήτρη Χριστόπουλου (προδημοσίευση)

Τζίντιλι, του Δημήτρη Χριστόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Χριστόπουλου «Τζίντιλι», που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΜΕΡΕΣ ΣΙΚΕΛΙΚΕΣ

Τον θυμάμαι. Όταν κατέβαινε θυμωμένος...

Από την αρχή, του Θοδωρή Παπαϊωάννου (προδημοσίευση)

Από την αρχή, του Θοδωρή Παπαϊωάννου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πρώτο μυθιστόρημα για ενήλικες του Θοδωρή Παπαϊωάννου «Από την αρχή», που κυκλοφορεί στις 2 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Οι αταξίες συνοδεύονται από τιμωρίες». Έτσι μας έλεγαν πάντα ο...

Νύχτες πυρετού, της Μαρία Κουγιουμτζή (προδημοσίευση)

Νύχτες πυρετού, της Μαρία Κουγιουμτζή (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Μαρίας Κουγιουμτζή «Νύχτες πυρετού - Η ερωτική ιστορία δύο ανθρώπων και του κόσμου», που κυκλοφορεί στις 19 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η κοιμωμένη

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Τζορτζ Όργουελ: επτά δεκαετίες από τον θάνατό του – πιο επίκαιρος από ποτέ

Τζορτζ Όργουελ: επτά δεκαετίες από τον θάνατό του – πιο επίκαιρος από ποτέ

Πέθανε, σαν σήμερα, στις 21 Ιανουαρίου 1950 ο Τζορτζ Όργουελ. Ο Βρετανός συγγραφέας, κριτικός και δημοσιογράφος Έρικ Άρθουρ Μπλερ γεννήθηκε το 1903. Έμεινε στην ιστορία για την αιχμηρή κριτική που άσκησε σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό με τα έργα του «Η φάρμα των ζώων» και «1984».

Επιμέλεια: Book P...

Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Για το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Έντεκα συναντήσεις – Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο» (εκδ. Πόλις).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ένα υβριδικό βιβλίο, που δεν είναι δοκίμιο, δεν είναι αυτοβιογραφία, δεν είναι συλλογή συνεντεύξεων, δεν ...

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Έφτασε στο Παρίσι στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο καιρός ήταν καλός, ο ήλιος έλαμπε αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Με το που κατέβηκε στην αποβάθρα του σταθμού έβγαλε τον χάρτη από τον σάκο της για να προσανατολιστεί.

Της Νατάσας Χολιβάτου

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Όψεις τουρισμού, του Αλέξη Χατζηδάκη (προδημοσίευση)

Όψεις τουρισμού, του Αλέξη Χατζηδάκη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Αλέξη Χατζηδάκη «Όψεις τουρισμού – Δεκαοχτώ δοκίμια για την τουριστική ανάπτυξη, τον σχεδιασμό του χώρου και την αρχιτεκτονική», που κυκλοφορεί από τις Cube Art Editions.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Τα φώτα του νότου, της Νίνα Γκεόργκε (προδημοσίευση)

Τα φώτα του νότου, της Νίνα Γκεόργκε (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Nina George «Τα φώτα του νότου» (μτφρ. Όλγα Γκαρτζονίκα), που κυκλοφορεί στις 7 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Ανήσυχα άκρα, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Ανήσυχα άκρα, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος, από τη συλλογή διηγημάτων του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Ανήσυχα άκρα», που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΝΗΣΥΧΩΝ ΑΚΡΩΝ

Έν...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλίο, το καλύτερο δώρο κι αυτές τις Γιορτές

Βιβλίο, το καλύτερο δώρο κι αυτές τις Γιορτές

Η πιο απροσδόκητη χρονιά φτάνει στο τέλος της. Για τους περισσότερους από εμάς δύσκολα φαντάζεται κανείς άλλη χρονιά που να έκρυβε μια τόσο μεγάλη έκπληξη για όλη την ανθρωπότητα. Δοκιμαστήκαμε και δοκιμαζόμαστε ψυχολογικά, συναισθηματικά, ηθικά, μετράμε απώλειες ανθρώπων δικών μας και αγνώστων που τους νιώθουμε όμω...

10+1 βιβλία για μαγικά Χριστούγεννα

10+1 βιβλία για μαγικά Χριστούγεννα

Μια επιλογή δέκα χριστουγεννιάτικων βιβλίων για πολύ μικρά και λίγο μεγαλύτερα παιδιά από τη βιβλιοπαραγωγή του 2020. Πρόκειται για όμορφα βιβλία που μεταφέρουν το πνεύμα των Γιορτών στους μικρούς αναγνώστες με τρυφερές καλογραμμένες ιστορίες. Στις παρακάτω επιλογές, η εικονογράφηση παρουσιάζει ποικιλία και μεγάλο ε...

Τα καλύτερα αστυνομικά του 2020

Τα καλύτερα αστυνομικά του 2020

Επιλογή 21 τίτλων από τα καλύτερα ελληνικά και μεταφρασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2020.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

11 Ιανουαρίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Πέθανε ο αγαπητός σε Ελλάδα και Γαλλία συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης

Σε ηλικία 77 ετών και έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, πέθανε ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, όπως έγινε γνωστό από τον εκδοτικό του οίκο, τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ