prodimosieysi tzanakari

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Βάσιας Τζανακάρη «Αδελφικό», που κυκλοφορεί στις 24 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΜΑΡΩ

Το μωρό γκρίνιαζε σε όλη τη διαδρομή. Τόσο που το μισάωρο που αποκοιμήθηκε νόμιζα ότι είχα κουφαθεί. Αρκετές φορές γύρισα κι έβαλα το δάχτυλό μου κάτω από τη μύτη του για να βεβαιωθώ ότι ανάσαινε. Είχα δοκιμάσει να ανοίξω λίγο το ραδιόφωνο, να τραγουδήσω, να του μιλάω, τίποτα όμως δεν έμοιαζε ικανό να σταματήσει τις τσιρίδες, καθώς έκανε μικρές απελπισμένες κινήσεις προς τα μπρος, προσπαθώντας μάταια να με φτάσει. Τις λίγες στιγμές ηρεμίας, το παρακολουθούσα απ’ το καθρεφτάκι, δεμένο στο κάθισμα να κοιτάζει τα κρεμαστά παιχνίδια μπροστά του.

Πλησιάζαμε, περίπου δηλαδή, αλλά από τη στιγμή που περνούσα τα Τέμπη, ένιωθα πως ήμουν σπίτι μου, και άρχισα να σκέφτομαι πως ίσως ήταν τεράστιο λάθος που είχα εγκαταλείψει τον τόπο μου, λάθος που το πλήρωνα ακριβά, με γκρίνια απ’ το πίσω κάθισμα.

Δεν γύριζα βέβαια στις Σέρρες, όπου είχα μεγαλώσει, ούτε στο σπίτι μου, το διαμέρισμα στην πλατεία. Το διαμέρισμα η μάνα μου το άφησε, κι ας το αγαπούσε. Της άρεσε να κάθεται στο μπαλκόνι και να καπνίζει τα santé της χαζεύοντας τους συμπολίτες μας να σουλατσάρουν· της άρεσε που στον ημιώροφο της πολυκατοικίας υπήρχε κομμωτήριο – με τις ίδιες κάσκες από τη δεκαετία του ’80· που στο ισόγειο ήταν το μαγαζί μας, όπου εξυπηρετούσε τους πελάτες με χάρη και ευγένεια λες και πουλούσε κοσμήματα στο Tiffany κι όχι πάστες αμυγδάλου στην πλατεία Ελευθερίας· που φορούσε τα καλά της και σε ένα λεπτό βρισκόταν στη μητρόπολη. Τα σκέπασε όλα αυτά με μεγάλα νάιλον σεντόνια, κι έκανε σπίτι της –ξανά– το πατρικό στο χωριό, με το ανοιχτοπράσινο μωσαϊκό και την υγρασία, στήνοντας στην κουζίνα ένα μικρό ζαχαροπλαστείο, για πρώτη φορά όπως ήθελε εκείνη.

Δεν με ανησυχούσε το ότι θα έμενα ξανά μαζί της μετά από τόσα χρόνια, πάντα συμβιώναμε ήρεμα. Πιο πολύ ανησυχούσα για το τι θα γινόταν με τον Βασίλη. Είχα να τον δω απ’ όταν γέννησα, λίγο μετά κατέβηκαν με τη μάνα μου στην Αθήνα για να δουν το μωρό. Ήμασταν αμήχανοι. Έπειτα, εκείνη έμεινε μαζί μου για να με βοηθήσει «με τις δυσκολίες της αρχής», κι ο Βασίλης επέστρεψε στο χωριό. Είχα δοκιμάσει να του τηλεφωνήσω στη γιορτή του, αλλά όπως πάντα τέτοια μέρα το είχε κλειστό και είχα πει στη μάνα μου να του δώσει ευχές.

Στην αρχή του εγχειρήματος ήταν αισιόδοξη, έλεγε ότι Βασίλης είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, έπαιζε ξανά κιθάρα, όλα πήγαιναν όπως τα είχε υπολογίσει. Δεν μπορούσα όμως να ξέρω κατά πόσο ίσχυε: αν έλεγε κάτι διαφορετικό, θα σήμαινε ότι ολόκληρη η επιχείρηση –μεταφορικά και κυριολεκτικά– είχε πάει στράφι. Είχε εναποθέσει τις ελπίδες για τη σωτηρία του αδελφού μου στις μαρμελάδες και στα γλυκά του κουταλιού – ήταν η εύκολη λύση, μετά τη θητεία πλάι στον πατέρα μου στο ζαχαροπλαστείο. Είχε σκεφτεί ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα έδινε στον Βασίλη έναν σκοπό, κάτι να ασχοληθεί. «Και πώς θα ζήσεις σ’ εκείνο το σπίτι;» την είχα ρωτήσει όταν μου το ανακοίνωσε, αλλά ίσως να ήταν εξίσου δύσκολο να ζει στο διαμέρισμα όπου είχε πεθάνει ο μπαμπάς.

Αν μου έλεγες ότι κάποτε θα άφηνα τις πόλεις και θα πήγαινα να ζήσω στο χωριό της μάνας μου, θα γελούσα αναιδώς στα μούτρα σου. Ακόμα κι ο Βασίλης, που του άρεσε η ηρεμία, αποκλείεται να φανταζόταν ότι θα ζούσε κάποτε στο χωριό. Ποιος να μας το ’λεγε ότι η Αθήνα θα μας ξέβραζε και τους δύο σαν νεκρά ψάρια. Ήταν σκληρή, ακραία, αιχμηρή, ακόμα και για μένα που τα σκληρά, ακραία και αιχμηρά μού ασκούσαν μια απροσδιόριστη γοητεία.

Περνούσαμε έξω απ’ τη Θεσσαλονίκη, φώτα στο βάθος, η υπόσχεση της θάλασσας, γνώριμες ταμπέλες, Χαλκιδική, Αεροδρόμιο, το περίγραμμα σκόρπιων κτιρίων, το Τιτάν επιβλητικός όγκος μες στο σούρουπο. Είχα ζήσει τη μέχρι τώρα ζωή μου σε τρεις πόλεις, αφήνοντας κομμάτια σε όλες, χωρίς να το καταλάβω και χωρίς να μου λείψουν, χωρίς να αναρωτηθώ αν κύλησαν σε κάποιο ρείθρο στην άκρη του πεζοδρομίου, αν τα παρέσυρε ο αέρας και τα τύλιξε στα σύρματα του ηλεκτρικού ή αν τα μάζεψαν αξημέρωτα οι οδοκαθαριστές μαζί με τα υπολείμματα άλλων. Αν μου έλεγες ότι κάποτε θα άφηνα τις πόλεις και θα πήγαινα να ζήσω στο χωριό της μάνας μου, θα γελούσα αναιδώς στα μούτρα σου. Ακόμα κι ο Βασίλης, που του άρεσε η ηρεμία, αποκλείεται να φανταζόταν ότι θα ζούσε κάποτε στο χωριό. Ποιος να μας το ’λεγε ότι η Αθήνα θα μας ξέβραζε και τους δύο σαν νεκρά ψάρια. Ήταν σκληρή, ακραία, αιχμηρή, ακόμα και για μένα που τα σκληρά, ακραία και αιχμηρά μού ασκούσαν μια απροσδιόριστη γοητεία. Η Αθήνα, κι ό,τι αυτή συνεπαγόταν, στραπατσάρισε τις βεβαιότητες και τις αναμνήσεις μου. Μπορούσα φυσικά να ανακαλέσω γεγονότα της πρότερης ζωής μου, αλλά ήταν σαν κάτι να έλειπε – χαμόγελα χωρίς ρυτίδες, τοίχοι χωρίς αφίσες, φιλιά χωρίς γεύση, μέρες και νύχτες χωρίς μουσική υπόκρουση. Όσο περισσότερο καιρό περνούσα στην Αθήνα, ήταν σαν να ’πεφτε μια ομίχλη που σκέπαζε τα πάντα, οι αλλοτινές μου πόλεις έμοιαζαν πια με μυθικά βασίλεια απ’ τα οποία εγώ είχα εκπέσει.

Μπήκαμε στον νομό. Τα βουνά που άλλοτε μου ’κλειναν τον δρόμο τώρα άνοιγαν για να περάσω. Πίσω τους κρυβόταν η πόλη που με γέννησε, που με μεγάλωσε, που με τα πολλά μ’ άφησε να φύγω κι ύστερα με εκβίαζε συναισθηματικά να γυρίσω και να την αγαπήσω ξανά, ενώ εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να την αφήσω πίσω, να βρω το πεπρωμένο μου μακριά απ’ τη σκιά της. Ήταν μια πόλη πεπερασμένη. Το βράδυ που οι δρόμοι ερήμωναν και μόνο εσύ και τα αδέσποτα σκυλιά τριγυρνούσατε κάτω από τα πορτοκαλί φώτα, καταλάβαινες τα όριά σου και τα δικά της. Στα δυτικά έβρισκες τον Λευκώνα. Ένας κεντρικός δρόμος χωρισμένος με ένα μαραζωμένο διάζωμα. Καφενεία δεξιά κι αριστερά. Ζαχαροπλαστείο. Φαρμακείο. Κατάστημα με εργαλεία. Ψιλικά. Αν συνέχιζες, έφτανες στη Θεσσαλονίκη, και ακόμα πιο μακριά, αλλά έπρεπε να έχεις καλό λόγο να πας να ζήσεις αλλού, μια βόλτα δεν σε ξεδιψούσε, ίσα ίσα σού έφερνε μεγαλύτερη λαχτάρα. Κι ώρες ώρες ανέβαινε απ’ τον Στρυμόνα μια άγρια ομίχλη, που μέσα της δίσταζες να μπεις. Ανατολικά προς τη Δράμα, αγριοκυπάρισσα στις δυο πλευρές του δρόμου σε μεθούσαν και στο σταυροδρόμι δεν ήξερες τι να διαλέξεις: αριστερά τη μικρή πόλη ή δεξιά τις θάλασσες; Στα βόρεια, τα σύνορα: άλλη γλώσσα, φτηνή βενζίνη, φτηνοί γιατροί, φτηνά γαμήσια, χριστουγεννιάτικες εκδρομές προσφορά από τοπικά ταξιδιωτικά γραφεία.

Στρεφόσουν προς τα μέσα. Ανέβαινες τον στριφογυριστό δρόμο ως την ακρόπολη, έπαιρνες ανάσες από τα πεύκα που υψώνονταν πυκνά, η πόλη απλωνόταν στα πόδια σου, φωτισμένη μες στο μαύρο του κάμπου, έπλεε σαν καράβι σε νυχτερινή θάλασσα – αλλά θάλασσα δεν είχε, παρά μόνο στις άκρες του νομού, καταχρηστικά. Χωνόσουν στην κοιλάδα των Αγίων Αναργύρων και διέσχιζες το δάσος, πεζή, αυτοκίνητο δεν περνούσε, μια μπάρα έφραζε τον δρόμο, στο τέλος της διαδρομής σε περίμενε η λίμνη, κρυμμένος θησαυρός, λεία σαν γυαλί, αέρας δεν χωρούσε ανάμεσα στα δέντρα, μόνο ο ήλιος, που τη χάιδευε απρόθυμα. Μυρωδιά χωμάτινη. Μια γέφυρα κόκκινη. Ένα κάρο παρατημένο. Τα κουτιά των μελισσοκόμων. Στην άλλη άκρη της πόλης, ο σταθμός των τρένων. Με φανταζόμουν με μια βαλίτσα δίπλα στα πόδια να περιμένω υπομονετικά στο παγκάκι έξω απ’ τον σταθμό. Να έχει τόση ησυχία, που να ακούω την αμαξοστοιχία να πλησιάζει από πολύ μακριά, χωρίς να χρειάζεται να βάλω το αυτί μου στις ράγες. Να τη βλέπω να φτάνει κατατροπώνοντας το σκοτάδι, να ανοίγει τις πόρτες της, να πλησιάζω μαγεμένη σαν να αιωρούμαι, ένα κοκαλιάρικο χέρι να με αρπάζει από τον γιακά και να με τραβάει μέσα, κι ύστερα να φεύγω πάνω σ’ αυτό το τρένο-φάντασμα με κατεύθυνση τον νότο.

Με φανταζόμουν με μια βαλίτσα δίπλα στα πόδια να περιμένω υπομονετικά στο παγκάκι έξω απ’ τον σταθμό. Να έχει τόση ησυχία, που να ακούω την αμαξοστοιχία να πλησιάζει από πολύ μακριά, χωρίς να χρειάζεται να βάλω το αυτί μου στις ράγες. Να τη βλέπω να φτάνει κατατροπώνοντας το σκοτάδι, να ανοίγει τις πόρτες της, να πλησιάζω μαγεμένη σαν να αιωρούμαι, ένα κοκαλιάρικο χέρι να με αρπάζει από τον γιακά και να με τραβάει μέσα, κι ύστερα να φεύγω πάνω σ’ αυτό το τρένο-φάντασμα με κατεύθυνση τον νότο.

Η φαντασία μου δεν είχε όρια αλλά η πόλη είχε κι εγώ ήθελα να φύγω. Φοβόμουν ότι θα παγιδευόμουν για πάντα εκεί. Ήμουν πολύ μικρή για να ξέρω ότι όλες οι πόλεις τελειώνουν έτσι και τις ζήσεις στο πετσί σου, έτσι κι ο χάρτης τους γίνει στάμπα στην παλάμη σου. Οι δρόμοι τους αρχίζουν να κυλάν στις φλέβες σου, τα φανάρια τους ανάβουν στα μάτια σου, οι ήχοι τους αντηχούν στα αυτιά σου, οι φωνές των ανθρώπων τους βγαίνουν απ’ το στόμα σου, τα νερά τους γεμίζουν το εβδομήντα τοις εκατό του κορμιού σου, τα κτίρια ορθώνονται στα πόδια, τη ραχοκοκαλιά, τα χέρια σου, οι κορυφές των βουνών σμίγουν στο κεφάλι σου, το αίμα σου γίνεται χώμα. Κι όσο κι αν ανοιγοκλείνεις τα μάτια, τα φανάρια παραμένουν κόκκινα.

Κάποτε πια ήταν ώρα να φύγω. Η ομίχλη προσπάθησε να με εμποδίσει. Ήμουν όμως αποφασισμένη. Κι όταν έφτασα στη Θεσσαλονίκη, ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη, λίγες μέρες πριν από τα δέκατα όγδοα γενέθλιά μου, τα φώτα στη Ναυαρίνου με μάγεψαν τόσο, που άφησα τις βαλίτσες στο σπίτι, στο κατάδικό μου σπίτι, βγήκα έξω και γύρισα μόνο επειδή με χτύπησαν τα παπούτσια. Πέφτοντας στο κρεβάτι, σε ένα δωμάτιο ψηλοτάβανο με ξύλινο πάτωμα χαραγμένο από τα άνοιξε-κλείσε της μπαλκονόπορτας, συνειδητοποίησα πόση φασαρία είχε ο δρόμος μου, μηχανάκια που μάρσαραν, κόρνες, φωνές από μεθυσμένες παρέες. Το διαμέρισμα στις Σέρρες μπορεί να βρισκόταν σε κεντρικό δρόμο, αλλά τα υπνοδωμάτια έβλεπαν σε έναν ήσυχο σκιερό ακάλυπτο. Πώς θα κοιμάμαι εδώ, μόνη μες σ’ αυτό το χάος, σκέφτηκα, και η σκέψη με κράτησε ξύπνια πολλές ώρες, μέχρι που άρχισε να ξημερώνει και τα φορτηγά του ταχυδρομείου να φορτώνουν – και παρά τον τρομερό θόρυβο, εξαντλημένη πια από τον ενθουσιασμό και τον φόβο και την αγωνία, αποκοιμήθηκα.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, σχεδόν μεσημέρι, και κατάλαβα πού βρισκόμουν, τα ίδια συναισθήματα ήταν ακόμη εκεί, μου έγνεφαν από την πόρτα του δωματίου, αλλά στο φως της μέρας τα συντρόφευε και μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας: εγώ θα αποφάσιζα πώς θα περνούσα τη μέρα μου, τι θα έτρωγα, πότε θα ερχόμουν και πότε θα έφευγα, πώς θα ξόδευα τα λεφτά που μου είχε δώσει ο μπαμπάς, αν θα άρχιζα να πίνω καφέ. Κατέληξα πως ναι, ο καινούργιος μου εαυτός θα έπινε καφέ και πως θα άδειαζα τις βαλίτσες μου αργότερα, κι ας γίνονταν τσαλάκα όλα τα ρούχα. Φόρεσα τα ίδια με την προηγούμενη και βγήκα προς αναζήτηση καφετέριας. Τράβηξα ευθεία, προς τη Ναυαρίνου, διασχίζοντας την πλατεία Ιπποδρομίου, χαμηλώνοντας τα μάτια καθώς περνούσα μπροστά από το κτίριο το οποίο είχε χτιστεί στη θέση της πολυκατοικίας που καταποντίστηκε στον σεισμό του ’78. Την προσοχή μου τράβηξε ένα γωνιακό καφέ, με κόκκινα τραπεζάκια, μπροστά από τα αρχαία. Ζήτησα έναν φραπέ γλυκό με πολύ γάλα, προσπαθώντας να μη φανεί ότι δεν είχα ξαναπαραγγείλει καφέ στη ζωή μου. Κι όταν ο κύριος με το πυκνό μαύρο μουστάκι που με εξυπηρετούσε άφησε το ποτήρι μπροστά μου και ήπια την πρώτη γουλιά και έγειρα πίσω στην καρέκλα μου και κοίταξα ολόγυρα, τις παλιές πολυκατοικίες, τον κόσμο που έκοβε βόλτες, τις γάτες που σκαρφάλωναν στα ερείπια, το φως που έπεφτε γενναιόδωρα παντού, ένιωσα κάτι να ανεμίζει μέσα μου, ένα ανάλαφρο και καθαρό ρούχο στο σχοινί της μπουγάδας· απόλυτη, εκστατική, αξεπέραστη, αστραφτερή σαν φρεσκοπλυμένη ευτυχία.

Το μωρό στο πίσω κάθισμα υπέκυψε επιτέλους στη νύστα του. Άνοιξα ξανά το ραδιόφωνο για να κρατηθώ ξύπνια. Διακεκομμένες μουσικές και παράσιτα.

∴ ∴ ∴

tzanakari ΜΕΛΙΣΣΙΝΟΣ

Στεκόμουν βιδωμένος στο πάτωμα, προσπαθώντας να κάνω χώρο μέσα μου γι’ αυτό που συνέβαινε, μα και να εμποδίσω σκέψεις οι οποίες ελάχιστη σχέση είχαν με τη λογική, έπιαναν κι έδεναν ασύνδετα νήματα.

Την είδα να προχωράει προς το απέναντι σπίτι, το σπίτι της Αλεξάνδρας, σφιχταγκαλιάζοντας το μωρό. Το κρατούσε στοργικά αλλά αμήχανα, λες κι ήταν κανένα ζωάκι που είχε περιμαζέψει απ’ την άκρη του δρόμου χτυπημένο ή μια εύθραυστη κούκλα που της χαρίσανε και φοβόταν μην της πέσει. Η Αλεξάνδρα άνοιξε την πόρτα, την αγκάλιασε, πήρε το μωρό στα χέρια της και μπήκανε στο σπίτι.

Άφησα το φαγητό μου και πέρασα κάμποση ώρα καπνίζοντας στην κουζίνα, κλωθογυρίζοντας τρεις τέσσερις γουλιές ουίσκι στο στόμα μου και υπερδιπλάσιες σκέψεις στο μυαλό μου. Χάιδευα αφηρημένα τις πληγές του τραπεζιού, σηκωνόμουν, έκοβα βόλτες, κοίταζα από το παράθυρο, χτυπούσα ρυθμικά στον πάγκο την εφημερίδα που την είχα κάνει ρολό, καθόμουν ξανά. Δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι ήταν μάνα και κόρη. Δεν έμοιαζαν καθόλου. Η Αλεξάνδρα ήταν στρογγυλοπρόσωπη με ξανθά καρέ μαλλιά – ίσως μόνο το χρώμα των ματιών να ήταν ίδιο, αλλά το φόντο ήταν πολύ διαφορετικό. Έφερα στον νου μου τον Βασίλη, τον γιο της Αλεξάνδρας. Θυμόμουν τον αδελφό της Μάρως από τη Θεσσαλονίκη, εδώ όμως δεν τον είχα αναγνωρίσει, ούτε κατά διάνοια, εδώ είχε γένια και τα ξανθά μαλλιά του ήταν μακριά και μαζεμένα κοτσίδα. Είχα προσπαθήσει να του πιάσω την κουβέντα, από ευγένεια, αλλά ήταν βαρύς και λακωνικός, έτσι εγκατέλειψα την προσπάθεια. Με τον καιρό, όταν άρχισε να συνέρχεται, με πλησίασε, καμιά φορά ερχόταν στο σπίτι και του έφτιαχνα καφέ. Ανέφερε κάποιες φορές την αδελφή του στην Αθήνα, ποτέ όμως με το όνομά της, μου έλεγε για ακουστικές διασκευές που έκανε σε μέταλ κομμάτια, μια φορά είχαμε δει και το Almost Famous παρέα, αλλά περνούσε πολλές ώρες απομονωμένος σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι.

Στάθηκε όρθια, έβαλε τα χέρια στη μέση και περίμενε. Πήγα κοντά της γρήγορα και αποφασιστικά, έσκυψα στο πορτμπαγκάζ, έβγαλα ένα βαρύ παιδικό καρότσι και το άφησα στον δρόμο. Με ευχαρίστησε και στράφηκε προς το μέρος μου. Με κοίταζε, ένιωθα το βλέμμα της να σέρνεται πάνω μου, έπρεπε να σηκώσω το δικό μου, δεν μπορούσα να κοιτάζω την άσφαλτο για πολύ ακόμα.

Η Αλεξάνδρα μου μιλούσε εξαρχής πρόσχαρα και ευγενικά. Έβγαινε στο κατώφλι της και με αναζητούσε. Καπνίζαμε παρέα. Έσφιγγε όλο αγωνία το πακέτο της και τραβούσε λαίμαργες τζούρες. Συχνά, καθόμασταν αμίλητοι, είτε στη δική μου αυλή είτε στη δική της, αλλά δεν ήταν η αμήχανη σιωπή την οποία αποστρεφόταν η Μία Γουάλας στο Pulp Fiction. Δεν χρειαζόταν να μιλάμε, υπήρχε μια αίσθηση οικειότητας. Κάποτε έπαψε να βγαίνει στο κατώφλι της κι εγώ σπάνια έπαιρνα κοινωνικές πρωτοβουλίες, έτσι την άφησα στην ησυχία της.

Το ποτήρι μου είχε σχεδόν αδειάσει. Το ακούμπησα στον μαρμάρινο πάγκο και ο οξύς ήχος μού τρύπησε τα αυτιά. Η πόρτα απέναντι άνοιξε και το φως με τύφλωσε. Δύο αισθήσεις νοκάουτ. Η Μάρω βγήκε έξω και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο κάτω από τη λάμπα του δρόμου. Είχε βγάλει το παλτό της, φορούσε ένα στενό μαύρο πουλόβερ. Την είδα να ανοίγει το πορτμπαγκάζ, να σκύβει και να προσπαθεί να τραβήξει κάτι από μέσα, να δυσκολεύεται, να μουρμουρίζει άηχα πίσω από το τζάμι μου. Προχώρησα με μεγάλες δρασκελιές ως την πόρτα και την άνοιξα χωρίς δεύτερη σκέψη.

«Μια στιγμή» φώναξα. Τινάχτηκε. Τρόμαξε. Πόσο τρομακτική μπορεί να είναι μια φωνή ή ένας θόρυβος μες στην ησυχία του χωριού για κάποιον που δεν την έχει συνηθίσει. «Να σε βοηθήσω» είπα. Στάθηκε όρθια, έβαλε τα χέρια στη μέση και περίμενε. Πήγα κοντά της γρήγορα και αποφασιστικά, έσκυψα στο πορτμπαγκάζ, έβγαλα ένα βαρύ παιδικό καρότσι και το άφησα στον δρόμο. Με ευχαρίστησε και στράφηκε προς το μέρος μου. Με κοίταζε, ένιωθα το βλέμμα της να σέρνεται πάνω μου, έπρεπε να σηκώσω το δικό μου, δεν μπορούσα να κοιτάζω την άσφαλτο για πολύ ακόμα.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Νύχτες πυρετού, της Μαρία Κουγιουμτζή (προδημοσίευση)

Νύχτες πυρετού, της Μαρία Κουγιουμτζή (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Μαρίας Κουγιουμτζή «Νύχτες πυρετού - Η ερωτική ιστορία δύο ανθρώπων και του κόσμου», που κυκλοφορεί στις 19 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η κοιμωμένη

...
Ιστορίες οικογενειακής τρέλας, της Κατερίνας Ζαρόκωστα

Ιστορίες οικογενειακής τρέλας, της Κατερίνας Ζαρόκωστα

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Κατερίνας Ζαρόκωστα «Ιστορίες οικογενειακής τρέλας», που κυκλοφορεί στις 15 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Σοκόλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΔΑΧΤΥΛΟ

Είχαμε επι...

Το μέλος φάντασμα, της Μαρία Γιαγιάννου (προδημοσίευση)

Το μέλος φάντασμα, της Μαρία Γιαγιάννου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Μαρία Γιαγιάννου «Το μέλος φάντασμα», που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Μελάνι.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Περπατούσε προς το οίκημα με βήμα χαλαρό αλλά, όταν διαπίστωσε ότι δεν πλησία...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Πόσο καλή ιδέα είναι να γίνει ξενώνας «Το Σπίτι των Νεκρών»;

Πόσο καλή ιδέα είναι να γίνει ξενώνας «Το Σπίτι των Νεκρών»;

Συγγραφείς και καλλιτέχνες αντιδρούν στην απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δουβλίνου να μετατραπεί σε ξενώνα το σπίτι που ενέπνευσε τον James Joyce να γράψει το διήγημα «Οι νεκροί» που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Οι Δουβλινέζοι».

Της Σοφίας Μεσσήνη

...
«Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», ένα μεγάλο ποιητικό δρώμενο σε live streaming

«Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», ένα μεγάλο ποιητικό δρώμενο σε live streaming

Ποιητικό δρώμενο, με τίτλο τον εμβληματικό στίχο του Ανδρέα Εμπειρίκου «η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», παρουσίασε η Εταιρεία Συγγραφέων στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου Φίλων της Μουσικής χωρίς την παρουσία κοινού λόγω των περιοριστικών μέτρων για την...

Πέντε αστυνομικά μυθιστορήματα με ελληνική σφραγίδα

Πέντε αστυνομικά μυθιστορήματα με ελληνική σφραγίδα

Πέντε ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή που ξεχωρίζουν.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Μητέρες, της Σάρα Νοττ (προδημοσίευση)

Μητέρες, της Σάρα Νοττ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Sarah Knott «Μητέρες – Μια αντισυμβατική ιστορία» (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη), που κυκλοφορεί στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΑΚΟΥΣΜΑ

...
Νο 13, του Βάλτερ Μπένγιαμιν (προδημοσίευση)

Νο 13, του Βάλτερ Μπένγιαμιν (προδημοσίευση)

Απόσπασμα μιας ενότητας και μέρος των επιλεγομένων από την ανθολογία του Walter Benjamin «Νο 13 – Εξήντα πέντε θέσεις για τα βιβλία και τις πόρνες, το γράψιμο, την κριτική, τους σνομπ και την επιτυχία», σε μετάφραση και επιλεγόμενα του Κώστα Κουτσουρέλη. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσ...

Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη, της Φένιας Τσανάκα (προδημοσίευση)

Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη, της Φένιας Τσανάκα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Φένιας Τσανάκα «Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη» το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Πέντε αστυνομικά μυθιστορήματα με ελληνική σφραγίδα

Πέντε αστυνομικά μυθιστορήματα με ελληνική σφραγίδα

Πέντε ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή που ξεχωρίζουν.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

 

...
Για τη Χρυσή Αυγή, την άκρα δεξιά, τον ελληνικό εθνικισμό: 20 βιβλία που έπρεπε να διαβάσουν

Για τη Χρυσή Αυγή, την άκρα δεξιά, τον ελληνικό εθνικισμό: 20 βιβλία που έπρεπε να διαβάσουν

Μια σχεδόν εξαντλητική περιήγηση στα βιβλία που αφορούν την ελληνική ακροδεξιά και τη Χρυσή Αυγή και κυκλοφόρησαν την τελευταία 10ετία στη χώρα μας. Ένα αξιανάγνωστο «σώμα» κειμένων που καλύπτει όλες τις όψεις του σύνθετου πολιτικού και κοινωνικού φαινομένου.

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

...
Βιβλία του φθινοπώρου ή τι θα διαβάσουμε τις μέρες που έρχονται

Βιβλία του φθινοπώρου ή τι θα διαβάσουμε τις μέρες που έρχονται

Επιλογή από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης, δοκιμίων και βιογραφιών.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Με σκεπτικισμό αλλα και συγκρατημένη αισιοδοξία κινούνται οι περισσότεροι από τους εκδοτικούς οίκους ενόψει ενός χ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ