alt

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ειρήνης Ψύρρα «Αθώα ψέματα, ένοχες αλήθειες...», που κυκλοφορεί στις 12 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Καθώς έμπαινε στο νεοκλασικό κτίριο της Οδού Λυκαβηττού, κοντοστάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα και το βλέμμα της αγκυροβόλησε στην σκαλιστή μπρούτζινη πινακίδα της Ηλιαχτίδας. Ένα πλατύ χαμόγελο έκανε αμέσως το πρόσωπό της να λάμψει σαν Αυγουστιάτικο φεγγάρι. Κάθε φορά που έμπαινε σε αυτό το χώρο, από την πρώτη κιόλας μέρα, ένιωθε την ψυχή της να ξεπλένεται από όλες τις σκοτούρες της καθημερινότητας και να εισέρχεται ανάλαφρη σε μαγικές πολιτείες.
«Εσένα, κορίτσι μου, αυτή η δουλειά σε θρέφει· σου δίνει φτερά που μια μέρα θα τα χρησιμοποιήσεις για να πετάξεις. Και τότε, να με θυμηθείς, θα επιμελούμαστε εμείς τα βιβλία σου, κυρία Αναγνωστάκη», της έλεγε με πατρική αγάπη ο Φιλίππου που είχε μαγευτεί τόσο από το λογοτεχνικό ταλέντο όσο και από την ξεχωριστή προσωπικότητα της Μάγιας.
Άνθρωπος αυτοδημιούργητος και με σπάνιο αισθητήριο, είχε γνωρίσει πολλούς αναγνωρισμένους αλλά και επίδοξους συγγραφείς τις τελευταίες πέντε και βάλε δεκαετίες της επαγγελματικής του πορείας. Σε εκείνην όμως διέκρινε κάτι απροσδιόριστα μοναδικό και, από την πρώτη στιγμή, δεν της έκρυψε την ιδιαίτερη συμπάθεια και εκτίμηση που έτρεφε προς το πρόσωπό της.
«Για την ώρα προτιμώ να περιπλανιέμαι στα μονοπάτια άλλων παρά να χαράζω τους δικούς μου δρόμους», απαντούσε με συστολή, αν και βαθιά μέσα της ήξερε πως οι προβλέψεις του αγαπημένου της εκδότη με το αλάνθαστο ένστικτο αργά ή γρήγορα θα επιβεβαιώνονταν. «Πού ταξιδεύεις πάλι, όμορφή μου κυρία;», ακούστηκε δίπλα της η αρρενωπή φωνή του Νότη.
Ψηλός, μελαχρινός, γύρω στα σαράντα, ο μικρότερος από τους τρεις γιους του Φιλίππου είχε αναλάβει τα καθήκοντα του διευθυντή πριν μερικούς μήνες. Στις περγαμηνές του συμπεριλαμβάνονταν σπουδές σε εξέχοντα πανεπιστήμια της Αμερικής και προϋπηρεσία σε δυο εκδοτικούς οίκους του Λονδίνου. Προς βαθιά απογοήτευση του πατέρα του όμως, δεν είχε κληρονομήσει το δικό του μεράκι για δουλειά και έμοιαζε να γοητεύεται περισσότερο από την κοσμική Αθήνα παρά από τον κόσμο των βιβλίων.
«Καλημέρα και σε σένα», απάντησε κάπως ντροπαλά και ένιωσε για άλλη μια φορά τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Παρόλο που συμπαθούσε τον Νότη και διασκέδαζε με τις ιστορίες του από τα περιπετειώδη χρόνια που έζησε στο εξωτερικό, στενοχωριόταν αφού μια μέρα, που πιθανότατα δεν θα αργούσε να έρθει, η Ηλιαχτίδα θα περνούσε στα χέρια ενός άνδρα κατώτερου του ιδρυτή της.
«Δεν μου είπες... Τι σκεφτόσουν;», επέμεινε εκείνος.
«Τίποτα, τίποτα. Ήμουν απλά λίγο αφηρημένη», αποκρίθηκε και χαμήλωσε γρήγορα το βλέμμα της για να μην προδώσει τον ενθουσιασμό που ένιωθε για την σημερινή ημέρα. «Πάμε τώρα γιατί έχω πολλή δουλειά και δεν θέλω ν' αργήσω!».

Ανέβηκαν μαζί με το παλιό σιδερένιο ασανσέρ που είχε διατηρηθεί ανέπαφο μετά την πρόσφατη ανακαίνιση του κτιρίου. Η Μάγια το λάτρεψε από την πρώτη φορά που επισκέφτηκε την Ηλιαχτίδα στην παρθενική της γνωριμία και πρώτη συνέντευξη με τον Φιλίππου που έμελλε να είναι και τυχερή, αφού δύο μέρες μετά ενημερώθηκε από τον ίδιο για την πρόσληψή της.
«Όταν μπήκα στο σκαλιστό ασανσέρ, που είναι στην κυριολεξία ξεχασμένο από μίαν άλλη εποχή, ένιωσα σαν λαθρεπιβάτης μέσα σε μια φανταστική κάψουλα του χρόνου», θυμάται να διηγείται με χαρά στη μητέρα της. «Όταν έρθεις να με επισκεφτείς στη δουλειά, μανούλα μου, είμαι σίγουρη πως θα ενθουσιαστείς κι εσύ!», της έλεγε και τα αμυγδαλωτά της μάτια διαστέλλονταν σαν να έπεφτε πάνω τους το πρώτο φως του ήλιου.
Η Αγγέλα, διακριτική και εκ φύσεως εσωστρεφής, προτιμούσε να την καμαρώνει να κατακτά τα όνειρά της από μακριά. Τα βράδια όμως όταν όλοι κοιμόντουσαν κι εκείνες, νυχτοπούλια και οι δυο, μένανε μόνες τους στο καθιστικό του σπιτιού, δίψαγε να ακούει κάθε λεπτομέρεια για τον κόσμο που έμοιαζε να έχει συνεπάρει την κόρη της. Και η Μάγια δεν έχανε την ευκαιρία να της περιγράφει με λογοτεχνική γλαφυρότητα τον Φιλίππου και τους συναδέλφους της, τους συγγραφείς με τους οποίους συνεργαζόταν και τις ιστορίες των βιβλίων που επιμελούταν.

Ο Ορέστης Φιλίππου, ένας άντρας που παρέμενε γοητευτικός παρά τα εβδομήντα επτά του χρόνια, κέρδισε από την αρχή το θαυμασμό της. Με δυο μελαγχολικά μάτια στο χρώμα της θάλασσας, ευγενής αλλά πάντοτε λιγομίλητος, κρατούσε τις σκέψεις του επιμελώς κλειδωμένες και παρέμενε για τους συνεργάτες του ο ανεξιχνίαστος ήρωας όχι των βιβλίων αλλά της πραγματικής ζωής.

Ο Ορέστης Φιλίππου, ένας άντρας που παρέμενε γοητευτικός παρά τα εβδομήντα επτά του χρόνια, κέρδισε από την αρχή το θαυμασμό της. Με δυο μελαγχολικά μάτια στο χρώμα της θάλασσας, ευγενής αλλά πάντοτε λιγομίλητος, κρατούσε τις σκέψεις του επιμελώς κλειδωμένες και παρέμενε για τους συνεργάτες του ο ανεξιχνίαστος ήρωας όχι των βιβλίων αλλά της πραγματικής ζωής.
«Μαράζωσε από την πολλή δουλειά· τριάντα εννιά χρόνια που τον ξέρω, πρώτος έρχεται κάθε πρωί και τελευταίος φεύγει αργά τη νύχτα», έλεγε ψιθυριστά για να μην την ακούσει εκείνος η γραμματέας του, η Λενιώ, που ήταν κοντά του τέσσερεις ολόκληρες δεκαετίες.
Μεγαλωμένη σε καλή οικογένεια, με σπουδές στη στενογραφία και ένα καλοσυνάτο παχουλό πρόσωπο που το στόλιζαν ξανθές μπούκλες, ήταν «άτυχη στην αγάπη», όπως έλεγε η ίδια, μασουλώντας κάτι «για να ξεχάσει τον καημό της». Έτσι η δουλειά της στην Ηλιαχτίδα είχε γίνει όλη της η ζωή και ο Φιλίππου η οικογένεια που δεν κατάφερε να δημιουργήσει ποτέ. Γι' αυτό κι εκείνος, παρόλο που η Λενιώ είχε πατήσει πια τα εξήντα της χρόνια και η παλιά της σπιρτάδα την είχε εγκαταλείψει προ πολλού, την κρατούσε δίπλα του με αγάπη και σεβασμό. «Χωρίς εσένα δεν ανατέλλει ο ήλιος στο γραφείο κι ας με μαλώνεις συνέχεια πως η πολλή δουλεία τρώει τον αφέντη!», της έλεγε χαϊδευτικά κι εκείνη ήταν λες και άνθιζε από τη χαρά της που τόσα χρόνια πίστης κι αφοσίωσης δεν είχαν πάει χαμένα.

Ο Φιλίππου είχε πράγματι αφιερώσει τη ζωή του στον εκδοτικό οίκο. Ίδρυσε την Ηλιαχτίδα το 1959 έχοντας μόλις ολοκληρώσει τη φοίτησή του στην Εμπορική Σχολή της Αθήνας και χωρίς καμία απολύτως οικονομική βοήθεια από την οικογένειά του. Ήταν είκοσι δύο χρονών. Σήμερα και μετά από πενήντα πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς και έξυπνων επιχειρηματικών κινήσεων, είχε καταφέρει να την αναδείξει σε έναν από τους πιο κερδοφόρους εκδοτικούς οίκους της χώρας. Το πιο σημαντικό είναι πως είχε κερδίσει επάξια το σεβασμό των ανταγωνιστών του με το σπάνιο ήθος του αλλά και την γοητευτική του προσωπικότητα. Δεν ήταν τυχαίο πως οι μεγαλύτεροι συγγραφείς επεδίωκαν με ζήλο μια συνεργασία μαζί του. Όσο διάφανη ήταν η επαγγελματική του πορεία άλλο τόσο μυστηριώδης ήταν η προσωπική του ζωή, για την οποία κανείς δεν ήξερε πολλά, λες και την είχε καλά κρυμμένη πίσω από μια κουρτίνα που δεν άνοιγε ποτέ. Οι παλιότεροι του γραφείου γνώρισαν μονάχα την πρώτη του γυναίκα, την Άννα, που, απ' ότι έλεγε η Λενιώ, ο Φιλίππου την παντρεύτηκε από καθήκον κι όχι από έρωτα όταν εκείνη έμεινε έγκυος. Μετά από την απόκτηση τριών αγοριών και μια δεκαετία ανέραστης συνύπαρξης, ο γάμος τους έληξε το ίδιο χλιαρά και άγευστα όπως άρχισε.
Η Άννα, που προτιμούσε να ασχολείται με τη γλυπτική της παρά με την ανατροφή των παιδιών, ζούσε πια μόνιμα στην Άνδρο, τον τόπο καταγωγής της, και δεν ερχόταν στην Αθήνα παρά λίγες φορές το χρόνο. Με τον Φιλίππου είχε πλέον μόνον τυπικές επαφές, κάτι που επεδίωξαν και οι δυο, ο καθένας με τον τρόπο του και για τους δικούς του λόγους. Αλλά και οι επισκέψεις των τριών γιων της στο κατάλευκο αρχοντικό της στο Μπατσί είχαν γίνει ολοένα και πιο αραιές τα τελευταία χρόνια, προς μεγάλη λύπη του πατέρα τους.
«Να πηγαίνετε να βλέπετε τη μητέρα σας πιο συχνά. Η μάνα είναι ιερό πράγμα και μια μέρα θα μετανιώσετε για τις στιγμές που χάσατε», τους μάλωνε κι ας ήξερε καλά πως η αγάπη μπορεί να εκβιάζει αλλά δεν εκβιάζεται. Παρόλο που σπάνια άφηνε να διαφανεί η απέραντη αγάπη που τους είχε από φόβο μην τους κακομάθει, το πρόσωπο του Φιλίππου φωτιζόταν σαν ήλιος για τα τρία του αγόρια, τον Σταύρο, τον Άγγελο, και τον Νότη. Κι εκείνα όμως είχαν μεγάλη αδυναμία στον πατέρα τους.
Τώρα που είχαν μεγαλώσει δε, ανησυχούσαν ιδιαίτερα για το πολυάσχολο πρόγραμμα που εξακολουθούσε να τηρεί, παρά την προχωρημένη του ηλικία, αλλά και τον μοναχικό τρόπο ζωής που είχε επιλέξει μετά το διαζύγιο με τη μητέρα τους.

Αν και πολλές ήταν οι γυναίκες που τον πολιορκούσαν ακόμη και σήμερα, γοητευμένες από την επιτυχημένη παρουσία του στο χώρο των εκδόσεων αλλά και την μυστηριώδη μοναχικότητά του, καμία δεν είχε καταφέρει να κερδίσει ουσιαστικά το ενδιαφέρον του. Μόνη εξαίρεση μια εξίσου μυστηριώδης με εκείνον και αρκετά μικρότερη του κοπέλα που ξεκλείδωσε την καρδιά του για πρώτη και τελευταία φορά πριν πολύ καιρό. Το ειδύλλιό τους, για το οποίο δεν έμαθε ποτέ κανείς πολλές λεπτομέρειες, κράτησε μονάχα λίγους μήνες βυθίζοντας πάλι την καρδιά του στο σκοτάδι.
«Όσα χρόνια τον ξέρω, πρώτη φορά είδα στο βλέμμα του αυτή την πηγαία λάμψη του έρωτα που δεν κρύβεται με τίποτα κι ας μη μου είπε πολλά ο ίδιος», έλεγε η Λενιώ που τον ήξερε πιο καλά απ' τον καθένα και τον νοιαζόταν σαν αδελφό. «Άργησε να έρθει η αγάπη στη ζωή του και βιάστηκε να φύγει», αναστέναζε αποκαμωμένη από το ίδιο βαρύ φορτίο της μοναξιάς που κουβαλούσε κι εκείνη σε ολόκληρη τη ζωή της. Η Μάγια κάθισε στην αναπαυτική δερμάτινη καρέκλα του γραφείου και κοίταξε με αγωνία το ρολόι της. Είχε πάει κιόλας εννέα και μισή και ο Φιλίππου δεν είχε ακουστεί παρόλο που το ραντεβού τους ήταν πριν μισή ώρα. «Εκείνος δεν αργεί ποτέ και απεχθάνεται την ασυνέπεια», σκέφτηκε και σήκωσε με μιας το ακουστικό.

«Καλημέρα!», είπε με την χαρούμενη κοριτσίστικη φωνή της.
«Καλή σου μέρα, κούκλα μου· που μακάρι να είναι καλή δηλαδή!» αποκρίθηκε η Λενιώ με το χαρακτηριστικό αυθορμητισμό της που έκανε την ένρινη φωνή της πιο διαπεραστική.
«Γιατί το λες αυτό; Συμβαίνει κάτι; Ο κύριος Φιλίππου είναι καλά;».
«Σάμπως ξέρω κι εγώ, Μάγια μου! Το μόνο που ξέρω είναι πως πρώτη φορά στα σχεδόν σαράντα χρόνια που τον ξέρω μου αραδιάζει κάτι αστειότητες, μετά συγχωρήσεως, πως είναι λίγο αδιάθετος και θα αργήσει. Αλλά, έννοιά σου, και εγώ ρώτησα κι έμαθα. Ξέρεις τι ώρα μου είπε ο φύλακας πως έφυγε εχτές το βράδυ; Δώδεκα και μισή αν έχεις τον Θεό σου! Όταν λέω εγώ πως χρειάζεται ξεκούραση γιατί αλλιώς θα πάθει καμιά υπερκόπωση και θα τρέχουμε στα νοσοκομεία, δεν ακούει! Θα με πεθάνει γριά γυναίκα και θα ησυχάσει!», είπε δυνατά και δίχως να μπορεί να κρύψει την αγωνία της.
«Ελπίζω να μην είναι τίποτε σοβαρό, Λενιώ μου. Άλλωστε το πιο πιθανό είναι να τον τριγυρνάει μια από αυτές τις ιώσεις που έχουν την τιμητική τους τέτοια εποχή. Να φανταστείς, η μητέρα μου, που δεν το βάζει κάτω ούτε με σαράντα πυρετό, γύρισε άρρωστη από ένα ολιγοήμερο ταξίδι στην Εύβοια κι από τότε είναι στο κρεβάτι! Τέλος πάντων, σε παίρνω επειδή είχα ραντεβού μαζί του στις εννιά για κάτι σημαντικό, όπως μου είπε αργά χτες το απόγευμα, και παραξενεύτηκα που δεν με κάλεσε. Αλλά ό,τι κι αν είναι, είμαι σίγουρη πως μπορεί να περιμένει», είπε μετανιωμένη που αναφέρθηκε σε θέματα δουλειάς μετά τα όσα είχε μοιραστεί μαζί της η Λενιώ.
«Καλά που μου το θύμησες, βρε Μάγια μου· μέσα στην ταραχή μου θα το ξεχνούσα. Όταν με πήρε τηλέφωνο, μου είπε να σου μεταφέρω να τον περιμένεις και πως θα σε δει αμέσως μόλις έρθει. Όταν σου λέω εγώ πως μόνο τη δουλειά σκέφτεται... Οπότε μην ανησυχείς, θα σε ειδοποιήσω εγώ».

✳︎ ✳︎

Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά εκείνο το πρωινό, που έφερε και την πρώτη καταιγίδα του φθινοπώρου, και το μυαλό της αδυνατούσε να ακούσει τις εντολές που του έδινε. Η σκέψη της τριγυρνούσε σε όσα της είπε η Λενιώ που η διαίσθησή της, ιδίως σε ό,τι είχε να κάνει με το αγαπημένο της αφεντικό, σπάνια τη γελούσε. «Τι να είχε συμβεί άραγε με την υγεία του; Μήπως ήταν κάτι πιο σοβαρό από μια απλή αδιαθεσία ή μια συνηθισμένη εποχική ίωση;», σκεφτότανε και το μυαλό της σκάρωνε όπως συνήθως σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Ήταν πολύ μικρή για να ξέρει πως οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες γράφονται με το μελάνι της ζωής και πως οι πραγματικοί άνθρωποι αποτελούν τους πιο φανταστικούς ήρωες.

Λίγο πριν τις δώδεκα το μεσημέρι, το τηλέφωνο επιτέλους χτύπησε και ο ίδιος ο Φιλίππου την κάλεσε στο γραφείο του αφού δικαιολογήθηκε με την σπάνια ευγένεια που τον διέκρινε για την «πρωτοφανή αργοπορία του που οφειλόταν σε μια σημαντική συνάντηση, η οποία προέκυψε την τελευταία στιγμή». Συνάντηση; Τότε γιατί είχε πει στη Λενιώ πως υπέφερε από μια μικρή αδιαθεσία; Δίχως να χάσει λεπτό, η Μάγια κατευθύνθηκε με γοργό βήμα προς το μεγάλο γωνιακό γραφείο που ήταν το «αρχηγείο» του, όπως το αποκαλούσε αστειευόμενος ο Νότης.
Η Λενιώ, που σήμερα το πρόσωπό της είχε φορέσει τα γκρίζα χρώματα του ουρανού, της έγνεψε να περάσει χωρίς να την καθυστερήσει με την συνήθη φλυαρία της, ενώ έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό που μαρτυρούσε πως η ανησυχία της δεν είχε καταλαγιάσει.
Αφού χτύπησε διακριτικά την ξύλινη πόρτα, μπήκε στην αίθουσα με την παχιά μπλε μοκέτα και τα βαριά έπιπλα από σκούρο ξύλο καρυδιάς που ανέδυε την γλυκόπικρη μυρωδιά της κολόνιάς του. Ο Φιλίππου, όρθιος και με γυρισμένη την πλάτη, κοιτούσε έξω από το μεγάλο παράθυρο με θέα την Ακρόπολη, σαν να μην την περίμενε.
«Καλησπέρα σας», είπε κάπως χαμηλόφωνα για να μην πάρει καμία απάντηση. «Ελπίζω να μην σας διακόπτω. Αν είναι ακατάλληλη η στιγμή, μπορώ να έρθω λίγο αργότερα», βιάστηκε να συμπληρώσει κι έκανε σχεδόν ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω. Για πρώτη φορά, αισθάνθηκε την ατμόσφαιρα του γραφείου του βαριά, λες και κάποιος είχε ρουφήξει από μέσα κάθε σταγόνα οξυγόνου. «Με συγχωρείς, Μάγια μου· δεν σε άκουσα που μπήκες», της είπε με την βραχνή φωνή του και γύρισε προς το μέρος της βάζοντας αμήχανα στο συρτάρι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κρατούσε σφιχτά στην παλάμη του. «Έλα, κάθισε. Όπως σου ανέφερα και χτες, έχω κάτι καινούριο για σένα».
«Ευχαριστώ», του είπε εκείνη και βολεύτηκε στην κόκκινη βελούδινη καρέκλα, δίχως να ξέρει αν έπρεπε να κρύψει το ντροπαλό της χαμόγελο που είχε ήδη ανατείλει εν αναμονή όσων πίστευε πως θα άκουγε.
altΚαθώς τον κοιτούσε, σκέφτηκε πως η Λενιώ είχε όντως δίκιο να ανησυχεί· ο Φιλίππου φαινόταν καταβεβλημένος και με μάτια κατακόκκινα, προφανώς από την κούραση και το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας στο γραφείο. Αυτό που της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν πως το βλέμμα του έμοιαζε να χάνεται για δευτερόλεπτα κι έπειτα να επιστρέφει πάνω της αναγνωριστικά, σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.
«Χτες το πρωί παρέλαβα τούτο εδώ το συστημένο δέμα από ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου», της είπε δείχνοντας ένα κίτρινο φάκελο που δέσποζε πάνω στο απόλυτα τακτοποιημένο και καλογυαλισμένο γραφείο του. «Το συγκεκριμένο γραφείο διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα μιας ιδιαίτερα αξιόλογης και πολλά υποσχόμενης Ελληνίδας συγγραφέως που κατοικεί μόνιμα εκεί και μόλις ολοκλήρωσε το πρώτο της βιβλίο· την λένε Ζωή Ορφανού».
Η Μάγια προσπάθησε, ευτυχώς με επιτυχία, να κρύψει την απογοήτευσή της. Τόσο καιρό της έλεγε πως μετά από ένα χρόνο σκληρής δουλειάς είχε αποδείξει πια την αξία της και ήταν έτοιμη να βουτήξει στα βαθιά. Γιατί λοιπόν δεν της εμπιστεύτηκε την επιμέλεια του καινούριου μυθιστορήματος του Στρατάκη; Το διεισδυτικό κι επίμονο βλέμμα του Φιλίππου, που σαν δύο βέλη κάρφωσαν τα δικά της μάτια, την έβγαλε γρήγορα από τις σκέψεις της.
«Θεωρώ μεγάλη μας τιμή το γεγονός ότι διάλεξαν την Ηλιαχτίδα για την έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου. Είμαι επίσης βέβαιος πως εσύ είσαι το κατάλληλο άτομο για να αναλάβεις την επιμέλειά του. Άμεσα. Θέλω να εκδοθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε να προλάβω να το δω κι εγώ στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων...», είπε αποφασιστικά και η φωνή του μαρτυρούσε πως ο χρόνος ήταν σημαντικός και μάλλον μετρούσε ανάποδα. Γιατί άραγε;
«Και το θέμα;», τον ρώτησε. «Θέλω να πω, τι πραγματεύεται η συγγραφέας;».
«Το θέμα είναι η σπάνια ιστορία μιας ακόμη πιο σπάνιας γυναίκας», απάντησε κοφτά.
«Σε κάθε περίπτωση, η Ορφανού τα περιγράφει πολύ καλύτερα απ' ότι εγώ και δεν θέλω να την αδικήσω. Οπότε τα υπόλοιπα θα σε αφήσω να τα ανακαλύψεις μόνη σου», της είπε με το γνώριμο λακωνικό του στυλ.
Άνθρωπος αυτόφωτος ο ίδιος, δεν ήθελε να κλέψει ούτε τόση δα από τη λάμψη των συγγραφέων του και προτιμούσε να μην λέει πολλά για τις ιστορίες των βιβλίων τους.
«Μάλιστα, θα αρχίσω αμέσως», αποκρίθηκε και ξεγλίστρησε αμήχανα από την καρέκλα της.
Εκείνος σηκώθηκε, πήρε το φάκελο και της τον έδωσε μαζί με ένα βλέμμα κι ένα χαμόγελό του, και τα δυο βουτηγμένα στο μέλι. «Είναι ένα πολύ δυνατό μυθιστόρημα. Καλή ανάγνωση, κορίτσι μου. Και με συγχωρείς για την πρωινή καθυστέρηση αλλά, όπως προείπα, είχα μια ιερή υποχρέωση...», είπε αινιγματικά και γύρισε απότομα προς το παράθυρο, λες και σήμερα όλες οι απαντήσεις που έψαχνε κρύβονταν έξω από αυτή την αίθουσα.
Βγαίνοντας από το αρχηγείο του Φιλίππου, δεν σταμάτησε όπως συνήθιζε στον προθάλαμο που φιλοξενούσε τη Λενιώ, η οποία επίσης απέφυγε να ανοίξει οποιαδήποτε συζήτηση. Η Μάγια ήξερε πως σήμερα, για τους δικούς της λόγους η καθεμία, δεν είχαν όρεξη για πολλές κουβέντες. Περπάτησε βιαστικά στο μακρύ διάδρομο με το κεφάλι σκυφτό και μπήκε στο γραφείο της κλείνοντας πίσω την πόρτα.

«Μπορεί να μην είναι το καινούριο βιβλίο του Στρατάκη», σκέφτηκε, «αλλά είναι σημαντικό που ανέθεσε αποκλειστικά σε μένα την επιμέλεια μιας συγγραφέα που θεωρεί τόσο αξιόλογη, την...» και κοίταξε τον κίτρινο φάκελο όπου αναγραφόταν το όνομά της. «Την Ζωή Ορφανού», σιγοψιθύρισε και σήκωσε απότομα το τηλέφωνο.
«Έλα, μπαμπάκα. Τι κάνετε; Πώς είναι η μαμά;».
«Καλά. Καλύτερα, παιδί μου. Δεν σε ακούω πολύ καλά. Έχεις κάτι, Μάγια μου; Σε στενοχώρησε κανείς;», της είπε με την ίδια έκδηλη αγωνία που πριν σχεδόν είκοσι χρόνια την ρωτούσε αν είχε χτυπήσει όταν έπεφτε παίζοντας. Όσο κι αν είχε πια μεγαλώσει, στα μάτια του αλλά και στην καρδιά του ήταν πάντα ένα μικρό και απροστάτευτο μωρό.
«Όχι, καλέ μπαμπά μου. Πώς σου ήρθε κάτι τέτοιο; Μια χαρά είμαι. Πήρα απλά να σου πω πως απόψε θα αργήσω. Να μου φιλήσεις τη μαμά, εντάξει; Σε αφήνω τώρα γιατί έχω πολλή δουλειά και βιάζομαι», απάντησε και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο πριν προδώσει την απογοήτευση που ένιωθε για την τροπή της μεσημεριανής συζήτησης με τον Φιλίππου. Άνοιξε τον φάκελο και ήπιε μηχανικά μια μεγάλη γουλιά από τον καφέ της που είχε πια κρυώσει. Ένα καινούριο βιβλίο άρχιζε. Ένα ακόμη ταξίδι ξεκινούσε.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...
Γιώργος Βέης: «Βράχια»

Γιώργος Βέης: «Βράχια»

Προδημοσίευση πέντε ποιημάτων του Γιώργου Βέη από την ποιητική του συλλογή «Βράχια», που κυκλοφορεί στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ύψιλον.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΠΡΟΑΥΛΙΣΜΑ

Από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί

δεν κουνιέται φύλλ...

Γιώργος Περαντωνάκης: «Πυθαγόρας»

Γιώργος Περαντωνάκης: «Πυθαγόρας»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γιώργου Περαντωνάκη «Πυθαγόρας», που κυκλοφορεί στις 9 Ιουνίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Μεγάλο σινεμά, μικρές οθόνες» από το Ίδρυμα Ωνάση

«Μεγάλο σινεμά, μικρές οθόνες» από το Ίδρυμα Ωνάση

Οι υπότροφοι του Ιδρύματος Ωνάση μάς πάνε κινηματογράφο. Από τα φεστιβάλ του κόσμου, στις οθόνες μας. Από τις 9 έως τις 15 Ιουλίου. 

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Το πρόγραμμα Μεγάλο Σινεμά Μικρές Οθόνες συνεχίζει τις ψ...

Το περιοδικό Γράμματα & Τέχνες ζει μια δεύτερη ζωή

Το περιοδικό Γράμματα & Τέχνες ζει μια δεύτερη ζωή

Ψηφιοποίηση του ιστορικού περιοδικού από το Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Επιμέλεια: Απόστολος Σκλάβος

Δυο λόγια για την ιστορία του εγχειρήματος 

...
«Η Εταιρεία Συγγραφέων δεν είναι στρατοδικείο της λογοτεχνίας»

«Η Εταιρεία Συγγραφέων δεν είναι στρατοδικείο της λογοτεχνίας»

Ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων με αφορμή καταγγελίες που δέχεται ότι «αδρανεί» απέναντι σε φαινόμενα λογοκλοπής, πρόσφατα ή πολύ παλιότερα. 

Επιμέλεια: Απόστολος Σκλάβος

Η Εταιρεία Συγγραφέων εκφράζει τη λύπη της για τις επιθέσεις που δέχεται. 

Η Εταιρεία Συ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...
Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Katharine Anne Porter «Το πλοίο των τρελών» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), που κυκλοφορεί στις 3 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σχεδόν όλοι όσοι βρίσκ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΦΑΚΕΛΟΙ